«Μια επίμονη κρίση αποτελεί δοκιμασία: οι ισχυροί την ξεπερνούν, οι αδύναμοι υποκύπτουν. Το κέντρο δεν καταρρέει ύστερα από κάθε πλήγμα. Το αντίθετο… Εδώ και μερικά χρόνια ζούμε μια παγκόσμια κρίση που διαγράφεται σοβαρή και παρατεταμένη. Εάν η Νέα Υόρκη υπέκυπτε κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας – κάτι που δεν πιστεύω καθόλου -, ο κόσμος θα έπρεπε να βρει ή να εφεύρει ένα νέο κέντρο. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αντέξουν (…), μπορούν να βγουν ισχυρότερες από τη δοκιμασία, καθώς οι άλλες οικονομίες κινδυνεύουν να υποφέρουν πολύ περισσότερο λόγω των αντιξοοτήτων της συγκυρίας που διανύουμε».

Να τι έγραφε ο ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ το 1977 [1] σε μια μελέτη του για τις αργές κινήσεις αποκέντρωσης και συγκέντρωσης στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής οικονομίας και του κόσμου από τον 14ο αιώνα και, στη συνέχεια, της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Τόσο οι φυγόκεντρες όσο και οι κεντρομόλες τάσεις προκλήθηκαν από «παρατεταμένες κρίσεις της γενικής οικονομίας».

Τα πορίσματά του δεν έχουν διαψευστεί έκτοτε. Ούτε κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007 – 2008 το κέντρο κατέρρευσε, ακόμη κι αν η διεθνής πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, που είχε ήδη πληγεί από τους πολέμους της δεκαετίας του 2000, υποχώρησε ακόμη περισσότερο.

Θα πρέπει άραγε να θεωρήσει κάποιος ότι αυτή τη φορά οι ΗΠΑ θα εξαντληθούν από την πανδημία της Covid-19 και ότι η Κίνα, με το ισχυρό αναπτυξιακό κράτος – ατμομηχανή, θα καταφέρει να επωφεληθεί από μια τόσο πρωτόγνωρη κρίση; Ορισμένοι παρατηρητές το υποστηρίζουν μπροστά στην τεράστια βλάβη που έχει προκληθεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού από μια ανεπαρκή κυβέρνηση, αλλά και από ένα οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που πάσχει.

Η κρίση θα μπορούσε να επιταχύνει τη μεταβολή των ισορροπιών μεταξύ Ανατολής και Δύσης, φαινόμενο που είναι δομικό, αλλά τα πλεονεκτήματα και τα αδύναμα σημεία των ΗΠΑ και της Κίνας δεν προοιωνίζονται την ανατροπή. Πιο πιθανή θα ήταν η αναδιάρθρωση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος προς την κατεύθυνση του εντονότερου κατακερματισμού και της όξυνσης των αντιπαλοτήτων.

Η πανδημία προκαλεί ένα συστημικό οικονομικό και κοινωνικό σοκ, που γίνεται ακόμη πιο έντονο λόγω της χρονικής πυκνότητάς του. Η παγκόσμια μετάδοση του διπλού σοκ σε προσφορά και ζήτηση υπήρξε βίαιη και έντονη λόγω της αποδιάρθρωσης των αλυσίδων παραγωγής που συνέχουν την καπιταλιστική οικονομία από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και, σε δεύτερη φάση, λόγω της παγκόσμιας μείωσης της ζήτησης, καθώς οι οικονομίες σε μεγάλο βαθμό διέκοπταν τη λειτουργία τους (πάνω από 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι βίωσαν περιορισμούς της μίας ή της άλλης μορφής). Η επερχόμενη παγκόσμια ύφεση προαναγγέλλεται βαθιά και παρατεταμένη.

Ο πολύ μεγάλος βαθμός αλληλεξάρτησης των οικονομιών εξηγεί τον γενικό χαρακτήρα του σοκ. Ο παγκόσμιος χαρακτήρας των αλυσίδων παραγωγής και αξίας έχει επιφέρει έναν υπερεθνικό κατακερματισμό των σταδίων παραγωγής -έρευνα και ανάπτυξη, σχεδιασμός, εξόρυξη πρώτων υλών, παραγωγή εξαρτημάτων, συναρμολόγηση, προώθηση στην αγορά- σε βιομηχανικούς και γεωγραφικούς κόμβους, εξειδικευμένους ανάλογα με τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους.

Η Apple, χαρακτηριστικό παράδειγμα, προμηθεύεται τα προϊόντα της από 200 μεγάλους υπεργολάβους σε 24 χώρες, στη μεγάλη πλειονότητά τους ασιατικές -Κίνα (39%), Ταϊβάν και Νοτιοανατολική Ασία (23%), Ιαπωνία (16%). Οι υπεργολάβοι, με τη σειρά τους, τροφοδοτούνται με πρώτες ύλες και εξαρτήματα από την παγκόσμια αγορά.

