Τι προβλέπει πραγματικά το Άρθρο 79 της UNCLOS για τα υποθαλάσσια καλώδια και τους αγωγούς;

Γράφει ο Δημήτρης Σταθακόπουλος

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (United Nations Convention on the Law of the Sea – UNCLOS) αποτελεί το θεμελιώδες διεθνές νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση των θαλάσσιων ζωνών, τον καθορισμό των δικαιωμάτων των παράκτιων κρατών και την άσκηση των ελευθεριών της ναυσιπλοΐας και των λοιπών νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα.

Μεταξύ των διατάξεων της Σύμβασης ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το άρθρο 79, το οποίο ρυθμίζει την τοποθέτηση υποθαλάσσιων καλωδίων και αγωγών στην υφαλοκρηπίδα.

Η διάταξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική και νομική σημασία για την Ελλάδα, ιδίως υπό το πρίσμα των σχεδιαζόμενων ενεργειακών διασυνδέσεων, των ηλεκτρικών καλωδίων μεταξύ νησιών και ηπειρωτικής χώρας, αλλά και των ευρύτερων υποδομών που πρόκειται να αναπτυχθούν στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η εξέταση του άρθρου 79 δεν μπορεί, ωστόσο, να γίνεται αποσπασματικά. Απαιτείται η συστηματική ερμηνεία του σε συνδυασμό με τα άρθρα 58, 76, 77, 78 και 83 της UNCLOS, ώστε να προσδιορίζονται με ακρίβεια τόσο τα δικαιώματα των τρίτων κρατών όσο και οι αρμοδιότητες του παράκτιου κράτους.

Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η ελευθερία τοποθέτησης υποθαλάσσιων καλωδίων και αγωγών δεν συνεπάγεται κατάργηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας του ούτε παρέχει σε οποιοδήποτε τρίτο κράτος απεριόριστη δυνατότητα επέμβασης στον θαλάσσιο χώρο.

1. Τι προβλέπει το άρθρο 79 της UNCLOS

Το άρθρο 79 φέρει τον τίτλο «Submarine cables and pipelines on the continental shelf» (Υποθαλάσσια καλώδια και αγωγοί στην υφαλοκρηπίδα) και περιλαμβάνει πέντε παραγράφους.

Το περιεχόμενό του, σε ελληνική απόδοση, έχει ως εξής:

Παράγραφος 1: Όλα τα κράτη έχουν το δικαίωμα να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια και αγωγούς στην υφαλοκρηπίδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Παράγραφος 2: Με την επιφύλαξη του δικαιώματος του παράκτιου κράτους να λαμβάνει εύλογα μέτρα για την εξερεύνηση της υφαλοκρηπίδας, την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της και την πρόληψη, τη μείωση και τον έλεγχο της ρύπανσης από αγωγούς, το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να παρεμποδίζει την τοποθέτηση ή τη συντήρηση τέτοιων καλωδίων ή αγωγών.

Παράγραφος 3: Η χάραξη της διαδρομής για την τοποθέτηση των υποθαλάσσιων αγωγών στην υφαλοκρηπίδα υπόκειται στη συναίνεση του παράκτιου κράτους.

Παράγραφος 4: Καμία διάταξη του σχετικού Μέρους της Σύμβασης δεν θίγει το δικαίωμα του παράκτιου κράτους να καθορίζει όρους για τα καλώδια ή τους αγωγούς που εισέρχονται στο έδαφός του ή στη χωρική του θάλασσα, ούτε τη δικαιοδοσία του επί καλωδίων και αγωγών που κατασκευάζονται ή χρησιμοποιούνται σε σχέση με την εξερεύνηση της υφαλοκρηπίδας του, την εκμετάλλευση των πόρων της ή τη λειτουργία τεχνητών νησιών, εγκαταστάσεων και κατασκευών που υπάγονται στη δικαιοδοσία του.

Παράγραφος 5: Κατά την τοποθέτηση υποθαλάσσιων καλωδίων ή αγωγών, τα κράτη οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα καλώδια και τους αγωγούς που βρίσκονται ήδη εγκατεστημένα. Ειδικότερα, δεν πρέπει να παρεμποδίζεται η δυνατότητα επισκευής των υφιστάμενων υποδομών.

