Ποιος ωφελείται από την στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης;

Τελευταία παρατηρείται κατακόρυφη αύξηση των δηλώσεων πολιτικών ηγετών, καθώς και ανώτατων κυβερνητικών και στρατιωτικών αξιωματούχων περί της ανάγκης πολεμικής προπαρασκευής των ευρωπαϊκών χωρών και λαών. Ο εχθρός είναι προφανής και δεν είναι άλλος από τη Ρωσία.

Εάν πιστέψει κανείς τις δηλώσεις τους, ο Πούτιν μοιάζει με τον Δαρείο, ο οποίος μετά την καταστολή της Ιωνικής Επανάστασης είχε διατάξει ένα δούλο να του ψιθυρίζει: «Δέσποτα, μέμνησο των Αθηναίων!».

Σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα, ο Ρώσος πρόεδρος μετά τη λήξη του πολέμου και αφού μεσολαβήσει ένα χρονικό διάστημα για την ανασυγκρότηση – επανεξοπλισμό του στρατού του που κυμαίνεται από δύο έως πέντε χρόνια, θα επιτεθεί για να τιμωρήσει ή κατακτήσει τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες βοήθησαν την Ουκρανία. Είναι όμως έτσι;

Πώς εξηγείται η αποδοχή του καθεστώτος Πούτιν;

Αρχικά να γίνει ξεκάθαρο ότι στην περίπτωση της Ουκρανίας υπάρχει κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τη μεριά της Ρωσίας. Όμως, εξ’ όσων είναι ιστορικώς γνωστά, τα ισχυρά κράτη ποτέ δε σεβάστηκαν το διεθνές δίκαιο ή ηθικούς και θρησκευτικούς κανόνες, όταν έκριναν ότι έπρεπε να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Μπορεί να τους χρησιμοποιούσαν ως επιχείρημα για να δικαιολογήσουν τη δράση ή αδράνειά τους, αλλά όχι ως βάση των ενεργειών τους. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ρωσικές ηγεσίες υπέμειναν τα προηγούμενα χρόνια την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, λόγω αδυναμίας από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ.

Ο Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία διότι στο μεσοδιάστημα είχε βελτιώσει τους παράγοντες ισχύος της χώρας του και επιτύχει την κοινωνική αποδοχή του καθεστώτος και των ενεργειών του. Στις δυτικές χώρες, ο Ρώσος Πρόεδρος παρουσιάζεται ως ένας αυταρχικός ηγέτης με τάσεις μεγαλομανίας, ο οποίος δεν ανέχεται καμία αμφισβήτηση της εξουσίας του και εμφορείται από μεγαλοϊδεατισμό. Αναφορικά με την αυταρχικότητα του καθεστώτος, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι είναι.

Πώς όμως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά στην παρούσα φάση, εάν ληφθεί υπόψη ότι η ρωσική κοινωνία δεν έχει καμία εμπειρία από τους θεσμούς της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δυτικού τύπου; Επιπρόσθετα, το άνοιγμα στη δημοκρατία που επιχειρήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, συνδέθηκε με την κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάρρευση, τη λεηλασία της χώρας από το δυτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο, την ανάδυση μιας εγχώριας κλεπτοκρατίας με χαρακτηριστικά «robber barons» και την απώλεια ισχύος.

Για έναν περήφανο λαό, όπως ο ρωσικός, το να βλέπει τις κόρες και τις γυναίκες του να εκπορνεύονται για λίγα δολάρια και τα αγόρια του να ξενιτεύονται για μισθούς πείνας και να εμπλέκονται στο οργανωμένο έγκλημα, ήταν σίγουρα ένα μεγάλο πλήγμα στο ηθικό του. Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί η συνεχιζόμενη αποδοχή του καθεστώτος Πούτιν.

Η Ρωσία και η στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης

Ο Ρώσος Πρόεδρος κυβερνάει αδιάλειπτα με διάφορες ιδιότητες από το 2000, άρα αρκετό διάστημα για να αναπτύξει την υψηλή στρατηγική του. Έχει αποδείξει ότι δρα ορθολογικά εντός του υφιστάμενου διεθνούς συστήματος και οι κινήσεις του είναι προσεκτικά υπολογισμένες. Ταυτόχρονα είναι αποφασισμένος να κάνει χρήση του στρατιωτικού εργαλείου όταν κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί τα ρωσικά εθνικά συμφέροντα, όπως τα ορίζει αυτός και η ηγετική ομάδα που τον πλαισιώνει.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ερμηνευθούν οι άμεσες επεμβάσεις των Ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Τσετσενία, στη Γεωργία (Νότια Οσετία) και στη Συρία και οι έμμεσες μέσω της Βάγκνερ στην Αφρική. Εάν οι Ρώσοι ηγέτες επί κομμουνισμού είχαν και μία ιδεολογική διάσταση στην εξωτερική πολιτική τους, η παρούσα ηγεσία διέπεται από πραγματισμό και δεν προσπαθεί να ανατρέψει το υπάρχον status quo, αλλά να το εκμεταλλευθεί προς όφελός της. Έτσι, δε διαφέρει από τους Ευρωπαίους ηγέτες του Ancient Regime.

