Η φράση «απειθαρχία στις κατευθύνσεις της ΕΕ» αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής πρότασης του ΚΚΕ. Δεν αφορά απλώς μια διαφορετική διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τις Βρυξέλλες, αλλά την αμφισβήτηση συγκεκριμένων ευρωπαϊκών πολιτικών και υποχρεώσεων όταν αυτές, σύμφωνα με το ΚΚΕ, συγκρούονται με τις ανάγκες των λαϊκών νοικοκυριών.
Σε πρόσφατη τοποθέτησή του, ο Γενικός Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας μίλησε ευθέως για «απειθαρχία» στην ΕΕ, συνδέοντάς την με την ενεργειακή πολιτική, το κόστος των ρύπων, την αξιοποίηση λιγνιτικών μονάδων και την πολιτική κυρώσεων και εμπάργκο στο ρωσικό φυσικό αέριο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:Κουτσούμπας από τη ΔΕΘ: «Το ΚΚΕ είναι έτοιμο να κυβερνήσει με τον λαό»
Το ερώτημα, επομένως, είναι απλό:
Τι θα σήμαινε αυτό εάν δεν έμενε στο επίπεδο του πολιτικού συνθήματος αλλά γινόταν κυβερνητική πολιτική;
Τι εννοεί το ΚΚΕ
Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων εάν μια κυβέρνηση θεωρεί ως δεδομένο ότι πρέπει πρώτα να εξετάσει «τι επιτρέπει η ΕΕ».
Στην πρόσφατη τοποθέτηση του Δημήτρη Κουτσούμπα, η θέση αυτή πήρε συγκεκριμένη μορφή: πλαφόν στα κέρδη ενεργειακών ομίλων και διυλιστηρίων, αξιοποίηση λιγνιτικών μονάδων και σύγκρουση με ευρωπαϊκές κατευθύνσεις που συνδέονται με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. Το ΚΚΕ έθεσε επίσης ζήτημα διακοπής των κυρώσεων και του εμπάργκο στην εισαγωγή ρωσικού φυσικού αερίου, αναγνωρίζοντας ότι μια τέτοια επιλογή θα σήμαινε σύγκρουση με τις κατευθύνσεις της ΕΕ.
Άρα η «απειθαρχία» δεν χρησιμοποιείται εδώ ως μια γενική έκφραση διαμαρτυρίας.
Περιγράφει συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:Κουτσούμπας: «Να γίνουμε πρωταγωνιστές» – Τι είπε για Ρούμπιο και ΗΠΑ
Απειθαρχία δεν σημαίνει απλώς «διαφωνώ με την ΕΕ»
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά.
Μια κυβέρνηση μπορεί να διαφωνεί πολιτικά με μια ευρωπαϊκή απόφαση και να προσπαθεί να την αλλάξει μέσα από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
Η απειθαρχία, όπως την περιγράφει το ΚΚΕ, είναι διαφορετική λογική:
Εάν μια ευρωπαϊκή κατεύθυνση θεωρείται ότι έρχεται σε αντίθεση με τις ανάγκες των εργαζομένων, η κυβέρνηση δεν πρέπει να την αντιμετωπίζει ως απαραβίαστη.
Αυτό σημαίνει ότι η σύγκρουση μπορεί να μεταφερθεί από το επίπεδο της πολιτικής διαφωνίας στο επίπεδο της εφαρμογής συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κανόνων.
Και εδώ εμφανίζεται το θεσμικό ζήτημα.
Τι συμβαίνει όταν ένα κράτος-μέλος δεν εφαρμόζει το ευρωπαϊκό δίκαιο;
Η ΕΕ έχει ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο.
Η αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου σημαίνει ότι όταν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ εφαρμοστέου δικαίου της ΕΕ και εθνικής νομοθεσίας, το ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει στο πεδίο εφαρμογής του.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:Κουτσούμπας από τη ΔΕΘ: «Λεφτά τώρα για μισθούς και συντάξεις»
Επομένως, μια ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί απλώς να ψηφίσει έναν νόμο αντίθετο σε μια ευρωπαϊκή υποχρέωση και να θεωρήσει ότι το ζήτημα τελείωσε.
Εάν η Ελλάδα δεν εφαρμόζει το ευρωπαϊκό δίκαιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να ξεκινήσει διαδικασία επί παραβάσει.
Η διαδικασία μπορεί να οδηγήσει, εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, σε οικονομικές κυρώσεις.
Άρα η επιλογή της «απειθαρχίας» έχει ένα πραγματικό θεσμικό κόστος:
δεν είναι απλώς μια πολιτική δήλωση· μπορεί να δημιουργήσει σύγκρουση με το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο.
Ένα παράδειγμα: η ενέργεια
Ας πάρουμε το παράδειγμα που χρησιμοποιεί σήμερα το ίδιο το ΚΚΕ.
Το κόμμα υποστηρίζει ότι πρέπει να αξιοποιηθούν λιγνιτικές μονάδες και να υπάρξει «απειθαρχία» στις υποχρεώσεις που συνδέονται με το εμπόριο ρύπων.
Σε πολιτικό επίπεδο, η πρόταση είναι ξεκάθαρη:
φθηνότερη ενέργεια για τα νοικοκυριά → διαφορετική ενεργειακή πολιτική → σύγκρουση με συγκεκριμένες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.
Το επόμενο ερώτημα όμως είναι:
Πώς ακριβώς εφαρμόζεται αυτή η πολιτική όταν υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες που η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να εφαρμόζει;
Εκεί βρίσκεται η ουσία της συζήτησης.
Και τι γίνεται με την αποδέσμευση από την ΕΕ;
Η «απειθαρχία» δεν πρέπει να παρουσιάζεται αποκομμένη από τη συνολική στρατηγική του ΚΚΕ.
Το κόμμα δεν προτείνει απλώς μια Ελλάδα που θα παραμένει επ’ αόριστον στην ΕΕ αλλά θα επιλέγει κάθε φορά ποιους κανόνες θα εφαρμόζει.
Η στρατηγική του ΚΚΕ συνδέει τη σύγκρουση με τις κατευθύνσεις της ΕΕ με έναν ευρύτερο δρόμο ρήξης και αποδέσμευσης από την ΕΕ, στο πλαίσιο μιας διαφορετικής οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας. Στο καταστατικό του, το ΚΚΕ περιγράφει ως στρατηγικό του στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.
Αυτό είναι σημαντικό για την κατανόηση της πρότασης.
Η «απειθαρχία» είναι επομένως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής σύγκρουσης και όχι απλώς ένα τεχνικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής.
Το κρίσιμο ερώτημα: τι γίνεται την επόμενη ημέρα;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο της συζήτησης.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Μπορεί μια κυβέρνηση να συγκρουστεί με μια κατεύθυνση της ΕΕ;»
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Τι συνέπειες αναλαμβάνει όταν το κάνει;
Μια τέτοια πολιτική θα απαιτούσε να απαντηθούν συγκεκριμένα ζητήματα:
- Ποιοι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν θα εφαρμόζονταν;
- Ποια θα ήταν η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής;
- Θα υπήρχε διαδικασία επί παραβάσει;
- Ποιες οικονομικές κυρώσεις θα μπορούσαν να προκύψουν;
- Πώς θα επηρεάζονταν οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ενιαία αγορά;
- Πώς θα αντιμετωπίζονταν οι εισαγωγές και οι εξαγωγές;
- Τι θα συνέβαινε στην ενεργειακή αγορά;
- Και κυρίως, ποιο είναι το συνολικό οικονομικό σχέδιο εάν η σύγκρουση οδηγήσει τελικά σε αποδέσμευση από την ΕΕ;
Αυτά δεν απαντώνται μόνο με το σύνθημα «απειθαρχία».
Χρειάζονται συγκεκριμένο κυβερνητικό σχέδιο, οικονομικοί υπολογισμοί και θεσμικός σχεδιασμός.
Δεν είναι απλώς μια συζήτηση για την ΕΕ
Η πρόταση του ΚΚΕ έχει μια εσωτερική λογική.
Το κόμμα θεωρεί ότι τα προβλήματα της ακρίβειας και της ενεργειακής φτώχειας δεν μπορούν να λυθούν ουσιαστικά όσο η οικονομική πολιτική παραμένει προσανατολισμένη στη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος και στις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. Η ίδια η πολιτική του γραμμή συνδέει τη σύγκρουση με την ΕΕ με τη σύγκρουση με το κεφάλαιο και την αλλαγή του τρόπου οργάνωσης της οικονομίας.
Επομένως, κάποιος μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτή την πρόταση.
Αλλά για να την αξιολογήσει σοβαρά πρέπει πρώτα να καταλάβει τι πραγματικά προτείνει.
Η «απειθαρχία στις κατευθύνσεις της ΕΕ», όπως την περιγράφει το ΚΚΕ, σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από μια σκληρή διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες.
Σημαίνει ότι, σε συγκεκριμένους τομείς, μια κυβέρνηση θα μπορούσε να επιλέξει να προχωρήσει σε πολιτικές που το ΚΚΕ θεωρεί αναγκαίες για τα λαϊκά συμφέροντα, ακόμη και όταν αυτές συγκρούονται με ευρωπαϊκές κατευθύνσεις ή υποχρεώσεις.
Το ίδιο το ΚΚΕ αναγνωρίζει ανοιχτά ότι σε τέτοιες επιλογές «δεν γίνεται χωρίς να συγκρουστείς».