Το σχήμα αυτό, με κάποιες παραλλαγές, ισχύει για όλες τις εταιρείες στους κλάδους της ηλεκτρονικής, των ηλεκτρικών ειδών, του αυτοκινήτου και της ενδυμασίας. Η Nike, για παράδειγμα, συνεργάζεται με εργοστάσια υπεργολάβων σε 40 χώρες, προμηθεύεται πρώτες ύλες από 11 άλλες χώρες, σε όλες τις ηπείρους, αλλά με μεγαλύτερη συγκέντρωση στην Κίνα, στο Βιετνάμ και στην Ινδονησία. Υπερεθνικές αλυσίδες παραγωγής υποστηρίζουν και την παγκόσμια αγορά φαρμακευτικών προϊόντων.

Ακόμη και στρατηγικοί κλάδοι, όπως η αεροναυτική, με συστήματα παραγωγής που κάποτε χαρακτηρίζονταν από πολύ μικρότερη γεωγραφική διασπορά, έχουν κατακερματιστεί σε σημαντικό βαθμό. Η Airbus προσφεύγει σε πλειάδα υπεργολάβων και διαθέτει εργοστάσια συναρμολόγησης στην Κίνα (Τιανζίν) και στις ΗΠΑ (στο Μομπάιλ της Αλαμπάμα).

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στην Boeing, η οποία χρησιμοποιεί υπεργολάβους με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα: στα μέσα της δεκαετίας του 1960 το Boeing 727 κατασκευαζόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου σε αμερικανικό έδαφος. Πενήντα χρόνια αργότερα το 70% του σχεδιασμού και της κατασκευής του Boeing 787 ανατέθηκε σε εταιρείες εκτός Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Κίνα βρίσκεται στην καρδιά των περιφερειακών και παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής. Ενώ, κατά τη δεκαετία του 1990, αποτελούσε πλατφόρμα συναρμολόγησης προϊόντων των ξένων εταιρειών που προορίζονταν για την παγκόσμια αγορά, από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 έχει εξελιχθεί σε «κέντρο παγκόσμιου εφοδιασμού για προϊόντα προστιθέμενης αξίας» που βρίσκεται σε σύνδεση με «τους άλλους μεγάλους περιφερειακούς (οικονομικούς) πόλους» εξηγεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ). [2]

Έτσι η ξαφνική διακοπή λειτουργίας εργοστασίων κατασκευής ενδιάμεσων εξαρτημάτων και συναρμολόγησης τελικών προϊόντων προκάλεσε διαταραχές στο σύνολο των αλυσίδων προμήθειας και παραγωγής σε περιφερειακό (ανατολική Ασία) και σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα στην επαρχία Χουμπέι, της οποίας οι κάτοικοι ήταν οι πρώτοι στον κόσμο που τέθηκαν σε καραντίνα. Η συγκεκριμένη κινεζική επαρχία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς των άμεσων ξένων επενδύσεων, όπου έχουν επενδύσει 167 από τις 500 μεγαλύτερες σε κύκλο εργασιών αμερικανικές εταιρείες.

Το σοκ μεταδίδεται και προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθώς, σε δεύτερη φάση, η πρόσβαση της Κίνας σε εισαγόμενες εισροές παραγωγής που είναι απαραίτητες για την επανεκκίνηση της οικονομίας και των εξαγωγών παρεμποδίστηκε λόγω των υγειονομικών πολιτικών περιορισμού και του κλεισίματος των συνόρων στις περισσότερες χώρες. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας ζήτησης για τα προϊόντα που κατασκευάζονται στην Κίνα, ή αλλού, είναι ελάχιστα πιθανή βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.

Στις πλουσιότερες περιοχές του κόσμου, στον φόβο της μόλυνσης προστίθεται το φάσμα του κοινωνικού υποβιβασμού και της φτώχειας. Αναμφίβολα, το ίδιο ισχύει και για την Κίνα, όπου τα πρόσφατα επίσημα στατιστικά στοιχεία για την ανεργία στις αστικές περιοχές (6,2% επί του οικονομικά ενεργού αστικού πληθυσμού των 440 εκατομμυρίων) δεν περιλαμβάνουν ούτε τις αγροτικές ζώνες ούτε την τεράστια μάζα των εσωτερικών μεταναστών.

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις ο αριθμός των ανέργων θα πρέπει στην πραγματικότητα να κινείται γύρω στα 205 εκατομμύρια, [3] δηλαδή στο ένα τέταρτο του συνολικού οικονομικά ενεργού πληθυσμού -ποσοστό παραπλήσιο με το αντίστοιχο των ΗΠΑ (22% στα τέλη Απριλίου).

