«Η κανονικότητα είναι ένας πλακόστρωτος δρόμος. Είναι άνετος για να περπατάς σ’ αυτόν αλλά δεν φυτρώνουν λουλούδια», Vincent van Gogh

Η λέξη κανονικότητα που παλιότερα σύχναζε σε κείμενα και διαλόγους κοινωνιολόγων, ιδιαίτερης μάλιστα σχολής, γνωρίζει τελευταία μεγάλες δόξες στο λεξιλόγιο πολλών πολιτικών προσώπων, επίσης ιδιαίτερης σχολής. Η αλήθεια είναι πως η πολιτική χρήση της έννοιας «κανονικότητα» δεν εμφανίζεται μετά τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου, αλλά μερικά χρόνια πιο πριν. Συγκεκριμένα εμφανίστηκε όταν η χώρα σφάδαζε στους κλυδωνισμούς που προκάλεσε η κρίση και κάποιοι προσδοκούσαμε να βγούμε απ’ αυτήν. Αυτή την έξοδο αποκαλούσαν αρκετοί «κανονικότητα». Είναι επίσης αλήθεια ότι η πολιτική χρήση της έννοιας «κανονικότητα» ήταν μάλλον συχνότερη στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος εν σχέσει με αυτή στην οποία κατοικοεδρεύει περισσότερο μετά την 7η Ιουλίου.

Ωστόσο, το σημαντικότερο δεν είναι η στατιστική ή η  πολιτική γεωγραφία της έννοιας «κανονικότητα», αλλά η σημασία της. Κι αυτή δεν είναι μια και σταθερή. Ακόμα κι αν ως κανονικότητα στη σύγχρονη πολιτική της χρήση ορίζαμε την έξοδο από την κρίση, δεν είναι δεδομένο τι ακριβώς σημαίνει, πέρα από τη την σταθερή επανάληψη ορισμένων καταστάσεων, οικονομικών πολιτικών κ.λπ. σχέσεων και συμπεριφορών. Για παράδειγμα, επιστροφή στην κανονικότητα ως έξοδο από την κρίση για κάποιους σήμαινε τη σταθερή λειτουργία της χώρας χωρίς τη φτωχοποίηση που επέσυραν τα προγράμματα στήριξης και που εν κατακλείδι συνοδεύτηκαν αναπόδραστα από την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (λ.χ. τουριστικές υποδομές και συνοδές αυτών υποδομές), καθώς και σημαντικών πόρων της χώρας (λ.χ. ενέργεια,) σε κρατικές και ιδιωτικές εταιρείες των χωρών των δανειστών, και χωρίς την τριτοκομικοποίηση των εργασιακών σχέσεων με την ευρύτερη τους έννοια. Για άλλους σήμαινε ακριβώς το αντίθετο.

Αλλά αν πάμε πιο πέρα από την πολιτική-οικονομική διάσταση στη χρήση της έννοιας, οι διαφορές στη σημασία της γίνονται, μάλλον, χαώδεις. Για κάποιους κανονικότητα λ.χ. σε ότι αφορά το σχήμα της οικογένειας σημαίνει την παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια (δυο γονείς και δυο παιδιά, συνήθως διαφορετικού φύλου). Όμως με την εξέλιξη (της τεχνολογίας, του βαθμού ελευθερίας των ατόμων, των νοοτροπιών κ.λπ.) οι κοινωνίες έγιναν πιο πολύπλοκες, με αποτέλεσμα εδώ και πολλά χρόνια, ιδιαίτερα σε κάποιες χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Μ. Βρετανία κ.λπ. ολοένα αυξανόμενο ποσοστό οικογενειών να έχει διαφορετικό σχήμα. Μονογονεϊκές οικογένειες,  σύνθετες (ζευγάρια με προηγούμενους γάμους που έχουν μαζί και τα παιδιά από αυτούς), ομοφυλοφιλικές, οικογένειες στις οποίες το ζευγάρι δεν έχει τελέσει γάμο ούτε και πρόκειται, οικογένειες των οποίων τα μέλη κατοικούν σε διαφορετικά σπίτια ακόμα και στην ίδια πόλη, ακόμα και ζευγάρια κοκ.  Τι από όλα αυτά λοιπόν είναι κανονικότητα; Προφανώς κάθε ένας θεωρεί κανονικότητα το δικό του σχήμα οικογένειας. Κι αν κάποιος συντηρητικός νους ανατρέξει στα στατιστικά στοιχεία διαφόρων χωρών αναφορικά με το θέμα, πιθανόν να φωνάξει ή να αναθέσει σε εκείνους που φωνάζουν, κι ακόμα περισσότερο σε εκείνους που αποφασίζουν, να «χωρέσουν» τους «άλλους» στην «κανονικότητα».

