Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση καταλύει την Δημοκρατία

Τη δεκαετία του 2000 και με αφορμή τη στρατηγική της κυβέρνησης Μπους διατυπώθηκε με ενάργεια ο όρος “νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση” (Kiely, 2005). Έθετε το ιδεολογικό και οργανωτικό υπόβαθρο που, μεταξύ άλλων, περιέγραφε τα κίνητρα της τότε δράσης των ΗΠΑ. Είχε υποστηριχτεί ότι μία μικρή ομάδα ατόμων «καθόριζε την αμερικανική εξωτερική πολιτική σε βάρος των ίδιων των ΗΠΑ» και κυρίως του αμερικανικού λαού. Το τέλος του πολέμου στο Ιράκ και η κατάρρευση του αφηγήματος περί κατοχής πυρηνικών όπλων από το Ιράκ ήταν μία επιβεβαίωση.

Μέχρι την αποδόμηση αυτού του ανθρωποκτόνου ψεύδους ΜΜΕ και πολιτικές ελίτ στήριζαν μια πολιτική που θεμελιώθηκε σε βάρος της παγκόσμιας ειρήνης. Μάλιστα ο Economist είχε κυκλοφορήσει και τον τίτλο “Διαχειριστές της μεγάλης εξαπάτησης;” (“Wielders of mass deception; Those elusive Iraqi weapons”). Ήταν η (τεκμηριωμένη πλέον) απαρχή της αποστασιοποίησης των ελίτ από το θεσμικό, πολιτικό, συνταγματικό θέσφατο που τις προσδιορίζει ως εκφραστές της λαϊκής βούλησης.

Η σταδιακή ταύτιση πολιτικών απόψεων των παγκόσμιων ελίτ διαμορφώθηκε με επιστρώσεις (layers) συναντίληψης για το διεθνές οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Σταδιακά αυτές δημιούργησαν έναν στέρεο, θετικιστικού χαρακτήρα άξονα που έφερε σαφή χαρακτηριστικά μίας πολιτικο-οικονομικής και πολιτισμικής κοσμοθεωρίας. Εύλογα επισημάνθηκε ότι «η παγκόσμια αποικιοκρατία εισβάλλει από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τις εφημερίδες».

Είναι η νέα μετα-μοντέρνα παγκόσμια, ελλιπώς ανθρωποκεντρική κουλτούρα που τείνει να υποκαταστήσει όχι μόνο τις εθνικές κουλτούρες και τις εθνικές ιδιαιτερότητες των λαών αλλά και να υποβαθμίσει τον παράγοντα “άνθρωπο” και τις ανάγκες του από κεφάλαιο σε υποσημείωση. Αυτό λαμβάνει χώρα σε συνθήκες πολιτισμικής ισοπέδωσης. Οι στόχοι είναι πολλαπλοί και αλληλένδετοι: το άτομο και ως εκ τούτου η συλλογικότητα, ο ρόλος του κράτους (εκπροσώπηση) και η μορφή του διεθνούς συστήματος. Αυτά συνιστούν τα τρία επίπεδα ανάλυσης στο πεδίο των διεθνών σχέσεων όπως τέθηκαν από τον Kenneth Waltz στο “Ο άνθρωπος, το κράτος και ο πόλεμος” (εκδ. Ποιότητα).

Κατ’ όνομα φιλελεύθερο σύστημα αξιών

Ο R. Schwartzenberg υποστηρίζει ότι η πολιτισμική ισοπέδωση, σε συνδυασμό με «την εξομοίωση των τρόπων ζωής κινδυνεύει να συντρίψει τις εθνικές κουλτούρες και τελικά την ίδια την προσωπική άνθιση». Στο παρελθόν ο P. Bourdieu, είχε αναφερθεί (με σημείο αναφοράς την παγκοσμιοποίηση) σε μία «πραγματικότητα που είναι ορατή στο πεδίο της μαζικής πολιτιστικής παραγωγής». Τα φαινόμενα αυτά ως αξιακές εισροές έχουν καταλυτική επίδραση στην κουλτούρα, στα πρότυπα, την ποιότητα της δημοκρατίας και τη συνοχή των κοινωνικών μικρόκοσμων. Οι πολιτικές ελίτ ενεργοποιούν φυγόκεντρες δυνάμεις σε μία κουλτούρα μαζικής [επανα]κοινωνικοποίησης.