Η εις βάθος αναδιάρθρωση των αλυσίδων αξίας μοιάζει αναπόφευκτη. Οι πολυεθνικές και τα κράτη θα επιδιώξουν να περιορίσουν την έκθεσή τους στα εξωγενή σοκ και τις αναταράξεις μέσω πιο κλειστών και πιο εύκολα ελέγξιμων περιφερειακών κυκλωμάτων, τα οποία θα πρέπει να επιλεγούν κατά προτεραιότητα για επιτακτικούς λόγους ασφαλείας (οικονομικής, διατροφικής, υγειονομικής).

Οι πολιτικές προεκτάσεις των αλλαγών αυτών θα είναι σημαντικές. Ο Εμανουέλ Μακρόν, διατεινόμενος ότι αντλεί «τα διδάγματα της περιόδου που διανύουμε», εκτίμησε ότι «η εκχώρηση σε κάποιους άλλους της διατροφής μας, της προστασίας μας, της δυνατότητάς μας να φροντίζουμε, εν τέλει του τρόπου ζωής μας, είναι τρέλα. Θα πρέπει να ανακτήσουμε τον έλεγχο» (12 Μαρτίου 2020).

Όσον αφορά τις πιο πλούσιες χώρες, η κρίση στην πραγματικότητα φώτισε με σκληρό τρόπο την αντίφαση μεταξύ των στρατηγικών διεθνοποίησης των δραστηριοτήτων τους από τη μία πλευρά και της ασφάλειάς τους από την άλλη. Υπογράμμισε επίσης τον κίνδυνο της τόσο μονοδιάστατης εξάρτησης από την Κίνα για τον εφοδιασμό τους. Έτσι ένας τόσο ένθερμος υποστηρικτής του ελεύθερου εμπορίου, όπως ο Αμερικανός γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο, δηλώνει:

«Πριν από τριάντα χρόνια η χώρα μας αποφάσισε ότι η αποτελεσματικότερη κατανομή του κεφαλαίου οδηγούσε στη μετεγκατάσταση της παραγωγής μας στο εξωτερικό. Ήταν πιο φθηνά στην Κίνα, αλλά όχι μόνο στην Κίνα. Ε, λοιπόν, έχει πια διαπιστωθεί πόσο ευάλωτους μας κατέστησε η επιλογή αυτή. (…) Ορισμένες φορές η πιο αποτελεσματική κατανομή του κεφαλαίου είναι αντίθετη με το εθνικό συμφέρον μας». [4]

Η ανησυχία για τις εξωτερικές εξαρτήσεις, καθώς και για την κινεζική διείσδυση σε στρατηγικούς τεχνολογικούς κλάδους, υπήρχε και πριν από τη σημερινή κρίση. Το 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε μια έκθεση στην οποία μπορούσε κάποιος να πληροφορηθεί ότι «η Κίνα είναι ταυτόχρονα ένας εταίρος συνεργασίας, με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιράζεται κοινούς στόχους, ένας εταίρος διαπραγμάτευσης, με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να βρει μια ισορροπία συμφερόντων, ένας οικονομικός ανταγωνιστής για την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία και ένας συστημικός αντίπαλος που προωθεί εναλλακτικά πρότυπα διακυβέρνησης». [5]

Ωστόσο στα ζητήματα αυτά, όπως και σε τόσα άλλα, η Ευρώπη δείχνει έλλειψη συνοχής: για παράδειγμα δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σε πλήρη ή μερική ιδιωτικοποίηση των λιμανιών τους ή έχουν υπογράψει συμβάσεις με κινεζικές κρατικές εταιρείες.

Στις ΗΠΑ, όπου η ισχυροποίηση της Κίνας προκαλεί όλο και περισσότερους φόβους από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η κυβέρνηση Τραμπ είχε αποδυθεί σε μια προσπάθεια αποκοπής της Κίνας από την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία αρκετό καιρό πριν από την επιδημία. Η αμερικανική οικονομική διπλωματία του καταναγκασμού (ο «εμπορικός πόλεμος») έχει στόχο να αποδιαρθρώσει τις οικονομικές αλυσίδες, να περιορίσει την κινεζική πρόσβαση στις τεχνολογίες αιχμής και να ωθήσει τις πολυεθνικές εταιρείες να μεταφέρουν αλλού τις δραστηριότητές τους.6

Πιο διακριτικά, η Ιαπωνία και η Ταϊβάν ωθούν τις δικές τους εταιρείες να μεταφέρουν τα εργοστάσιά τους εκτός Κίνας: το ιαπωνικό κράτος, στο πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης που παρουσίασε, προέβλεψε επιδοτήσεις ύψους 2,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων (2 δισ. ευρώ) για τη μετεγκατάσταση των ιαπωνικών εταιρειών εκτός Κίνας.

