Ο «πολιτικός σεισμός» στη Γαλλία και ο φόβος των άκρων

Ένα σενάριο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητο αρχίζει να απασχολεί σοβαρά τις Βρυξέλλες.

Το απόλυτο πολιτικό θρίλερ, που μέχρι πρότινος φάνταζε ως το πιο ακραίο σενάριο για την ευρωπαϊκή ελίτ, αρχίζει να αποκτά σάρκα και οστά στις Βρυξέλλες: μια αναμέτρηση για την προεδρία της Γαλλίας το επόμενο έτος, όπου και οι δύο μονομάχοι του δεύτερου γύρου θα προέρχονται από τα πολιτικά άκρα, εκφράζοντας βαθύ σκεπτικισμό απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

Καθώς η ακροδεξιά και η ριζοσπαστική αριστερά κερδίζουν διαρκώς έδαφος, οι δυνάμεις του γαλλικού κέντρου εμφανίζονται κατακερματισμένες και εγκλωβισμένες σε μια στείρα εσωτερική σύγκρουση, αδυνατώντας να ορθώσουν ένα ενιαίο ανάχωμα.

Σύμφωνα με το Politico, ο Ζορντάν Μπαρντελά της ακροδεξιάς «Εθνικής Συσπείρωσης» –του εθνικιστικού, αντιμεταναστευτικού κόμματος της Μαρίν Λεπέν– παραμένει εδώ και καιρό το μεγάλο φαβορί για τις εκλογές του 2027. Ωστόσο, τα παραδοσιακά κεντρώα κόμματα ήλπιζαν ότι θα κατάφερναν να βρουν έναν κοινό υποψήφιο ικανό να τον κερδίσει στον δεύτερο γύρο.

Αυτή η προοπτική αναχαίτισης του Μπαρντελά δέχεται πλέον ένα σοβαρό πλήγμα, καθώς η δυναμική της υποψηφιότητας του εκρηκτικού Ζαν-Λυκ Μελανσόν, ηγέτη της αριστερής «Ανυπότακτης Γαλλίας», ενισχύεται ραγδαία.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχει πλέον σοβαρές πιθανότητες να περάσει στον δεύτερο γύρο. Κάτι τέτοιο θα στερούσε από την εκλογική κούρσα την παρουσία ενός μετριοπαθούς κεντρώου υποψηφίου, ο οποίος θα μπορούσε να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους κατά της ακροδεξιάς στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ.

Ο Μελανσόν αντλεί μεγάλο μέρος της στήριξής του από την εργατική τάξη και τις κοινότητες μεταναστών, ενώ οι επικριτές του τον κατηγορούν για αντισημιτισμό και για «εκβάναυση» της πολιτικής ζωής. Αν και η πρόκρισή του στον δεύτερο γύρο το 2027 θα αποτελούσε τεράστια επιτυχία για τον ίδιο, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις προβλέπουν ότι σε ένα τέτοιο σενάριο θα έχανε με συντριπτική διαφορά από τον Μπαρντελά.

Αυτό το εκλογικό τοπίο έχει ήδη προκαλέσει κρύο ιδρώτα στο γαλλικό κέντρο.

«Πολλοί πιστεύουν ότι αν πρέπει να επιλέξουν μεταξύ της “Ανυπότακτης Γαλλίας” και της “Εθνικής Συσπείρωσης”… θα είναι ένας εφιάλτης. Και συμφωνώ» δήλωσε ο Εντουάρ Φιλίπ, ο συντηρητικός πολιτικός που θεωρείται ο επικρατέστερος υποψήφιος του παραδοσιακού χώρου για το Ελιζέ.

Από την πλευρά του, ο Ζεράλντ Νταρμανέν, υπουργός Δικαιοσύνης υπό τον φιλελεύθερο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, προειδοποίησε επίσης ότι ο Μελανσόν είναι πλέον ο βασικός αντίπαλος της ακροδεξιάς.

«Πρέπει να φοράει κανείς παρωπίδες για να μην το δει».

