Σε ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα βρίσκεται η Σαουδική Αραβία, καθώς η προέλαση των Χούθι προς το Μπαμπ ελ Μάντεμπ αυξάνει την πίεση στο Ριάντ, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται απρόθυμος να εμπλέξει άμεσα τις αμερικανικές δυνάμεις στην Υεμένη.

Η επιθετική προέλαση των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη, σε συνδυασμό με τα αλλεπάλληλα χτυπήματα στις ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας και τη φανερή διάθεση των ΗΠΑ να κρατήσουν αποστάσεις, φέρνουν το Ριάντ αντιμέτωπο με αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της Μέσης Ανατολής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:Υεμένη: 1.400 άνθρωποι έφυγαν για το Τζιμπουτί μέσα σε 24 ώρες – Κλιμακώνεται η κρίση

Από τη Μόχα στο Στενό του Μπαμπ αλ-Μαντέμπ

Η κατάληψη της στρατηγικής σημασίας πόλης-λιμανιού της Μόχα και του νησιού Περίμ στην Ερυθρά Θάλασσα, άλλαξε άρδην τα δεδομένα στο πεδίο.

Οι Χούθι πέτυχαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους το Στενό του Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, έναν θαλάσσιο διάδρομο ζωτικής σημασίας από τον οποίο διέρχεται περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου.

Την ίδια στιγμή, η Σαουδική Αραβία δέχθηκε ισχυρό πλήγμα στην καρδιά της πετρελαϊκής της βιομηχανίας. Ο αγωγός East-West, ο οποίος μεταφέρει 5 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα προς την Ερυθρά Θάλασσα για να προσπεραστούν τα κλειστά Στενά του Ορμούζ, υποχρεώθηκε σε αναστολή λειτουργίας έπειτα από επίθεση με drones που προήλθαν από το Ιράκ.

Παρά το γεγονός ότι καμία οργάνωση δεν ανέλαβε επίσημα την ευθύνη, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέδειξε ευθέως την Τεχεράνη, επιβεβαιώνοντας τους φόβους που εξέφραζε το Ριάντ ήδη από τον προηγούμενο μήνα για συντονισμένα «πολλαπλά χτυπήματα» από ιρακινές πολιτοφυλακές σε συνεργασία με τους Χούθι.

¨ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:Χούθι: Προελαύνουν προς το Μπαμπ ελ Μάντεμπ – Σε κρίσιμο σταυροδρόμι ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία

Στο πεδίο, παρά τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό της Σαουδικής Αραβίας, οι Χούθι —μια οργάνωση που στο παρελθόν υποτιμήθηκε ως μια απλή «ατάκτως ερριμμένη πολιτοφυλακή»— απέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.

Έχοντας ενισχύσει τη δημοφιλία τους στην περιοχή μετά τα πλήγματα κατά του Ισραήλ στον απόηχο της 7ης Οκτωβρίου, συνδυάζουν τις δικές τους τοπικές επιδιώξεις με τη γεωπολιτική ατζέντα του Ιράν.

Την πρόθεσή τους για περαιτέρω κλιμάκωση κατέστησε σαφή ο Νασρ αλ-Ντιν Αμέρ, επικεφαλής του πρακτορείου ειδήσεων Saba που ελέγχεται από τους αντάρτες, υπογραμμίζοντας στο CNN ότι η οργάνωσή του θα συνεχίσει να ασκεί πίεση στο Ριάντ «μέχρι να σπάσουμε την άδικη πολιορκία που μας επιβλήθηκε από τον σαουδαραβικό εχθρό εδώ και 12 χρόνια».

Οι Χούθι απαιτούν πλέον τον τερματισμό του οικονομικού και αεροπορικού αποκλεισμού, την αναγνώριση του ελέγχου τους στη βόρεια Υεμένη, γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια και ρυθμιστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.

Η στάση των ΗΠΑ: «Το πρόβλημα είναι τοπικό»

Το πλέον καθοριστικό στοιχείο στην παρούσα κρίση είναι η στάση των ΗΠΑ. Όπως αποκαλύφθηκε από το Axios, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Ντόναλντ Τραμπ, ζητώντας αμερικανικά αεροπορικά πλήγματα για να ανακοπεί η προέλαση των Χούθι προς την Ερυθρά Θάλασσα.

Ο Τραμπ αρνήθηκε.