Αναφορικά με την απειλή που συνιστά η ρωσική εξωτερική πολιτική για τους γείτονές της, θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα cui bono, από τον εξοβελισμό της Ρωσίας από την ευρωπαϊκή ισορροπία ισχύος και την στρατιωτικοποίηση των κοινωνιών. Πέρα από την προφανή απάντηση «οι ΗΠΑ», υπάρχουν και άλλοι. Ένας ωφελημένος είναι οι στρατιωτικές ηγεσίες, οι οποίες μετά από δεκαετίες παραμέλησης και απαξίωσης, βλέπουν την κοινωνική και πολιτική επιρροή τους να αυξάνονται.

Όπως οι Γερμανοί στρατιωτικοί στήριξαν τον Χίτλερ στην προσπάθειά του να ανατρέψει τις στρατιωτικές πρόνοιες της Συνθήκης των Βερσαλλιών, έτσι και οι σύγχρονοι ομόλογοί τους επικροτούν σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες των πολιτικών – επιχειρηματικών ελίτ για τον επανεξοπλισμό των χωρών τους. Αυτός θα δημιουργήσει ευκαιρίες προαγωγών, ανανέωσης των οπλικών συστημάτων και υποδομών, επικερδείς θέσεις σε διοικητικά συμβούλια εταιρειών μετά την αποστρατεία τους, κύρος που εξαργυρώνεται με πολιτικές ή διοικητικές θέσεις, κλπ. Άλλοι ωφελημένοι από τη στροφή των κοινωνιών είναι οι πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ. Οι τελευταίες κατέχουν πλέον το μεγαλύτερο μέρος των έντυπων και ηλεκτρονικών ΜΜΕ, καθώς και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η δημιουργία ενός αφηγήματος “πειθάρχησης”

Άρα ελέγχουν τι μεταδίδεται (ή αποκρύπτεται) και πώς. Με δεδομένη την τάση αποσύνθεσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, λόγω της απίσχνανσης της μεσαίας τάξης, της ανόδου δικαιωματικών κινημάτων και της αθρόας μετανάστευσης, η παρουσίαση των Ρώσων ως κοινών εχθρών, ευνοεί τη δημιουργία ενός αφηγήματος συσπείρωσης και πειθάρχησης. Οι ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες μπορούν ευκολότερα να περισταλούν ή να αναιρεθούν, με την επίκληση μιας κοινωνίας πολέμου. Να διευκρινιστεί ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ «ελευθερίας» και «δικαιώματος». Η πρώτη είναι υπαρξιακή κατάσταση, ενώ το δεύτερο παραχωρείται από την εξουσία στον πολίτη ή υπήκοο. Αμφότερα όμως απαιτούν αγώνα για να κατακτηθούν και να διατηρηθούν.

Η μορφή του αναδυόμενου «θαυμαστού νέου κόσμου» θα προσομοιάζει με αυτή του Οργουελιανού 1984. Η τάση αυτή ξεκίνησε μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και επιταχύνθηκε με το πρόσχημα ελέγχου της πανδημίας COVID – 19 και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι τεχνολογικές πρόοδοι με την ανάπτυξη των εργαλείων της τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης, σε συνδυασμό με την ψηφιοποίηση της οικονομίας, επιτρέπουν πλέον τον έλεγχο και την εξάρτηση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων ή λαών από κρατικές, υπερκρατικές ή ιδιωτικές οντότητες. Η πρόταξη του εργαλείου του Φόβου, σε συνδυασμό με την υπερπροβολή των ατομικών δικαιωμάτων εις βάρος των κοινωνικών, με την ταυτόχρονη απαξίωση των «μεγάλων αφηγημάτων» και των ανθρωπιστικών σπουδών, καθιστούν τις κοινωνίες διασπασμένες, εύκολα χειραγωγήσιμες και «πνευματικά ευνουχισμένες».