Αν μιλάμε για τη σχέση μας με τη θρησκεία, σε διάφορους, ιδιαίτερα σε ολοπαγείς, θεσμούς όπως το σχολείο, ο στρατός κ.λπ.,  κανονικότητα θεωρείται η τοποθέτηση ορθόδοξων εικόνων σε εμφανή σημεία, η τακτική τέλεση του σχετικού τελετουργικού (προσευχή, εκκλησιασμός κ.λπ.) ή ακόμα περισσότερο η κατήχηση (όπως ευφημιστικά λέγεται ο προσηλυτισμός).

Έλα όμως που ζούμε σε μια εποχή μετακίνησης τεράστιων μαζών πληθυσμών. Η μια πτυχή της είναι οι προσφυγικές ροές, άμεσο αποτέλεσμα των άγριων πολεμικών θεάτρων που έστησε ή υπέθαλψε η Δύση, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Κι αν κάποιος έχει αμφιβολία δεν έχει παρά να διαβάσει λ.χ. τη «Νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας» (New Strategy for National Security), του Λευκού Οίκου, έκδοσης του 2006.

Η άλλη πτυχή της είναι οι μεταναστευτικός ροές, αποτέλεσμα αφενός της τεράστιας οικονομικής ανισότητας Βορρά – Νότου και Δύσης – Ανατολής. Αφετέρου προστίθενται σταδιακά και οι κλιματικοί πρόσφυγες. Εκείνοι που δεν μπορούν να κατοικούν ή να διατρέφονται ή να ζουν αξιοπρεπώς  πλέον ως αποτέλεσμα της κλιματικής κρίσης.  Α προπό, την κλιματική κρίση θα την εκμεταλλεύονται ολοένα και περισσότερο οι διάφορες κατηγορίες επιχειρήσεων με το δικό τους γνώριμο τρόπο, αλλά πρωτίστως εκείνοι που την προκάλεσαν, με το ίδιο κίνητρο και στις δυο περιπτώσεις- τη συσσώρευση κερδών. Τέλος, μια τέταρτη μορφή μετακίνησης πληθυσμών παρατηρείται, από τη Δύση προς την Ανατολή. Από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ λ.χ. προς την Κίνα, την Ινδία και τις ανερχόμενες οικονομίες της Ασίας, στις οποίες μετατοπίζεται το κέντρο που παγκόσμιου καπιταλισμού.

Ας αναρωτηθούμε τι σημαίνει κανονικότητα με δεδομένα αυτά τα ποτάμια των μετακινήσεων για τις θρησκευτικές συνήθειες που επικρατούσαν σε μια χώρα, ή ακόμα και για τους γλωσσικούς τύπους που χρησιμοποιούσαν (εννοείται δεν μιλώ για αντικατάσταση γλώσσας αλλά για επιτάχυνση της αλλαγής της), και πολλά άλλα πολιτιστικά στοιχεία. Προφανώς σημαίνει πολλά πράγματα. Για κάποιους σημαίνει την επιστροφή στην παλιά μονο-πολιτισμική μορφή των κρατών. Για άλλους σημαίνει τη ρύθμιση της διαμορφούμενης κατάστασης (λ.χ. ένταξη των νέων πληθυσμών). Για κάποιους τρίτους σημαίνει την πολιτιστική ενσωμάτωση αυτών των πληθυσμών (απανταχού, όχι μόνο στην ΕΕ αλλά λ.χ. και στην Κίνα), ενώ για κάποιους τέταρτους κάτι διαφορετικό. Αλλά αν ως κανονικότητα εννοείται η επιστροφή στη πολιτισμική «μονοκαλλιέργεια», τότε α) κάτι τέτοιο μόνο μεγάλης κλίμακας καταπιεστικές πολιτικές μπορεί να συμβεί (αν συμβεί) ενώ ταυτόχρονα β) εξασθενίζει αυτό ακριβώς αυτό που επιδιώκει να προστατεύσει, δηλαδή την εθνική ταυτότητα, καθώς θα αποβάλλει διαρκώς από την εθνική κοινότητα όσους δεν ασπάζονται το επίσημο θρησκευτικό δόγμα (ο αριθμός των οποίων βαίνει μειούμενος και τα ταυτόχρονα γίνονται περισσότερο σκληροπυρηνικοί ή και φανατικοί), τον παραδοσιακό γλωσσικό τύπο, ενδυμασία, διατροφή κοκ.