Από την ανάγνωση και των πέντε παραγράφων προκύπτει ότι ο διεθνής νομοθέτης επιδιώκει να εξισορροπήσει δύο διαφορετικά έννομα αγαθά: αφενός την ελευθερία των κρατών να εγκαθιστούν υποθαλάσσιες υποδομές και αφετέρου την προστασία των δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας του.

Η ισορροπία αυτή δεν επιτρέπει ούτε την αυθαίρετη παρεμπόδιση νόμιμων υποθαλάσσιων έργων ούτε την ανεξέλεγκτη άσκηση δραστηριοτήτων εις βάρος των δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους.

2. Η σημαντικότερη νομική διάκριση: Άλλο τα υποθαλάσσια καλώδια και άλλο οι αγωγοί

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο του άρθρου 79 και εκείνο που συχνά παραβλέπεται στη δημόσια συζήτηση.

Η παράγραφος 1 αναγνωρίζει σε όλα τα κράτη δικαίωμα τοποθέτησης τόσο υποθαλάσσιων καλωδίων όσο και αγωγών.

Η παράγραφος 2 απαγορεύει, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, στο παράκτιο κράτος να παρεμποδίζει την τοποθέτηση ή τη συντήρησή τους.

Η παράγραφος 3, όμως, εισάγει μία ουσιώδη διαφοροποίηση: προβλέπει ρητά ότι η χάραξη της διαδρομής των υποθαλάσσιων αγωγών υπόκειται στη συναίνεση του παράκτιου κράτους.

Η διάταξη αναφέρεται αποκλειστικά στους αγωγούς και όχι στα καλώδια.

Επομένως, δεν είναι νομικά ορθό να υποστηρίζεται ότι η παράγραφος 3 επιβάλλει γενική υποχρέωση προηγούμενης συναίνεσης του παράκτιου κράτους για τη χάραξη κάθε υποθαλάσσιου καλωδίου.

Από την άλλη πλευρά, εξίσου εσφαλμένο θα ήταν να συναχθεί ότι η απουσία ρητής πρόβλεψης περί συναίνεσης για τα καλώδια σημαίνει ότι το παράκτιο κράτος στερείται κάθε δυνατότητας προστασίας των δικαιωμάτων και των νόμιμων συμφερόντων του.

Η παράγραφος 2 διατηρεί ρητά τη δυνατότητα λήψης εύλογων μέτρων για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας, ενώ η παράγραφος 4 διαφυλάσσει συγκεκριμένες αρμοδιότητες του παράκτιου κράτους.

Επιπλέον, η τοποθέτηση καλωδίων πρέπει να γίνεται με σεβασμό προς τις ήδη υφιστάμενες υποδομές, σύμφωνα με την παράγραφο 5.

Συνεπώς, η διάκριση είναι σαφής:

  • Για τους υποθαλάσσιους αγωγούς, η συναίνεση του παράκτιου κράτους ως προς τη χάραξη της διαδρομής τους προβλέπεται ρητά από το άρθρο 79 παρ. 3.
  • Για τα υποθαλάσσια καλώδια, δεν προβλέπεται αντίστοιχη γενική απαίτηση συναίνεσης ως προς τη χάραξη της διαδρομής τους στην υφαλοκρηπίδα.
  • Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η ελευθερία εγκατάστασης υπόκειται στους περιορισμούς και στις υποχρεώσεις που προβλέπει η ίδια η Σύμβαση.

Η διαφοροποίηση αυτή έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία για τα ηλεκτρικά καλώδια διασύνδεσης, τα τηλεπικοινωνιακά καλώδια και τους αγωγούς μεταφοράς φυσικού αερίου ή άλλων ενεργειακών πόρων.

Δεν πρέπει να συγχέονται οι διαφορετικές κατηγορίες υποδομών ούτε να μεταφέρεται αυτομάτως στους αγωγούς το καθεστώς που ισχύει για τα καλώδια ή το αντίστροφο.