Οι δημοσκοπήσεις-σοκ

Την περασμένη εβδομάδα, δύο σφυγμομετρήσεις συγκλόνισαν την πολιτική σκηνή της Γαλλίας.

Η πρώτη, της εταιρείας Odoxa, έδειξε τον Μελανσόν να ισοψηφεί στη δεύτερη θέση, πίσω από τον Μπαρντελά, μαζί με τον κεντροδεξιό πρώην πρωθυπουργό Εντουάρ Φιλίπ.

Η δεύτερη δημοσκόπηση, από την Toluna-Harris Interactive, έδειξε ότι ο Μελανσόν προκρίνεται στον δεύτερο γύρο απέναντι στην ακροδεξιά, στην περίπτωση που υπάρξουν πολλοί υποψήφιοι στον χώρο του κέντρου, συμπεριλαμβανομένου του Φιλίπ και ενός άλλου πρώην πρωθυπουργού του Μακρόν, του Γκαμπριέλ Ατάλ.

Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη καμία ένδειξη ότι η προοπτική του αποκλεισμού από τον προεδρικό θώκο λειτουργεί ως το απαραίτητο «ηλεκτροσόκ» για το πολιτικό κέντρο, ώστε να αρχίσει να ενώνεται γύρω από έναν υποψήφιο αντί να διασπάται.

Ο κεντροδεξιός Φιλίπ βρίσκεται σε έναν έντονο ανταγωνισμό με τον Ατάλ, και κανένας από τους δύο δεν δείχνει διάθεση να υποχωρήσει.

«Ο ανταγωνισμός με τον Γκαμπριέλ Ατάλ θα μπορούσε να αποβεί μοιραίος», εξηγεί ο Μπρουνό Κοτρέ, πολιτικός αναλυτής του ινστιτούτου Sciences Po.

«Αν ο Ατάλ δεν αποσυρθεί μέχρι το φθινόπωρο, αυτό μπορεί να ανοίξει την όρεξη εκείνων στα αριστερά, οι οποίοι θα αρχίσουν να σκέφτονται ότι μπορούμε πραγματικά να φτάσουμε στον δεύτερο γύρο απέναντι στην ακροδεξιά».

Η ολική επαναφορά του Μελανσόν

Για τον Μελανσόν, οι εθνικές δημοσκοπήσεις σηματοδοτούν μια εντυπωσιακή επιστροφή, αφού πολλοί τον είχαν ξεγράψει μετά την ιδιαίτερα συγκρουσιακή εκστρατεία του στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν επανειλημμένα ότι ο 74χρονος ριζοσπάστης αριστερός είναι ένας από τους πιο αντιπαθείς Γάλλους πολιτικούς.

Ωστόσο, ο Μελανσόν έχει κερδίσει τον απρόθυμο θαυμασμό των αντιπάλων του για την ενεργητική του εκστρατεία, από τότε που ανακοίνωσε τον Μάιο ότι θα είναι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους.

Στις 7 Ιουνίου, οι υποστηρικτές της ριζοσπαστικής αριστεράς σχεδιάζουν μια επίδειξη ισχύος με συγκέντρωση στο Σεν Ντενί, ένα υποβαθμισμένο προάστιο βόρεια του Παρισιού, το οποίο κέρδισε η «Ανυπότακτη Γαλλία» στις τοπικές εκλογές.

«Είναι δύσκολο να μην παραδεχτεί κανείς ότι ο Μελανσόν έχει πιθανότατα καταλάβει καλύτερα από τον καθένα πώς μοιάζει μια σύγχρονη προεδρική εκστρατεία», έγραψε ο Στανισλάς Ριγκό, πρώην εκπρόσωπος του ακροδεξιού κόμματος «Reconquête» (Ανακατάληψη) του Ερίκ Ζεμούρ.

Η πιθανή μονομαχία μεταξύ του Μελανσόν και του Μπαρντελά της ακροδεξιάς (ή ίσως της Μαρίν Λεπέν, εάν της επιτραπεί τελικά να θέσει υποψηφιότητα) είναι κάτι που και τα δύο στρατόπεδα προσπαθούν να υπερτονίσουν.