Στόχος είναι η ενίσχυση ομογενοποιημένων αντιλήψεων και αξιών που αφορούν το πλέγμα ανθρώπινης φύσης και κοινωνικής συμπεριφοράς. Κάποιοι θεωρούν ότι «είναι δυνατόν και επιθυμητό να αντιληφθούμε τον κόσμο ως ένα σύνολο… και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που πρακτικά οτιδήποτε αφορά το κοινωνικό-πολιτισμικό ή πολιτικό πεδίο σε παγκόσμιο επίπεδο –συμπεριλαμβανομένης και της ταυτότητας του ατόμου– μπορεί να εξηγηθεί, ή τουλάχιστον ερμηνευθεί σε σχέση με τη δυναμική που διέπει το παγκόσμιο σύστημα».

Πρακτικά αυτό σημαίνει πως το τοπικό-εθνικό αποτελεί δευτερεύουσα αξία, ενώ κυριαρχεί το παγκόσμιο, το οποίο εν τέλει επιδιώκει να διαμορφώσει ένα μόνο κατ’ όνομα φιλελεύθερο παγκόσμιο σύστημα αξιών. Σε επίπεδο ηγεσιών αυτό διαμορφώνει ενιαίες, ομογενοποιημένες αντιλήψεις περί εθνικού συμφέροντος (π.χ. αξιολόγηση ρωσικού κινδύνου για τη Δύση, modus vivendi ή σύγκρουση με την Κίνα;), ιεράρχησης προτεραιοτήτων. Στόχος η χαλάρωση των δεσμών του τοπικού στοιχείου (πληθυσμού) με τη γεωγραφική βάση που καταλαμβάνει το έθνος-κράτος (territorial base).

Μοντέλα αξιολόγησης της ισχύος μιας χώρας περιλαμβάνουν παραμέτρους που αφορούν το πολιτισμικό και ψυχολογικό πεδίο, καθώς και παράγοντες που συνδέονται με την ικανότητα κινητοποίησης του τοπικού στοιχείου. Αν λάβει κανείς υπόψη του αυτό, γίνεται εύκολα αντιληπτός ο τρόπος, με τον οποίο πλήττεται το έθνος-κράτος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που του προσδίδουν ισχύ, νομιμοποίηση και έναν κεντρικό ρόλο στο διεθνή πολιτικό στίβο. Σε αυτό το σημείο υπεισέρχονται ζητήματα εθνικισμού, τα οποία σαφέστατα συνδέονται με τις επιλογές των ηγεσιών.

Ο Stanley Hoffman προσδιορίζει τον εθνικισμό ως «έναν από τους πολλούς τρόπους με τους οποίους οι πολιτικές ηγεσίες και ελίτ μπορούν να ερμηνεύσουν την εθνική κατάσταση. Ενώ η εθνική συνείδηση αποτελεί ένα συναίσθημα και η εθνική κατάσταση μία συνθήκη, ο εθνικισμός αποτελεί ένα δόγμα (με την ευρύτερη έννοια) ή μία ιδεολογία που δίνει στο έθνος απόλυτη προτεραιότητα και αξία στη διεθνή σφαίρα. Οι συνέπειες αυτής της προτίμησης μπορούν να διαφέρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ο εθνικισμός μπορεί να παραπέμπει σε επέκταση (την προσπάθεια να τεκμηριωθεί η υπεροχή ενός έθνους έναντι άλλων) ή απλά άμυνα. Μπορεί να είναι ειρηνικής ή φιλόνικης υφής».

Η ατζέντα των πολιτικών ελίτ

Με βάση τα παραπάνω και την κλιμάκωση της κρίσης εκπροσώπησης των λαών είναι περισσότερο από σαφές ότι οι πολιτικές ηγεσίες δεν αποδίδουν στο έθνος «την απόλυτη προτεραιότητα και αξία στη διεθνή σφαίρα». Πολιτική επιλογή παραίτησης ή αποστασιοποίησης, ή και τα δυο; Τα παραπάνω καταδεικνύουν τις διαφορετικές πτυχές/εκφάνσεις και τη δυναμική του εθνικισμού και παραπέμπουν σε ζητήματα αυτοπροσδιορισμού. Στη διεθνή βιβλιογραφία έχουν καταγραφεί άτομα που δεν αυτοπροσδιορίζονται, καθώς ζουν «σε αποκεντρωμένες ακέφαλες [acephalous] πολιτικές κοινότητες». Ωστόσο αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν εξαιρέσεις που αφορούσαν μικρές κοινότητες και δεν συνιστούν μία κανονικότητα.

Οι πρόσφατες πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις των αγροτών και η άρνηση των Ευρωπαίων ηγετών να ικανοποιήσουν δίκαια αιτήματα τους σε συνδυασμό με την ομόθυμη απόφαση να διατεθούν 50 δισ. ευρώ για τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Την ίδια στιγμή οι Γάλλοι αγρότες δηλώνουν προδομένοι από τα συνδικάτα τους. Η ιεράρχηση προτεραιοτήτων είναι σαφές προνόμιο των πολιτικών ελίτ. Χρησιμοποιώ σκόπιμα τον όρο “πολιτικές ελίτ” και όχι τον παρωχημένο πλέον όρο “πολιτικό προσωπικό”. Και όμως το αγροτικό ζήτημα δεν ήταν καν στην ατζέντα της πρόσφατης συνάντησης των Ευρωπαίων ηγετών.

Οι ηγεσίες συνιστούν μία “κυρίαρχη μειονότητα”. Στη θεωρία του ελιτισμού ο όρος αναφέρεται σε μία μικρή ομάδα ανθρώπων η οποία «δεν μπορεί να τεθεί υπό τον έλεγχο των μαζών (της πλειοψηφίας) με οποιαδήποτε μέσα», καθώς «τα μέλη της λόγω της ισχύος που διαθέτουν, της κοινωνικής διάρθρωσης και των πολιτικών ικανοτήτων τους είναι σε θέση να εκμεταλλεύονται τις θέσεις τους και να παρατείνουν την κυριαρχία τους» (G. Parry, Political Elites, 1979). Επισημαίνεται μία αντίφαση ανάμεσα στην ιδέα των ελίτ και σε αυτή της δημοκρατίας. Αυτή αναφέρεται στην πεποίθηση των εκπροσώπων των ελίτ ότι είναι χαρισματικοί, συνεπώς ικανότεροι από τις “μάζες” και στο δημοκρατικό αξίωμα περί ισότητας (T. Bottomore, Elites and Society, 1969).

Μετάβαση και αποστασιοποίηση στην παγκοσμιοποίηση

Το διακρατικό σύστημα βρίσκεται σε μία κατάσταση μετάβασης, οπότε ενισχύεται η αστάθεια. Το παράδοξο είναι ότι οι πολιτικές ελίτ έχουν ενεργοποιήσει μία κατάσταση μετάβασης και στο ενδοκρατικό πεδίο. Αφετηρία είναι μία όχι τόσο εμφανής στην παγκόσμια κοινή γνώμη διαδικασία “από-εθνικοποίησης” των “εθνικών” πολιτικών ελίτ. Παραπέμπει σε ένα διεθνοπολιτικό οξύμωρο, ωστόσο είναι η πρώτη φορά που οι πολιτικές ελίτ σε παγκόσμιο επίπεδο προωθούν με αυτή την ένταση τις ίδιες επιλογές παρά τη μεγάλη αντίσταση που καταγράφεται σε επίπεδο εθνικών κοινωνικών μικρόκοσμων.

Στις διεθνείς σχέσεις υπάρχει ο όρος “αρμονία συμφερόντων”, ωστόσο ενέχει κατά κύριο λόγο ακαδημαϊκή αξία. Σήμερα καταγράφεται ένα διεθνοπολιτικό παράδοξο, αυτό της ταύτισης πολιτικών επιλογών των ηγετικών ομάδων/ελίτ σε παγκόσμιο επίπεδο. Ουσιαστικά έχουμε την αποστασιοποίηση των πολιτικών ελίτ. Οι εισροές από τη βάση (λαοί) προς την κορυφή περιορίζονται δραματικά. Δεν αποφασίζουν οι λαοί την τύχη τους. Αντίθετα η κορυφή της πυραμίδας εξουσίας λειτουργεί πλέον πατερναλιστικά. Έχουν ανατραπεί οι αμφίδρομες σχέσεις εντολέα-εντολοδόχου. Αν λάβουμε υπόψη ότι (Π. Ήφαιστος) «τα σύγχρονα συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης είναι εθνοκρατικά, και για ιστορικούς λόγους πλέον, απολύτως, και εδαφικά, οριοθετημένα» τότε η οποιαδήποτε μεταβολή στο ρόλο των ελίτ δημιουργεί κοσμογονικές ανατροπές.

Η περιορισμένη εκπροσώπηση δημιουργεί μία κλιμακούμενη θεσμική απειλή κατά της δημοκρατίας. Το μέλλον της και η μορφή της κρατικής εξουσίας που κινδυνεύει να μεταλλαχθεί σε άτυπο καθεστώς με όρους νεο-θεσμικού αυταρχισμού θα κριθούν τα επόμενα χρόνια. Ο καθηγητής Π. Ήφαιστος είχε αναφερθεί στο παρελθόν στην «απουσία κάποιου είδους κυβέρνησης των κυβερνήσεων» κατάσταση η οποία κατά τον ίδιο παραπέμπει σε «εθνική ανεξαρτησία, εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία και εσωτερική αυτοδιάθεση». Μία ερμηνευτική (έστω και διασταλτικά) προσέγγιση των παραπάνω μπορεί να προσφέρει γόνιμο πεδίο προβληματισμού για το όχι τόσο μακρινό μέλλον.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.