3. Η υφαλοκρηπίδα δεν είναι διεθνής θαλάσσιος χώρος ελεύθερης εκμετάλλευσης

Για να γίνει αντιληπτή η πραγματική σημασία του άρθρου 79, πρέπει να εξεταστεί το άρθρο 76 της UNCLOS, το οποίο καθορίζει την έννοια της υφαλοκρηπίδας.

Η υφαλοκρηπίδα ενός παράκτιου κράτους περιλαμβάνει τον βυθό και το υπέδαφος των υποθαλάσσιων περιοχών που εκτείνονται πέρα από τη χωρική του θάλασσα, σύμφωνα με τα γεωλογικά και γεωγραφικά κριτήρια και τα όρια που προβλέπει η Σύμβαση.

Η υφαλοκρηπίδα δεν ταυτίζεται με την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, ούτε αποτελεί περιοχή επί της οποίας το παράκτιο κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία.

Ασκεί, όμως, συγκεκριμένα και αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα.

Ειδικότερα, το άρθρο 77 προβλέπει ότι το παράκτιο κράτος ασκεί επί της υφαλοκρηπίδας του κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση και την εκμετάλλευση των φυσικών της πόρων.

Τα δικαιώματα αυτά είναι αποκλειστικά. Εάν το παράκτιο κράτος δεν εξερευνά ή δεν εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους της υφαλοκρηπίδας του, κανένα άλλο κράτος δεν δικαιούται να αναλάβει τέτοιες δραστηριότητες χωρίς τη ρητή συναίνεσή του.

Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 3, τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους δεν εξαρτώνται από την πραγματική ή συμβολική κατοχή της υφαλοκρηπίδας ούτε από οποιαδήποτε ρητή διακήρυξη.

Επομένως, τα κυριαρχικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας δεν δημιουργούνται από την εγκατάσταση κάποιας υποδομής, από την έκδοση μιας άδειας ή από την πραγματοποίηση ερευνητικών εργασιών. Απορρέουν από το ίδιο το διεθνές δίκαιο.

Εδώ πρέπει να γίνει μία κρίσιμη διάκριση: τα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους αφορούν τον βυθό και το υπέδαφος και δεν συνεπάγονται κυριαρχία επί των υπερκείμενων υδάτων.

Αυτό ακριβώς διευκρινίζει το άρθρο 78 της UNCLOS.

Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας δεν επηρεάζουν το νομικό καθεστώς των υπερκείμενων υδάτων και του υπερκείμενου εναέριου χώρου.

Παράλληλα, ορίζει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους δεν πρέπει να παραβιάζει ούτε να παρεμποδίζει αδικαιολόγητα τη ναυσιπλοΐα και τις λοιπές ελευθερίες των άλλων κρατών.

Άρα, το διεθνές δίκαιο δεν θεσπίζει ούτε απόλυτη εξουσία του παράκτιου κράτους επί ολόκληρης της θαλάσσιας στήλης ούτε απεριόριστη ελευθερία των τρίτων κρατών επί του βυθού.

Θεσπίζει ένα σύστημα συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, το οποίο οφείλει να γίνεται σεβαστό από όλους.

4. Το άρθρο 58 και η ελευθερία τοποθέτησης καλωδίων στην ΑΟΖ

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το άρθρο 58 της UNCLOS, το οποίο αφορά τα δικαιώματα των άλλων κρατών στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1, όλα τα κράτη, είτε είναι παράκτια είτε περίκλειστα, απολαμβάνουν στην ΑΟΖ, μεταξύ άλλων, την ελευθερία τοποθέτησης υποθαλάσσιων καλωδίων και αγωγών.

Η άσκηση αυτής της ελευθερίας, ωστόσο, δεν είναι ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες διατάξεις της Σύμβασης.

Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου επιβάλλει στα κράτη να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους και να συμμορφώνονται με τους νόμους και τους κανονισμούς που αυτό θεσπίζει σύμφωνα με την UNCLOS και τους λοιπούς κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Συνεπώς, η ελευθερία πόντισης καλωδίων και αγωγών στην ΑΟΖ δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως δικαίωμα αγνόησης των νόμιμων αρμοδιοτήτων του παράκτιου κράτους.