Τα τελευταία χρόνια, ο Μελανσόν επιμένει επανειλημμένα ότι στο τέλος η μάχη θα είναι «εμείς εναντίον τους» απέναντι στην ακροδεξιά, καθώς τα παραδοσιακά κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα καταρρέουν. Στο άλλο άκρο του φάσματος, στελέχη της «Εθνικής Συσπείρωσης» αναφέρουν ότι ο Μπαρντελά είναι πεπεισμένος πως θα αντιμετωπίσει τον Μελανσόν ή κάποιον άλλον αριστερό υποψήφιο στον δεύτερο γύρο.

Στη Γαλλία, ο πρόεδρος εκλέγεται σε ψηφοφορία δύο γύρων, με τους δύο υποψηφίους που συγκεντρώνουν τα υψηλότερα ποσοστά στον πρώτο γύρο να περνούν στην τελική αναμέτρηση.

Τόσο η Λεπέν όσο και ο Μελανσόν επενδύουν σε αυτή τη σύγκρουση και έχουν ήδη αρχίσει τις αντιπαραθέσεις στο διαδίκτυο για την οικονομία και την ιδέα της αριστεράς περί μιας «νέας Γαλλίας» – μια έννοια που, σύμφωνα με την ακροδεξιά, φέρνει αντιμέτωπη μια νέα γενιά, πολλοί από τους οποίους έχουν μεταναστευτικό υπόβαθρο, με τους ανθρώπους παλαιότερης γαλλικής καταγωγής.

Εκτός κάδρου η μετριοπαθής Αριστερά

Για τη μετριοπαθή αριστερά, η άνοδος του Μελανσόν έχει σημάνει συναγερμό, δεδομένου ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να κερδίσει τα τρέχοντα φαβορί της ακροδεξιάς.

Πράγματι, οι δημοσκοπήσεις φέρνουν τον Μπαρντελά να συγκεντρώνει ποσοστό άνω του 70% σε μια μονομαχία δεύτερου γύρου με τον Μελανσόν. Η δημοσκόπηση της Toluna-Harris Interactive την περασμένη εβδομάδα έδειξε τον Μπαρντελά να κερδίζει τον Μελανσόν με 68%.

«Ο Μελανσόν θέλει να είναι ο βασιλιάς του νεκροταφείου της αριστεράς», δήλωσε στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας.

«Πρέπει πραγματικά να δραστηριοποιηθούμε».

Ωστόσο, η κεντροαριστερά δεν φάνηκε ποτέ πιο μακριά από τη συγκέντρωση των δυνάμεών της.

Τον περασμένο μήνα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα έφτασε στα πρόθυρα της κατάρρευσης, όταν το ένα τρίτο της ηγεσίας του αποχώρησε λόγω των εντάσεων μεταξύ του προέδρου του κόμματος Ολιβιέ Φορ και του βασικού συμμάχου του, Μπορίς Βαλό.

Ένας από τους ισχυρότερους διεκδικητές της προεδρίας για την αριστερά, ο ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλυκσμάν, προσπάθησε να ανακτήσει δυναμική την περασμένη εβδομάδα, με την παρουσίαση ενός βιβλίου και πολλαπλές συνεντεύξεις.

Έχει όμως αποδυναμωθεί από τις αμφιβολίες για τις ικανότητές του στην προεκλογική εκστρατεία, αλλά και από τη διαρροή στο Politico ενός εσωτερικού σημειώματος που πρότεινε ότι θα έπρεπε να αποφύγει τη στόχευση σε φτωχούς ψηφοφόρους.

Σύμφωνα με τον αναλυτή Μπρουνό Κοτρέ, ο οποίος έχει μελετήσει τις πολλαπλές προεδρικές εκστρατείες του Μελανσόν, ο ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς μπορεί μεν να πολώνει, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να απευθυνθεί και σε ένα ευρύτερο ακροατήριο.

«Ο Μελανσόν είναι αγαπητός στην αριστερά επειδή είναι οξύς, δεν κάνει παραχωρήσεις στον καπιταλισμό, αλλά υπάρχουν και άλλες πτυχές της προσωπικότητάς του: είναι γνώστης της ιστορίας και μπορεί να βλέπει τη γενικότερη εικόνα», σημειώνει ο Κοτρέ.

«Μαλακώνει την εικόνα του… ξέρει πώς να τρέξει μια προεδρική εκστρατεία».

Η πρόκληση για τον Φιλίπ

Όμως, δεν είναι μόνο η μετριοπαθής αριστερά που ανησυχεί για την έξαρση της δημοτικότητας του Μελανσόν. Η κεντροδεξιά βρίσκεται επίσης υπό απειλή.

Στις προεδρικές εκλογές του 2022, ο Μελανσόν συγκέντρωσε σχεδόν το 22% των ψήφων στον πρώτο γύρο. Αυτό το ποσοστό θα μπορούσε να αποδειχθεί άκρως ανταγωνιστικό. Στην τελευταία δημοσκόπηση της Odoxa, ο Μπαρντελά εμφανίζεται να κερδίζει τον πρώτο γύρο με 32%, ενώ ο Φιλίπ βρίσκεται στο 17% και ο Μελανσόν στο 16%.

Το πρόβλημα του Φιλίπ είναι ότι αναλώνει μεγάλο μέρος της ενέργειάς του για να αποκρούσει τον ανταγωνισμό από τον Μπρουνό Ρεταγιό, ηγέτη του συντηρητικού κόμματος «Οι Ρεπουμπλικάνοι», και τον κεντρώο Ατάλ, ο οποίος τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές.

Πρόσφατα, η αντιπαλότητα μεταξύ Φιλίπ και Ατάλ επικεντρώθηκε –κατά έναν μάλλον παράδοξο τρόπο– στο αν θα ήταν διατεθειμένοι να ανέβουν πάνω σε ένα τραπέζι για να υπερασπιστούν μια άποψη, και στο ποιος από τους δύο μοιάζει περισσότερο στον πρώην πρόεδρο Ζακ Σιράκ.

«Τα πράγματα είναι περίπλοκα στο πολιτικό κέντρο, επειδή οι ηγέτες του είναι πολύ απασχολημένοι με το να επιτίθενται ο ένας στον άλλον» δήλωσε πρόσωπο από το περιβάλλον του Μακρόν.

«Έχω ακούσει πολλά για το ποιοι είναι οι ίδιοι… και όχι αρκετά για τη χώρα ή για νέες ιδέες».

Υποστηρικτές του Ατάλ και του Φιλίπ αναφέρουν ότι οι δύο άνδρες –οι οποίοι διετέλεσαν πρωθυπουργοί υπό τον Μακρόν– θα καταλήξουν τελικά σε συμφωνία και θα ενωθούν πίσω από έναν κοινό υποψήφιο. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι συζητήσεις μπορεί να μην είναι τόσο απλές.

Σε ενημέρωση προς τους δημοσιογράφους την Πέμπτη, σύμβουλος του Ατάλ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ο ίδιος να παραμείνει στην κούρσα μέχρι τέλους, εάν η απειλή του Μελανσόν υποχωρήσει.

«Αυτό θα άλλαζε το παιχνίδι», ανέφερε ο σύμβουλος.

«Πρέπει να εργαστούμε με την παραδοχή ότι ίσως ο ένας ή ο άλλος δεν θα αποσυρθεί», δήλωσε σύμμαχος του Φιλίπ.

Με κάτι λιγότερο από έναν χρόνο να απομένει μέχρι τις προεδρικές εκλογές, υπάρχει ακόμη χρόνος για να γεφυρωθούν οι διαφορές. Στο μεταξύ, όμως, η ακροδεξιά και η ριζοσπαστική αριστερά εδραιώνουν την κυριαρχία τους στην προεκλογική κούρσα.