Η οργή δεν αρκεί για να κυβερνήσεις μια χώρα
Η Μαρία Καρυστιανού δηλώνει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας είναι η διαφθορά και η διαπλοκή. Δύσκολα θα βρεθεί πολίτης που να διαφωνήσει με αυτή τη διαπίστωση. Εδώ όμως τελειώνει η εύκολη συζήτηση και αρχίζει η δύσκολη.
Γιατί η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός καταγγελιών.
Η πολιτική είναι η τέχνη των λύσεων.
Και όταν κάποιος εμφανίζεται πλέον ως πολιτικός παράγοντας, αποκτά δημόσιο λόγο με κυβερνητικές προεκτάσεις και αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική πρόταση εξουσίας, τότε δεν αρκεί να περιγράφει το πρόβλημα. Οφείλει να εξηγήσει πώς θα το λύσει.
Μέχρι σήμερα ακούμε ότι το σύστημα είναι διεφθαρμένο, ότι η διαπλοκή κυριαρχεί και ότι η χώρα χρειάζεται κάθαρση.
Ωραία.
Πώς ακριβώς θα γίνει αυτό;
Με ποιες θεσμικές παρεμβάσεις;
Με ποιο νομοθετικό πλαίσιο;
Με ποιες αλλαγές στη Δικαιοσύνη;
Με ποια μέτρα για τη δημόσια διοίκηση;
Με ποια πολιτική για την οικονομία, την υγεία, την παιδεία, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική;
Διότι μια χώρα δεν κυβερνάται μόνο με το σύνθημα «να φύγει η διαφθορά».
Η πολιτική εμπιστοσύνη δεν είναι λευκή επιταγή
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι ότι η κυρία Καρυστιανού δηλώνει έτοιμη να παρουσιάσει πρόγραμμα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ήδη ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας εμφανίζεται έτοιμο να της δώσει πολιτική εμπιστοσύνη πριν το δει.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το παράδοξο.
Στη δημοκρατία η φυσιολογική σειρά είναι:
Πρώτα οι θέσεις.
Μετά η αξιολόγηση.
Και στο τέλος η ψήφος.
Όχι το αντίστροφο.
Γιατί διαφορετικά η ψήφος μετατρέπεται από πολιτική επιλογή σε πράξη συναισθηματικής ταύτισης.
Και η ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές ότι οι κοινωνίες που ψηφίζουν με το θυμικό αντί για τη λογική, συνήθως το πληρώνουν ακριβά.
Η Ελλάδα έχει ξαναζήσει το έργο
Η ελληνική κοινωνία έχει ακούσει πολλές φορές υποσχέσεις περί κάθαρσης.
Έχει ακούσει για νέες αρχές.Για νέο πολιτικό ήθος.
Για ρήξεις με το παλιό σύστημα.
Για ανατροπές που θα άλλαζαν τα πάντα.
Κάθε εποχή είχε τους δικούς της σωτήρες.
Το αποτέλεσμα όμως κρίθηκε πάντα από την ποιότητα του σχεδίου και όχι από την ένταση της καταγγελίας.
Η διαφορά ανάμεσα στον ακτιβισμό και τη διακυβέρνηση είναι τεράστια.
Η πρώτη απαιτεί να εντοπίσεις το πρόβλημα.
Η δεύτερη απαιτεί να μπορείς να διοικήσεις ένα κράτος.
Περιμένουμε το πρόγραμμα
Η κυρία Καρυστιανού έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει πολιτικό ρόλο.
Έχει κάθε δικαίωμα να παρουσιάσει τις ιδέες της και να ζητήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Έχει όμως και την υποχρέωση να καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις πριν ζητήσει αυτή την εμπιστοσύνη.
Μέχρι τότε, οι δημοσκοπήσεις, τα σενάρια, οι ενθουσιασμοί και οι συζητήσεις περί αυτοδυναμίας παραμένουν πολιτικές ασκήσεις επί χάρτου.
Γιατί η πραγματική πολιτική ξεκινά τη στιγμή που οι γενικές διακηρύξεις μετατρέπονται σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Και τότε θα φανεί αν έχουμε μπροστά μας μια ολοκληρωμένη πρόταση διακυβέρνησης ή ακόμη μία έκφραση της κοινωνικής οργής που αναζητά πολιτική στέγη.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους μεσσίες.
Χρειάζεται σχέδιο.
Και τα σχέδια παρουσιάζονται πριν ζητηθεί η ψήφος, όχι μετά.