Η διάκριση μεταξύ ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας είναι, επίσης, ουσιώδης.

Η ΑΟΖ αφορά τόσο τη θαλάσσια στήλη όσο και τον βυθό και το υπέδαφος, με διαφορετικό καθεστώς δικαιωμάτων και δικαιοδοσίας. Η υφαλοκρηπίδα αφορά αποκλειστικά στον βυθό και το υπέδαφος.

Για τον λόγο αυτό, όταν εξετάζεται η πόντιση ενός καλωδίου ή αγωγού, πρέπει να προσδιορίζεται με ακρίβεια σε ποια θαλάσσια ζώνη πραγματοποιείται η δραστηριότητα και ποιο ακριβώς νομικό καθεστώς εφαρμόζεται.

5. Τι ισχύει όταν η διαδρομή ενός καλωδίου διέρχεται από περιοχή μη οριοθετημένης υφαλοκρηπίδας;

Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Όταν δύο κράτη έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές και οι αξιώσεις τους επί της υφαλοκρηπίδας αλληλεπικαλύπτονται, τίθεται ζήτημα οριοθέτησης.

Το άρθρο 83 της UNCLOS προβλέπει ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές πρέπει να πραγματοποιείται με συμφωνία, βάσει του διεθνούς δικαίου, με σκοπό την επίτευξη δίκαιης λύσης.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 83 είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Προβλέπει ότι, μέχρι την επίτευξη συμφωνίας, τα ενδιαφερόμενα κράτη οφείλουν, σε πνεύμα κατανόησης και συνεργασίας:

  • Να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για τη σύναψη προσωρινών πρακτικών διευθετήσεων.
  • Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο, να μην θέτουν σε κίνδυνο ούτε να παρεμποδίζουν την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.

Οι προσωρινές αυτές διευθετήσεις δεν προδικάζουν την τελική οριοθέτηση.

Η διάταξη αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε δραστηριότητα σε μια μη οριοθετημένη περιοχή απαγορεύεται. Ούτε σημαίνει ότι η απουσία οριοθέτησης επιτρέπει σε ένα κράτος να ενεργεί ανεξέλεγκτα.

Αντιθέτως, επιβάλλει υποχρέωση αυτοσυγκράτησης, συνεργασίας και αποφυγής ενεργειών που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την τελική συμφωνία.

Η νομική αξιολόγηση κάθε συγκεκριμένου έργου απαιτεί, επομένως, εξέταση της ακριβούς διαδρομής του, της φύσης της υποδομής, της έκτασης των επικαλυπτόμενων αξιώσεων και του κατά πόσον η συγκεκριμένη δραστηριότητα επηρεάζει τα δικαιώματα των δύο κρατών.

Ειδικά ως προς τα καλώδια, πρέπει να αποφεύγεται η μηχανιστική εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 79, η οποία αφορά τους αγωγούς.

Η ελευθερία τοποθέτησης καλωδίων δεν καταργεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 83, όπου αυτό εφαρμόζεται, ούτε τις αντίστοιχες υποχρεώσεις συνεργασίας και αυτοσυγκράτησης που απορρέουν από τους εφαρμοστέους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

6. Η ελληνοτουρκική διάσταση: Η Τουρκία δεν μπορεί να μετατρέπει τις αμφισβητήσεις της σε διεθνή νομικά δικαιώματα

Η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS, ενώ η Τουρκία δεν είναι.

Αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε νομική ανάλυση.

Η μη συμμετοχή της Τουρκίας στη Σύμβαση σημαίνει ότι δεν δεσμεύεται από αυτήν ως συμβαλλόμενο μέρος. Δεν σημαίνει, όμως, ότι μπορεί να αγνοεί κανόνες του εθιμικού διεθνούς δικαίου που έχουν διαμορφωθεί ανεξάρτητα από τη συμβατική της συμμετοχή.

Πρέπει, συνεπώς, να διακρίνεται κάθε φορά ποια διάταξη αποτελεί συμβατική υποχρέωση των κρατών που έχουν κυρώσει τη Σύμβαση και ποια αποτυπώνει κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου.

Αυτό, όμως, δεν παρέχει στην Τουρκία τη δυνατότητα να δημιουργεί δικαιώματα μέσω μονομερών δηλώσεων, χαρτών, διπλωματικών διαμαρτυριών ή αυθαίρετων αμφισβητήσεων.

Η υφαλοκρηπίδα αποτελεί θεσμό του διεθνούς δικαίου και τα δικαιώματα επί αυτής απορρέουν από τους εφαρμοστέους κανόνες, όχι από τη βούληση ενός γειτονικού κράτους να τα αναγνωρίσει ή να τα αμφισβητήσει.

Επομένως, η ελληνική θέση πρέπει να στηρίζεται στην ακριβή εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, στην προστασία των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και στην απόρριψη κάθε προσπάθειας δημιουργίας τετελεσμένων μέσω μονομερών ενεργειών.

Δεν είναι δυνατόν η ελευθερία εγκατάστασης μιας υποθαλάσσιας υποδομής να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την προβολή ανυπόστατων αξιώσεων επί θαλάσσιων περιοχών.

Αλλά ούτε και η απλή πόντιση ενός καλωδίου μπορεί, από μόνη της, να θεωρηθεί ότι συνιστά αναγνώριση μιας συγκεκριμένης θαλάσσιας οριοθέτησης.

Η νομική αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται στην πραγματική διαδρομή, στο εφαρμοστέο καθεστώς και στις συγκεκριμένες ενέργειες των εμπλεκομένων κρατών.

7. Το ζήτημα των ηλεκτρικών διασυνδέσεων και η ανάγκη προστασίας των ελληνικών δικαιωμάτων

Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις μεταξύ της ηπειρωτικής Ελλάδας, των ελληνικών νησιών και άλλων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου έχουν στρατηγική σημασία.

Δεν αποτελούν απλώς τεχνικά έργα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη, την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή.

Για τον λόγο αυτό, η υλοποίησή τους πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη νομική και τεχνική τεκμηρίωση.

Ειδικότερα, για κάθε σχεδιαζόμενη διασύνδεση πρέπει να εξετάζονται:

  • Η ακριβής γεωγραφική χάραξη της διαδρομής.
  • Η θέση της σε σχέση με τη χωρική θάλασσα, την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα.
  • Η ύπαρξη ή μη επικαλυπτόμενων θαλάσσιων αξιώσεων.
  • Το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς για την πόντιση του συγκεκριμένου τύπου καλωδίου.
  • Η ενδεχόμενη επίδραση της δραστηριότητας στα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους.
  • Η τήρηση των περιβαλλοντικών και τεχνικών υποχρεώσεων.
  • Η προστασία των ήδη εγκατεστημένων υποθαλάσσιων υποδομών.

Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να αποδέχεται την αυθαίρετη παρεμπόδιση νόμιμων έργων της. Οφείλει, όμως, να διασφαλίζει ότι κάθε έργο σχεδιάζεται και υλοποιείται με τρόπο που προστατεύει τα δικαιώματά της και δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών ή δημιουργίας τετελεσμένων.

Είναι εξίσου σημαντικό να μην συγχέεται η τεχνική δυνατότητα εγκατάστασης ενός καλωδίου με την ύπαρξη κυριαρχικών ή κυριαρχικών δικαιωμάτων επί μιας θαλάσσιας περιοχής.

Η πόντιση καλωδίου δεν απονέμει κυριαρχία, δεν δημιουργεί υφαλοκρηπίδα και δεν υποκαθιστά τη νόμιμη διαδικασία οριοθέτησης.

8. Το παράκτιο κράτος δεν έχει απεριόριστη εξουσία, αλλά ούτε στερείται δικαιωμάτων

Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση του άρθρου 79 προϋποθέτει την αποφυγή δύο αντίθετων νομικών σφαλμάτων.

Το πρώτο είναι η αντίληψη ότι το παράκτιο κράτος μπορεί να απαγορεύει κατά βούληση την τοποθέτηση υποθαλάσσιων καλωδίων και αγωγών στην υφαλοκρηπίδα του.

Αυτό δεν προκύπτει από τη Σύμβαση.

Το δεύτερο είναι η αντίληψη ότι, επειδή αναγνωρίζεται στα κράτη η ελευθερία πόντισης υποθαλάσσιων υποδομών, το παράκτιο κράτος δεν έχει κανένα δικαίωμα να προστατεύσει την υφαλοκρηπίδα του.

Και αυτή η ερμηνεία είναι εξίσου εσφαλμένη.

Το άρθρο 79 παρ. 2 αναγνωρίζει ρητά τη δυνατότητα λήψης εύλογων μέτρων για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας, καθώς και για την πρόληψη, μείωση και έλεγχο της ρύπανσης από αγωγούς.

Το άρθρο 79 παρ. 4 διαφυλάσσει την αρμοδιότητα του παράκτιου κράτους για καλώδια και αγωγούς που εισέρχονται στο έδαφός του ή στη χωρική του θάλασσα, καθώς και για τις ειδικά προβλεπόμενες δραστηριότητες που συνδέονται με την εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας του.

Το άρθρο 77 κατοχυρώνει τα αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα επί των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας.

Το άρθρο 78 προστατεύει την ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους και των ελευθεριών των άλλων κρατών.

Το άρθρο 83 προβλέπει το πλαίσιο για την οριοθέτηση μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές.

Όλες αυτές οι διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται συνδυαστικά.

9. Επηρεάζουν όλα αυτά την Τουρκία, παρότι δεν έχει υπογράψει και κυρώσει την UNCLOS;

Εδώ τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί η Τουρκία να επικαλείται τις ελευθερίες που προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ δεν έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση του 1982; Και, αντιστρόφως, μπορεί να αρνείται την εφαρμογή των διατάξεών της όταν αυτές κατοχυρώνουν δικαιώματα της Ελλάδας;

Η απάντηση απαιτεί μία σημαντική νομική διευκρίνιση.

Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS. Ως εκ τούτου, δεν δεσμεύεται από τις διατάξεις της απλώς και μόνο επειδή αυτές περιλαμβάνονται στη Σύμβαση. Αυτό προκύπτει από τη γενική αρχή του διεθνούς συμβατικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία μία διεθνής συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του.

Η αρχή αυτή αποτυπώνεται και στο άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών.

Ωστόσο, εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος: Η μη συμμετοχή ενός κράτους σε μία διεθνή σύμβαση δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωση τήρησης των κανόνων εκείνων που έχουν αποκτήσει αυτοτελώς χαρακτήρα εθιμικού διεθνούς δικαίου.

Το εθιμικό διεθνές δίκαιο δεσμεύει τα κράτη ανεξάρτητα από το εάν έχουν υπογράψει ή κυρώσει τη συγκεκριμένη σύμβαση στην οποία οι σχετικοί κανόνες έχουν κωδικοποιηθεί.

Για να αναγνωριστεί ένας κανόνας ως εθιμικός απαιτείται η συνδρομή δύο βασικών στοιχείων: αφενός γενικευμένη και επαρκώς συνεπής κρατική πρακτική και αφετέρου η πεποίθηση των κρατών ότι ενεργούν κατά νομική υποχρέωση ή δικαίωμα (opinio juris).

Επομένως, δεν αρκεί η απλή αναγραφή μιας διάταξης στην UNCLOS για να θεωρηθεί αυτομάτως ότι κάθε περιεχόμενό της δεσμεύει και την Τουρκία ως εθιμικός κανόνας. Απαιτείται εξέταση κάθε συγκεκριμένου κανόνα χωριστά.

α) Τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας

Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική.

Στην υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας (North Sea Continental Shelf Cases, 1969), το Διεθνές Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας του αποτελούν δικαιώματα που απορρέουν αυτοδικαίως από το διεθνές δίκαιο και δεν εξαρτώνται από την κατοχή ή από την έκδοση σχετικής διακήρυξης.

Η αρχή αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 77 της UNCLOS.

Συνεπώς, η Τουρκία δεν μπορεί να επικαλείται τη μη συμμετοχή της στη Σύμβαση για να αρνείται την ύπαρξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων των παράκτιων κρατών επί της υφαλοκρηπίδας τους, στον βαθμό που αυτά απορρέουν από το εθιμικό διεθνές δίκαιο.

Η υφαλοκρηπίδα δεν αποτελεί δημιούργημα της UNCLOS. Η Σύμβαση κωδικοποιεί και αναπτύσσει έναν θεσμό που είχε ήδη αναγνωριστεί στο διεθνές δίκαιο.

β) Η ελευθερία τοποθέτησης υποθαλάσσιων καλωδίων

Η ελευθερία τοποθέτησης υποθαλάσσιων καλωδίων αποτελεί επίσης θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου της θάλασσας.

Το σχετικό καθεστώς δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1982. Αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβανόταν ήδη στη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για την Υφαλοκρηπίδα, στο άρθρο 4, το οποίο αναγνώριζε το δικαίωμα των κρατών να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια και αγωγούς, διαφυλάσσοντας παράλληλα τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους.

Η ιστορική αυτή εξέλιξη καταδεικνύει ότι η ελευθερία των υποθαλάσσιων διασυνδέσεων αποτελεί παλαιότερη αρχή του διεθνούς δικαίου και δεν συνιστά αποκλειστική επινόηση της UNCLOS.

Ωστόσο, η ακριβής εθιμική ισχύς κάθε επιμέρους ρύθμισης του άρθρου 79, ιδίως ως προς τη συναίνεση για τη χάραξη της διαδρομής των αγωγών και τα όρια των αρμοδιοτήτων του παράκτιου κράτους, πρέπει να εξετάζεται χωριστά.

Δεν είναι ορθό να θεωρείται ότι το σύνολο του άρθρου 79 έχει αυτομάτως και στο σύνολό του εθιμικό χαρακτήρα.

γ) Η υποχρέωση συνεργασίας και αποφυγής τετελεσμένων σε μη οριοθετημένες περιοχές

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το άρθρο 83 παρ. 3 της UNCLOS, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση των κρατών να καταβάλλουν προσπάθειες για προσωρινές πρακτικές διευθετήσεις και να μην θέτουν σε κίνδυνο ή παρεμποδίζουν την επίτευξη οριστικής συμφωνίας οριοθέτησης.

Η νομολογία διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, μεταξύ άλλων στην υπόθεση Γουιάνας κατά Σουρινάμ (Guyana v. Suriname, 2007), έχει αναδείξει τη σημασία της αυτοσυγκράτησης και της αποφυγής ενεργειών που μπορούν να υπονομεύσουν τη διαδικασία οριοθέτησης.

Η εφαρμογή της συγκεκριμένης υποχρέωσης έναντι της Τουρκίας πρέπει να θεμελιώνεται στον εθιμικό χαρακτήρα του αντίστοιχου κανόνα, όπου αυτός αναγνωρίζεται, και όχι απλώς στην επίκληση της συμβατικής διάταξης.

Η αρχή, πάντως, ότι τα κράτη οφείλουν να ενεργούν με καλή πίστη και να αποφεύγουν την πρόκληση τετελεσμένων που υπονομεύουν την ειρηνική επίλυση διαφορών αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της διεθνούς έννομης τάξης.

Μπορεί η Τουρκία να επικαλείται επιλεκτικά το Δίκαιο της Θάλασσας;

Η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί να επιλέγει κατά το δοκούν ποιοι κανόνες του διεθνούς δικαίου την εξυπηρετούν και ποιοι όχι.

Εάν ένας κανόνας έχει αποκτήσει χαρακτήρα εθιμικού διεθνούς δικαίου, δεσμεύει και την Τουρκία, ανεξάρτητα από τη μη συμμετοχή της στην UNCLOS.

Αντίστοιχα, εάν επικαλείται μία αναγνωρισμένη διεθνή ελευθερία, δεν μπορεί να αποσιωπά τις υποχρεώσεις καλής πίστης, δέουσας συνεκτίμησης των δικαιωμάτων των άλλων κρατών και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών που συνοδεύουν την άσκησή της.

Η Τουρκία δεν μπορεί, επομένως, να αντιμετωπίζει το Δίκαιο της Θάλασσας ως ένα σύνολο κανόνων από τους οποίους επιλέγει μόνο όσους εξυπηρετούν τις δικές της επιδιώξεις.

Το διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί à la carte.

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, οφείλει να στηρίζει τις θέσεις της τόσο στη συμβατική ισχύ της UNCLOS έναντι των συμβαλλόμενων κρατών όσο και στους κανόνες εθιμικού διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας.

Αυτό αποτελεί τη νομικά ασφαλέστερη και ισχυρότερη βάση υπεράσπισης των ελληνικών θέσεων.

10. Συμπέρασμα: Η ελευθερία πόντισης δεν είναι ελευθερία αμφισβήτησης

Το άρθρο 79 της UNCLOS δεν μπορεί να ερμηνεύεται απομονωμένα από το συνολικό σύστημα του Δικαίου της Θάλασσας.

Αναγνωρίζει την ελευθερία όλων των κρατών να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια και αγωγούς στην υφαλοκρηπίδα, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί συγκεκριμένα δικαιώματα του παράκτιου κράτους και θεσπίζει υποχρεώσεις που αποσκοπούν στην προστασία των νόμιμων συμφερόντων όλων των εμπλεκομένων.

Η ρητή απαίτηση συναίνεσης για τη χάραξη της διαδρομής των αγωγών, η απουσία αντίστοιχης γενικής απαίτησης για τα καλώδια, η δυνατότητα λήψης εύλογων μέτρων προστασίας της υφαλοκρηπίδας και η υποχρέωση σεβασμού των υφιστάμενων υποδομών αποτελούν τα βασικά στοιχεία της ρύθμισης.

Για την Ελλάδα, η ορθή κατανόηση αυτών των διατάξεων είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Η χώρα μας οφείλει να αξιοποιεί πλήρως τα δικαιώματα που της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο, να προστατεύει την υφαλοκρηπίδα της και να προωθεί τις ενεργειακές και τηλεπικοινωνιακές διασυνδέσεις της χωρίς να αποδέχεται αυθαίρετους περιορισμούς ή μονομερείς αμφισβητήσεις.

Η Τουρκία, από την πλευρά της, δεν μπορεί να επικαλείται επιλεκτικά τις ελευθερίες που προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας, αποσιωπώντας τις υποχρεώσεις που τις συνοδεύουν. Η μη συμμετοχή της στην UNCLOS δεν την απαλλάσσει από τους κανόνες εκείνους που έχουν αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα και δεσμεύουν όλα τα κράτη.

Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να διαχωρίζονται οι συμβατικές υποχρεώσεις από τους εθιμικούς κανόνες, χωρίς όμως να επιτρέπεται η επίκληση της πρώτης διάκρισης ως άλλοθι για την παραβίαση των δεύτερων.

Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να αποδέχεται αυθαίρετες τουρκικές αξιώσεις ούτε να υποχωρεί απέναντι σε μονομερείς ενέργειες που επιχειρούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Οφείλει να υπερασπίζεται με συνέπεια τα δικαιώματά της, με προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και με πλήρη αξιοποίηση των νομικών και διπλωματικών μέσων που διαθέτει.

Η ουσία είναι ότι το διεθνές δίκαιο δεν κατοχυρώνει μόνο ελευθερίες. Κατοχυρώνει και δικαιώματα, επιβάλλει υποχρεώσεις και θέτει όρια στην άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Η ελευθερία πόντισης ενός υποθαλάσσιου καλωδίου ή αγωγού δεν μπορεί να μετατραπεί σε νομικό εργαλείο αμφισβήτησης των δικαιωμάτων άλλου κράτους.

Η Ελλάδα πρέπει να υπερασπίζεται το Δίκαιο της Θάλασσας στο σύνολό του: όχι επιλεκτικά, όχι φοβικά και όχι με εκπτώσεις στα νόμιμα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Γράφει ο Δρ. Δημήτρης Σταθακόπουλος, Διεθνολόγος, Νομικός,Οθωμανολόγος

ΠΗΓΗ

Από geoathanas

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.