Ταυτόχρονα, με επίκληση στην ανάγκη μετάβασης σε οικονομία πολέμου, μπορούν να περισταλούν ή να ακυρωθούν εργασιακά κεκτημένα και κοινωνικές δαπάνες. Προκειμένου να διατηρείται μία σχετική εργασιακή ειρήνη δημιουργείται μία μεταμοντέρνα μορφή του κορπορατιστικού κράτους της δεκαετίας του ’30. Έτσι εξηγούνται τα διάφορα επιδόματα, όπως market pass, ενοικίου, διακοπών, κλπ. Ενώ παρουσιάζονται ως μέριμνα για τους πιο αδύνατους, αποκρύπτεται ότι σε ένα πραγματικά δίκαιο και δημοκρατικό κράτος θα δημιουργούνταν ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ώστε να είναι αχρείαστες αυτές οι παροχές.

Το γεωπολιτικό μέλλον της Ευρώπης

Έχοντας πει τα παραπάνω, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν απειλές για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και πρέπει να συνεχισθεί ο αφοπλισμός της Ευρώπης. Η ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων και η εξασφάλιση αποτρεπτικής ικανότητας είναι condicio sine qua non για να μπορούν οι χώρες της ΕΕ να υπάρχουν ως αυτόνομοι γεωπολιτικοί δρώντες. Αναφορικά με τη Ρωσία θα πρέπει να υπάρξει μία νέα «Γιάλτα», όπου θα καθοριστούν αμοιβαία αποδεκτά όρια. Από τη μία πλευρά θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι οποιαδήποτε περαιτέρω επιθετικότητα σε χώρες του ΝΑΤΟ ή γειτονικές δεν πρόκειται να γίνει ανεκτή και θα αντιμετωπισθεί ενόπλως.

Από την άλλη πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι ανησυχίες ασφαλείας της Ρωσίας. Ένας τρόπος είναι να υπάρξει δέσμευση ότι σταματάει οριστικά η περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ και δεν πρόκειται να εγκατασταθούν στις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ρουμανία και την Φινλανδία οπλικά συστήματα με βεληνεκή ικανά να πλήξουν τα κύρια αστικά κέντρα της δυτικής Ρωσίας. Οι Ουκρανία, Αρμενία, Γεωργία και Αζερμπαϊτζάν θα απέχουν από ένταξη σε αμυντικούς οργανισμούς που χαρακτηρίζονται απειλή από τη Ρωσία και για να ενταχθούν θα απαιτείται η έγκρισή της. Παράλληλα, η ΕΕ θα μπορεί να αναπτύξει με τις εν λόγω χώρες οποιαδήποτε μορφή οικονομικής, πολιτικής ή όποιας άλλης συνεργασίας επιθυμεί, πλην στρατιωτικής.

Στην πραγματικότητα οι απειλές στην ΕΕ (με εξαίρεση τις Ελλάδα και Κύπρο) προέρχονται από το εσωτερικό των κοινωνιών και όχι από κάποιον εξωτερικό εισβολέα. Δεν είναι τα άρματα μάχης που λείπουν, αλλά η κοινωνική και πολιτισμική συνοχή. Δεν απουσιάζουν οι άνδρες και οι γυναίκες που θα στελεχώσουν τις ένοπλες δυνάμεις των χωρών τους, αλλά το όραμα και η πίστη ότι συμμετέχουν σε μία κοινωνία και έναν τρόπο ζωής που αξίζουν να υπερασπιστούν έστω και με κίνδυνο της ζωής τους. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία των ανωτέρω, αρκεί να ειπωθεί ότι στη συλλογική μνήμη ημών των Ελλήνων έχει μείνει το χαμόγελο στα πρόσωπα των παππούδων ή προ-παππούδων μας όταν έφευγαν για το μέτωπο την 28η Οκτωβρίου 1940.

Σε όσους φαίνεται ακατανόητο 84 χρόνια μετά, δεν έχω παρά να τους προτρέψω να διαβάσουν την εισαγωγή από το βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, “Προαγγελία θυελλωδών ανέμων – Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής”. Το εν λόγω απόσπασμα, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να αποτελεί μέρος της διδακτέας ύλης των σχολείων, ως δείγμα των όσων μπορούν να καταφέρουν οι Έλληνες και κατ’ επέκταση οι λαοί, όταν είναι ενωμένοι σε έναν κοινό σκοπό και νιώθουν πραγματικοί ιδιοκτήτες της πατρίδας τους.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.