Οι εκλογές στο Ισραήλ άφησαν το στρατόπεδό του με 53 έδρες, οκτώ λιγότερες από όσες απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Μια επιφανειακή ανάγνωση ίσως να οδηγούσε και στο συμπέρασμα ότι το εκλογικό αποτέλεσμα στο Ισραήλ μοιάζει με ήττα του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο συνασπισμός του περιορίζεται, σύμφωνα με την προσωρινή καταμέτρηση πριν από την ενσωμάτωση των ψήφων διπλού φακέλου, στις 53 έδρες, οκτώ λιγότερες από την αναγκαία πλειοψηφία. Το στρατόπεδο του Γκάντι Αϊζενκοτ συγκεντρώνει 48, ενώ τα αραβικά κόμματα 19. Μόνο που στην ισραηλινή πολιτική άλλο είναι να χάνεις έδρες και άλλο να χάνεις την εξουσία. Ειδικά εάν είσαι ο Νετανιάχου.

Ο απερχόμενος ισραηλινός πρωθυπουργός γνωρίζει τη διαφορά καλύτερα από κάθε αντίπαλό του. Το Λικούντ παραμένει πρώτο κόμμα. Ο ίδιος παραμένει πρωθυπουργός ώσπου να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση. Και, το κυριότερο, απέναντί του δεν υπάρχει ακόμη μια ενιαία πλειοψηφία με κοινό σχέδιο. Υπάρχουν κόμματα που συμφωνούν ότι θέλουν να φύγει, αλλά διαφωνούν σχεδόν σε όλα όσα απαιτούνται για να συμβεί αυτό.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Οι 48 έδρες της αντιπολίτευσης, μαζί με τις 19 των αραβικών κομμάτων, φτάνουν τις 67. Ομως ο Αβιγκντορ Λίμπερμαν, με επτά έδρες, αποκλείει κυβέρνηση που θα στηρίζεται στις αραβικές λίστες. Χωρίς αυτόν, ο πιθανός συνασπισμός περιορίζεται στις 60. Ούτε ο Ναφτάλι Μπένετ ούτε ο ίδιος ο Αϊζενκοτ έχουν δώσει το πράσινο φως για τέτοια συνεργασία. Το μαθηματικό άθροισμα δεν παραπέμπει σε πολιτική συμφωνία.

Η εντυπωσιακή ενίσχυση των αραβικών κομμάτων αποτελεί μια ακόμη ειρωνεία της αναμέτρησης. Η κινητοποίηση των ψηφοφόρων τους έγινε, σε μεγάλο βαθμό, για να τελειώσει η εποχή Νετανιάχου. Κι όμως, όσο ενισχύονται, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τους κεντροδεξιούς αντιπάλους του να αποδεχθούν την κοινοβουλευτική υποστήριξή τους. Το αποτέλεσμα; Μια αντιπολίτευση αριθμητικά ισχυρή και πολιτικά δεμένη χειροπόδαρα.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να εκμεταλλευτεί ο Νετανιάχου. Πρώτα κρατά δεμένο το δικό του στρατόπεδο. Η διαβεβαίωσή του προς τον Μπεν Γκβιρ και τον Σμότριτς ότι θα παραμείνουν μαζί λειτουργεί ως μήνυμα πειθαρχίας προς τους συμμάχους του. Παράλληλα, όσο η αντίπαλη πλευρά αναζητεί κοινό βηματισμό, μεγαλώνει η πίεση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε να διαπραγματευτεί με τον Αϊζενκοτ ή τον Μπένετ από θέση ισχυρότερη από εκείνη που υποδηλώνει η απώλεια εδρών.

Ακόμη και η ιδέα αντικατάστασης του προέδρου της Κνεσέτ πριν σχηματιστεί κυβέρνηση προσκρούει στην ίδια αντίφαση. Η συνεργασία με τα αραβικά κόμματα μπορεί να προσφέρει στην αντιπολίτευση θεσμικό πλεονέκτημα, αλλά ταυτόχρονα να δοκιμάσει την εύθραυστη ενότητά της.

Δεν σημαίνει ότι ο Νετανιάχου έχει κερδίσει. Χρειάζεται σημαντικές μετακινήσεις, επώδυνους συμβιβασμούς ή ανατροπή προεκλογικών δεσμεύσεων. Ο Αϊζενκοτ έχει επενδύσει πολιτικά ακριβώς στην απομάκρυνσή του. Επιπλέον, οι διαφωνίες για τη στράτευση των υπερορθοδόξων, την ευθύνη για την 7η Οκτωβρίου και τη λειτουργία των θεσμών δεν εξαφανίζονται με μία πρόσκληση σε ενότητα.

Υπάρχει όμως και το χαρτί του χρόνου. Ο πρόεδρος Χέρτσογκ θα αναζητήσει εκείνον που διαθέτει τις περισσότερες πιθανότητες σχηματισμού κυβέρνησης, όχι απλώς τον αρχηγό του πρώτου κόμματος. Εάν οι διαβουλεύσεις αποτύχουν, το Ισραήλ μπορεί να οδηγηθεί ξανά στις κάλπες. Μέχρι τότε ο Νετανιάχου συνεχίζει να κυβερνά και οι αντίπαλοί του συνεχίζουν να εξηγούν γιατί δεν μπορούν να κυβερνήσουν μαζί.

Οι ψηφοφόροι δεν έδωσαν λευκή επιταγή. Το αποτέλεσμα όμως αφήνει στον Νετανιάχου χώρο για ελιγμούς. Και ο άνθρωπος που έχει μετατρέψει την πολιτική επιβίωση σε ειδικότητα δεν χρειάζεται πάντα καλό φύλλο. Αρκεί να γνωρίζει πότε να ξαναμοιράσει την τράπουλα.

Από geoathanas

Απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.