Για την αμερικανική διοίκηση, η διαμάχη στην Ερυθρά Θάλασσα αντιμετωπίζεται ως περιφερειακή υπόθεση που αφορά τους «ντόπιους» και όχι ως άμεση προτεραιότητα των ΗΠΑ, σε αντίθεση με το μέτωπο του Ιράν που συνδέεται με την εγχώρια πολιτική ατζέντα και τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέφερε χαρακτηριστικά πως οι ίδιοι οι Χούθι επικοινώνησαν με τη διοίκησή του, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν επιθυμούν αμερικανική εμπλοκή.

«Θα προτιμούσαν να μην εμπλακούμε και επιτρέπουν στα περισσότερα πλοία να διέρχονται. Υπάρχει μόνο μία χώρα με την οποία δεν είναι πολύ ικανοποιημένοι, και θα το διευθετήσουμε αυτό».

Αντί για αεροπορικές επιδρομές, οι ΗΠΑ περιορίστηκαν στην αποστολή περίπου 100 στρατιωτικών συμβούλων στη Σαουδική Αραβία αποκλειστικά για την παροχή πληροφοριών.

Ωστόσο, ο Ναουάφ Ομπέιντ, ανώτερος ερευνητής στο King’s College του Λονδίνου και πρώην σύμβουλος της σαουδαραβικής κυβέρνησης, διευκρίνισε τη θέση του Ριάντ σημειώνοντας στο CNN ότι «το αίτημα της Σαουδικής Αραβίας δεν ήταν ποτέ για αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές, αλλά μόνο για παροχή πληροφοριών», συμπληρώνοντας όμως με νόημα πως «μέχρι σήμερα, αυτή η υποστήριξη παρέμεινε περιορισμένη».

Το δίλημμα του Ριάντ

Απέναντι σε αυτή την πίεση, η Σαουδική Αραβία επιδεικνύει μια προσεκτική στάση, έχοντας εξαντλήσει τη «στρατηγική υπομονή» της.

Σε ανακοίνωσή του για την επίθεση στον αγωγό East-West, το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας κράτησε μια προσεκτική αλλά προειδοποιητική γραμμή: «Το Βασίλειο επέλεξε να μην απαντήσει σε αυτό το στάδιο και να υποστηρίξει τις προσπάθειες της ιρακινής κυβέρνησης, αλλά διατηρεί το δικαίωμα να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της κυριαρχίας του».

Τα περιθώρια χειρισμών για το Ριάντ είναι στενά. Ο Μοχάμεντ Αλ-Μπάσα, ειδικός σε θέματα Υεμένης και σύμβουλος κινδύνου στην Ουάσινγκτον, υπογράμμισε στο CNN ότι η κατάσταση είναι οριακή.

«Οι Σαουδάραβες δέχονται επίθεση από τους Χούθι και την Ιρακινή Ισλαμική Αντίσταση — δεν έχουν επιλογή. Θα μισούσα να βρίσκομαι στη θέση τους».

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι μια πολιτική υποχώρηση και αποδοχή των απαιτήσεων των Χούθι θα ήταν υπερβολικά δαπανηρή, σημειώνοντας ότι «ουσιαστικά πρόκειται για παράδοση».

Τις σοβαρές παρενέργειες μιας στρατιωτικής επιλογής σημείωσε η Τσίντζια Μπιάνο, αναλύτρια στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR).

Όπως εξήγησε στο CNN, αν το Ριάντ αποφασίσει να τα παίξει «όλα για όλα», κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν ατέρμονο πόλεμο, παρόμοιο με αυτόν που μετέτρεψε την Υεμένη σε ανθρωπιστική κρίση με 22 εκατομμύρια ανθρώπους να έχουν ανάγκη βοήθειας.

Παράλληλα, η Μπιάνο προειδοποίησε ότι μια τέτοια κλιμάκωση θα παρέσυρε το Ιράν, τονίζοντας πως «θα ήταν δύσκολο τότε να περιοριστεί η σύγκρουση ως μια αμιγώς υεμενίτικη υπόθεση, αλλά ως ένα κεφάλαιο του ευρύτερου πολέμου ΗΠΑ-Ιράν, στον οποίο η Σαουδική Αραβία θα βρισκόταν πλέον στο πλευρό των ΗΠΑ».

Και μάλιστα τη στιγμή που ο Τραμπ «δεν είναι σε θέση να διπλασιάσει τη δέσμευσή του στην περιοχή σε αυτή την πολιτική συγκυρία».

Από την άλλη πλευρά, ο Σαουδάραβας γεωπολιτικός αναλυτής Σαλμάν Αλ-Ανσάρι προανήγγειλε άμεσες εξελίξεις στο πεδίο: «Η στρατιωτική εκστρατεία της κυβέρνησης της Υεμένης βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και αναμένω να ενταθεί σημαντικά τις επόμενες ημέρες ή ώρες. Ενδέχεται επίσης να δούμε μεγάλες εκπλήξεις σε πολλαπλά μέτωπα».

Ο Αλ-Ανσάρι ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι το Ριάντ δεν θα ξεκινήσει ολοκληρωτικό πόλεμο χωρίς διεθνή στήριξη, προσθέτοντας ότι η διεθνής κοινότητα έκανε σοβαρό λάθος που αγνόησε τις προηγούμενες προειδοποιήσεις και «τώρα οφείλει να διορθώσει την πορεία της και να υποστηρίξει πλήρως την απελευθέρωση της Υεμένης».

Η «ανεξάρτητη» αρχιτεκτονική ασφαλείας και η νέα πραγματικότητα

Η παρούσα κρίση δοκιμάζει στην πράξη τη νέα στρατηγική που οικοδομεί ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν τα τελευταία χρόνια.

Από το 2021, το Ριάντ επιχείρησε να μειώσει την εξάρτησή του από την Ουάσινγκτον: τερμάτισε τον αποκλεισμό του Κατάρ, αποκατέστησε διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν, προσέγγισε την Τουρκία και υπέγραψε αμυντικό σύμφωνο με το Πακιστάν, το οποίο εξελίχθηκε σε τριμερή συμμαχία με τη συμμετοχή της Τουρκίας.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, υπήρξε από τους κύριους εκφραστές αυτής της ιδέας, τονίζοντας την ανάγκη για ένα ανεξάρτητο πλαίσιο ασφαλείας στην περιοχή.

Ωστόσο, η συμμαχία αυτή δεν διαθέτει ακόμα κοινή στρατιωτική ισχύ ικανή να αντιμετωπίσει την πρόκληση των Χούθι.

Το γεγονός ότι ο Μπιν Σαλμάν κατέφυγε ξανά στον Τραμπ αποδεικνύει ότι η αμερικανική ομπρέλα παραμένει, προς το παρόν, απαραίτητο στήριγμα.

Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ αφαιρεί από τη Σαουδική Αραβία την πολυτέλεια της αμερικανικής κάλυψης, υποχρεώνοντάς την να πάρει αποφάσεις υψηλού ρίσκου και να διαχειριστεί μόνη της το μέτωπο.

Εάν το Ριάντ επιλέξει τελικά τη διπλωματική οδό αντί της κλιμάκωσης, θα κληθεί να αποδεχθεί την πραγματικότητα που έχουν επιβάλει οι αντάρτες στο πεδίο.

Όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του Νασρ αλ-Ντιν Αμέρ, μια τέτοια συμφωνία απαιτεί την ικανοποίηση των βασικών αιτημάτων των Χούθι: τον τερματισμό του 12ετούς αποκλεισμού, την αναγνώριση του ελέγχου τους στη βόρεια Υεμένη και την παροχή οικονομικής βοήθειας.

Ωστόσο, μια τέτοια υποχώρηση συνεπάγεται βαρύ πολιτικό κόστος.

Όπως υπογράμμισε ο αναλητής Μοχάμεντ Αλ-Μπάσα, η πλήρης αποδοχή αυτών των όρων από το Ριάντ «θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με παράδοση», αφήνοντας παράλληλα υπό τον έλεγχο των ανταρτών στρατηγικά σημεία όπως η Μόχα και το νησί Περίμ.

Ελευθερία επιλογών

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αφήσει τη Σαουδική Αραβία να διαχειριστεί μόνη της το μέτωπο της Υεμένης λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων.

Εάν το Ριάντ επιλέξει έναν αυτόνομο διπλωματικό δρόμο με τους Χούθι, θα διαχωρίσει τη διαμάχη της Υεμένης από τον ευρύτερο πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν, εξασφαλίζοντας τουλάχιστον τη μεταφορά του πετρελαίου του μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.

Μια τέτοια εξέλιξη θα επιταχύνει αυτό που η Σαουδική Αραβία προετοιμάζει εδώ και χρόνια: την οικοδόμηση μιας αυτόνομης περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Αντί η Ουάσινγκτον να ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού, τα κράτη της Μέσης Ανατολής θα διαμορφώνουν πλέον τις δικές τους ισορροπίες, διαβρώνοντας σταδιακά τον ρόλο των ΗΠΑ ως του μοναδικού και απαραίτητου εγγυητή ασφαλείας στην περιοχή.

Με πληροφορίες από: CNN, Haaretz

Από geoathanas

Απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.