Και μιας και μιλήσαμε για κανονικότητα και εθνικό κράτος, ας θίξουμε και μια άλλη παράμετρό της. Παλιότερα «κανονικότητα» σε ότι αφορά την ιδιότητα του πολίτη, που συνεπαγόταν δικαιώματα και υποχρεώσεις, ήταν η εθνικότητα, που έπαιρνε κατά κανόνα με τη γέννηση (και σπάνια λόγω μετοίκισης), σε συνδυασμό με τον τόπο κατοικίας στα δυσδιάβατα τότε γεωγραφικά εθνικά σύνορα, ιδιαίτερα του διπολικού ψυχροπολεμικού κόσμου. Όμως κι αυτό το δεδομένο έχει πάψει προ πολλού να ισχύει και αυτά τα δυο, δηλαδή η εθνικότητα συνδέεται όλο και λιγότερο με τον τόπο κατοικίας. Μεγάλοι αριθμοί πληθυσμών μετακινούνται από εθνικό κράτος σε άλλο, λ.χ. εντός της ΕΕ. Από τη Βουλγαρία, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού,  μετακινήθηκε σε άλλες χώρες, κυρίως ευρωπαϊκές, περίπου το 1/3 των κατοίκων. Το ίδιο έγινε στην Αλβανία.  Κάτι ανάλογο αν και σε μικρότερους αριθμούς συνέβη στην Πολωνία και τη Ρουμανία. Δεν έχει μετρηθεί ακριβώς αλλά υπολογίζεται ότι μέχρι τώρα πάνω από μισό εκατομμύριο Έλληνες έφυγαν για να ξεφύγουν από την κρίση.

Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι μεγάλοι αριθμοί πληθυσμών παύουν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους (φορολογία, στρατιωτική θητεία κ.λπ.) που συνοδεύουν άρρηκτα την ιδιότητα του πολίτη, προς τη χώρα, της οποίας  την εθνικότητα απέκτησαν όταν γεννήθηκαν ή και αργότερα.  Το ερώτημα που τίθεται είναι πόσο ορθολογικό και δίκαιο είναι αυτό; Και πόσο μπορεί αυτό να ωφελήσει ή αντίθετα να βλάψει τη χώρα, καθώς  ιδεατά μπορεί κάποιος να επιλέξει μια ευνοϊκή για αυτόν χώρα ώστε να έχει δικαιώματα, και μια άλλη, επίσης ευνοϊκή για αυτόν, προκειμένου να έχει υποχρεώσεις. Μπορεί να διατηρηθεί η ιδιότητα του πολίτη αν διαρραγεί η ενότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων; Γιατί για παράδειγμα να μην θεωρείται ως κεντρικό στοιχείο της ιδιότητας του πολίτη ο τόπος κατοικίας, όπου δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι πιο δύσκολο να διαρραγούν; Κι ας σκεφτούμε πως κάτι τέτοιο, όταν ευνοεί την εξουσία, γίνεται.

Αν λ.χ.  κάποιος δεν έχει κατοικία, ας υποθέσουμε ότι ζει σε αυτοκίνητο (για πολλούς αναπληρωτές καθηγητές στην ελληνική επαρχία δεν είναι καθόλου φανταστικό) ή έστω σε τροχόσπιτο και μετακινείται διαρκώς. Χάνει ή δεν χάνει αρκετά από τα δικαιώματά του. Μετά την πάροδο χρόνου θα συνεχίσει να είναι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους και να μπορεί να ψηφίζει στις αυτοδιοικητικές, εθνικές και ΕΕ εκλογές;

Με άλλα λόγια, σε έναν κόσμο εξαιρετικά πολύπλοκο, όπου οι σταθερές των περισσότερων όψεων των εθνικών κοινωνιών έχουν μεταβληθεί και έχουν γίνει περισσότερο σύνθετες και πολύχρωμες, τι είναι κανονικότητα; Η επιστροφή στη «μονοκαλλιέργεια» ή θέσμιση με άξονα την ελευθερία και τη δικαιοσύνη των νέων πραγματικοτήτων. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη απάντηση εκτός από αδιέξοδο συνεπάγεται και οδύνη. Μεγάλη οδύνη.

* Γιώργος Πλειός, Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ και διδάσκων στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών