Κλιμάκωση αντί ειρήνης στη Μέση Ανατολή

Του Κώστα Ράπτη

Η διπλωματία είναι τέχνη για ανθεκτικούς και φύσει αισιόδοξους ανθρώπους. Ίσως γι’ αυτό ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, να επιμένει ότι υπάρχει “χώρος” για μια μακρά “ανθρωπιστική κατάπαυση του πυρός” στη Λωρίδα της Γάζας.

Ωστόσο, ο ίδιος είχε την αμφίβολη τιμή να ακούσει κατά πρόσωπο την Τετάρτη τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Βενιαμίν Νετανιάχου, να απορρίπτει την προοπτική εκεχειρίας, και μάλιστα να δηλώνει ότι επίκειται επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων προς τη Ράφα, στα σύνορα της Λωρίδας της Γάζας με την Αίγυπτο, όπου συνωστίζονται υπό δραματικές συνθήκες περίπου 1,3 εκατομμύρια άμαχοι.
Η στάση του Νετανιάχου καθορίζεται από πολλούς παράγοντες – κατά πρώτο λόγο απτόμενους της εσωτερικής πολιτικής. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός καλείται να διασώσει τον κυβερνητικό του συνασπισμό (και το προσωπικό του μέλλον), ακροβατώντας ανάμεσα στους ακροδεξιούς εταίρους του, που προκρίνουν τη “μάχη μέχρι την τελική ήττα της Χαμάς”, και το όλο και πιο ισχυρό κίνημα των συγγενών των Ισραηλινών ομήρων που κρατούνται στη Γάζα.

Σε περισσότερο στρατηγικό επίπεδο (και επειδή η “νίκη” κατά της Χαμάς δεν φαίνεται να προκύπτει, όπως δείχνει η επανάληψη των συγκρούσεων στο υποτιθέμενα “εκκαθαρισθέν” από μηνός βόρειο τμήμα της Λωρίδας της Γάζας), η ισραηλινή πλευρά δεν μπορεί παρά να δοκιμάσει την τύχη της παρατείνοντας τις μάχες. Και πάντως δεν μπορεί να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα αφήνει τη Γάζα υπό τον έλεγχο της Χαμάς, όσο και αν δεν αντιπροτείνει κάτι το σαφές για την επόμενη μέρα.

Η Χαμάς, πάλι, δεν έχει λόγο να συγκατατεθεί σε απελευθέρωση των ομήρων προτού εξασφαλίσει ότι η απώλεια αυτού του “χαρτιού” δεν θα επιτρέψει την επανάληψη των μαχών. Εξού και, στο πλαίσιο συμφωνίας που επεξεργάσθηκαν προ δεκαπενθημέρου στο Παρίσι ο διευθυντής της CIA και οι μεσολαβητές Κατάρ και Αιγύπτου, η Χαμάς απάντησε την εβδομάδα αυτή με μια αντιπρόταση εξόχως διεκδικητική.

Το “όχι” του Ριάντ

Από αυτή την άποψη, η πέμπτη, μετά την ανάφλεξη της 8ης Οκτωβρίου, περιοδεία του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στη Μέση Ανατολή υπήρξε μάλλον και η πιο ατυχής, δεδομένου ότι ο έτερος στόχος της ήταν η προώθηση της ιδέας της αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας, σε κορύφωση της διαδικασίας που δρομολογήθηκε επί Ντόναλντ Τραμπ με την ονομασία “Συμφωνίες του Αβραάμ”.

Όμως το απτό αποτέλεσμα δεν ήταν παρά η έκδοση μιας ανακοίνωσης του σαουδαραβικού υπουργείου Εξωτερικών, η οποία σε αυστηρούς τόνους απέκλειε προς το παρόν την πιθανότητα εξομάλυνσης, τονίζοντας ότι αυτή δεν πρόκειται να υπάρξει πριν από τη συγκρότηση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967 με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ. Υπενθύμισε, έτσι, ότι ο οίκος των Σαούντ δεν έχει τις πολιτικές αντοχές να συμπράξει στον ενταφιασμό του Παλαιστινιακού ζητήματος και να υποχωρήσει πίσω από τη μορφή επίλυσής του που προβλέπει η διεθνής συναίνεση. Πόσω μάλλον που το βασίλειο υπήρξε ο εισηγητής της (εισέτι αναπάντητης) Αραβικής Ειρηνευτικής Πρωτοβουλίας του 2002, η οποία προσφέρει την πλήρη ενσωμάτωση του Ισραήλ στην περιοχή ως κίνητρο και αντάλλαγμα και όχι ως υποκατάστατο της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους.

 

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.