Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν δεν προκαλεί μόνο γεωπολιτική αναταραχή, αλλά και τεράστιο οικονομικό κόστος.
Βαριά είναι η σκιά που αφήνει στη διεθνή οικονομία η πολεμική σύγκρουση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, η οποία ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένη έρευνα του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters, το κόστος για την παγκόσμια επιχειρηματικότητα εκτιμάται ήδη στα 25 δισεκατομμύρια δολάρια, με τον λογαριασμό να παρουσιάζει συνεχή αυξητική τάση.
Η ανάλυση των επίσημων εταιρικών ανακοινώσεων από εισηγμένους κολοσσούς σε Αμερική, Ευρώπη και Ασία αποτυπώνει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ προβλημάτων, καθώς ο επιχειρηματικός κόσμος έρχεται αντιμέτωπος με κατακόρυφη άνοδο των τιμών της ενέργειας και πλήρη αποδιοργάνωση των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Μέτρα έκτακτης ανάγκης από εκατοντάδες επιχειρήσεις
Η γεωπολιτική κρίση έχει αναγκάσει τουλάχιστον 279 μεγάλες εταιρείες να λάβουν άμεσα αμυντικά μέτρα για να απορροφήσουν τους κραδασμούς. Οι στρατηγικές αυτές περιλαμβάνουν από ανατιμήσεις προϊόντων και μειώσεις στην παραγωγική δραστηριότητα, μέχρι πάγωμα της διανομής μερισμάτων, αναστολή των προγραμμάτων επαναγοράς μετοχών και θέσεις προσωπικού σε καθεστώς αναστολής. Πολλές επιχειρήσεις επιστρατεύουν επιπλέον χρεώσεις καυσίμων ή στρέφονται προς τα κράτη αναζητώντας έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις. Η νέα αυτή αναταραχή έρχεται να προστεθεί στις πληγές που άφησαν η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία, με κορυφαία στελέχη, όπως ο διευθύνων σύμβουλος της Whirlpool, Μαρκ Μπίτζερ, να παρομοιάζουν την τρέχουσα βιομηχανική κάμψη με τις χειρότερες περιόδους της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Το «φράγμα» των 100 δολαρίων στο πετρέλαιο και η ασφυξία στις μεταφορές
Κεντρικός μοχλός της οικονομικής πίεσης αποτελεί ο έλεγχος και ο ουσιαστικός αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη ως απάντηση στις στρατιωτικές επιθέσεις. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε την τιμή του πετρελαίου σε άνοδο που ξεπερνά το 50%, σπάζοντας το φράγμα των 100 δολαρίων ανά βαρέλι. Η παράλυση αυτής της κρίσιμης θαλάσσιας διόδου προκαλεί σοβαρές ελλείψεις σε βασικές πρώτες ύλες και χημικά προϊόντα, πλήττοντας το ένα πέμπτο των εταιρειών που εξετάστηκαν παγκοσμίως. Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι επιχειρήσεις στη Μεγάλη Βρετανία και την Ευρώπη, οι οποίες υπέφεραν ήδη από το υψηλό ενεργειακό κόστος, καθώς και οι ασιατικές αγορές που εξαρτώνται άμεσα από τα καύσιμα της Μέσης Ανατολής.
- Διαβάστε επίσης:Το κόστος του πολέμου με το Ιράν πιέζει τις ΗΠΑ
Πρωταθλητές στις απώλειες οι αεροπορικές και οι βιομηχανικές εταιρείες
Ο κλάδος των αερομεταφορών έχει δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα, συσσωρεύοντας ζημιές ύψους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων εξαιτίας του σχεδόν διπλασιασμού της τιμής των αεροπορικών καυσίμων. Ωστόσο, το κύμα των αρνητικών επιπτώσεων επεκτείνεται ραγδαία και σε άλλους τομείς. Η αυτοκινητοβιομηχανία Toyota και ο κολοσσός καταναλωτικών αγαθών P&G έχουν ήδη προειδοποιήσει για απώλειες δισεκατομμυρίων, ενώ η βιομηχανία χημικών και ελαστικών προχωρά σε διαδοχικές αυξήσεις τιμών λόγω της εξάρτησής της από τα πετροχημικά της περιοχής. Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι το αυξημένο κόστος της βενζίνης περιορίζει δραματικά την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών με χαμηλότερα εισοδήματα, γεγονός που αναμένεται να τροφοδοτήσει περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Η αθέατη πλευρά της κρίσης και οι προβλέψεις για το δεύτερο εξάμηνο
Αν και τα εταιρικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου παρέμειναν ανθεκτικά, επιτρέποντας σε δείκτες όπως ο S&P 500 να καταγράψουν ιστορικά υψηλά, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η πραγματική ζημιά δεν έχει αποτυπωθεί ακόμη. Τα στοιχεία της FactSet δείχνουν ήδη καθοδική αναθεώρηση των περιθωρίων κέρδους για το δεύτερο τρίμηνο στους κλάδους της βιομηχανίας και της κατανάλωσης.
Αντίστοιχα, οικονομολόγοι της Goldman Sachs και της UBS εκτιμούν ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα βρεθούν σύντομα σε δεινή θέση καθώς λήγουν τα συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου, ενώ στην Ιαπωνία οι προβλέψεις για την κερδοφορία έχουν ήδη μειωθεί στο μισό. Η γενικότερη εκτίμηση των ειδικών συγκλίνει στο ότι η δυνατότητα των εταιρειών να μετακυλίουν τα βάρη στους καταναλωτές εξαντλείται, κάτι που θα φέρει στην επιφάνεια το πραγματικό μέγεθος του οικονομικού πλήγματος κατά το δεύτερο μισό του έτους.