Η πανδημία δεν προκάλεσε αλλαγή στην πολιτική της Ουάσιγκτον. Αντίθετα βρίσκονται σε στάδιο προετοιμασίας νόμοι που θα υποχρεώνουν τις φαρμακευτικές εταιρείες να παράγουν και να εφοδιάζονται εντός Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και νέοι περιορισμοί στις εξαγωγές τεχνολογικών εξαρτημάτων προς την Κίνα.

Η ρητορική της αμερικανικής κυβέρνησης είναι ιδιαίτερα επιθετική και τόσο ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο όσο και πολλά μέλη του Κογκρέσου και της Γερουσίας κατηγορούν ευθέως το Πεκίνο ότι αποκρύπτει την προέλευση της πανδημίας -ακόμη και ότι την άφησε σκόπιμα να εξαπλωθεί προκειμένου η Κίνα να μην αποτελέσει το μόνο θύμα της σε οικονομικό επίπεδο.

Ορισμένοι, όπως ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, πρόεδρος της δικαστικής επιτροπής της Γερουσίας, ζητούν τη διαγραφή του αμερικανικού χρέους προς την Κίνα, την επιβολή ειδικού «δασμού πανδημίας» στα κινεζικά προϊόντα και κυρώσεις εναντίον Κινέζων αξιωματούχων για «βαριά αμέλεια και σκόπιμη εξαπάτηση» όσον αφορά τη διαχείριση της επιδημίας. Η κινεζική διπλωματική απάντηση δεν είναι λιγότερο επιθετική, καθώς επισείει την απειλή οικονομικών αντιποίνων, κυρίως προς την κατεύθυνση χωρών που εξαρτώνται από την κινεζική αγορά και ακολουθούν την Ουάσιγκτον στη συγκεκριμένη τακτική, όπως η Αυστραλία.

Στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία θα έρθουν αντιμέτωπα δύο στρατόπεδα, καθένα από τα οποία κατηγορεί το άλλο ότι τηρεί πολύ ήπια στάση απέναντι στο Πεκίνο. Στις 29 Απριλίου ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών ισχυρίζεται πως «η Κίνα θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να χάσουμε [δηλαδή να χάσει ο ίδιος ο Τραμπ] τις εκλογές».

Δύο ημέρες μετά, μία από τις ανερχόμενες φυσιογνωμίες των Δημοκρατικών, πρώην υποψήφιος στις προκριματικές εκλογές του κόμματός του για την Προεδρία, του απαντά: «Το ακριβώς αντίθετο: ο Τραμπ αποτελεί τον υποψήφιο των ονείρων της Κίνας, η οποία πολύ θα ήθελε να παραμείνει συνομιλητής της για τέσσερα ακόμη χρόνια. Κατά την πρώτη θητεία του ο Τραμπ δεν γονάτισε την Κίνα, την κατέστησε ισχυρότερη».7

Ισχυρότερη; Το κινεζικό κράτος έχει μεγάλες δυνατότητες παρέμβασης, αλλά δεν θα πρέπει να υποτιμώνται και οι αδυναμίες του. Η διαρκής πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά αποτελεί σημαντικότατο διακύβευμα για την Κίνα, ακόμη περισσότερο από ό,τι για τις ΗΠΑ, των οποίων η οικονομία είναι λιγότερο διεθνοποιημένη (το εξωτερικό εμπόριο ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχεται στο 38% για την Κίνα, έναντι 28% για τις ΗΠΑ).

Η εξάρτηση της Κίνας από το εξωτερικό όσον αφορά την ενέργεια και τα αγροτικά προϊόντα αυξάνεται συνεχώς τις τελευταίες δεκαετίες. Η διατροφική ασφάλεια της χώρας, πρόβλημα που συνδέεται με τους οικολογικούς περιορισμούς, αποτελεί μεγάλη πρόκληση: στην Κίνα το 20% των καλλιεργήσιμων εδαφών είναι περιβαλλοντικά υποβαθμισμένο λόγω της εντατικής αγροτικής καλλιέργειας.8

Παρ’ όλο που οι κινεζικές εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν μειωθεί -από 28,4% κατά μέσον όρο μεταξύ 2000 και 2009 σε 20,9% κατά μέσον όρο μεταξύ 2010 και 2018- παραμένουν σημαντική πηγή ανάπτυξης και μεταφοράς τεχνολογίας μέσω των ξένων πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Παρά τη γενική βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων της, η Κίνα δεν βρίσκεται ακόμη στην πρώτη γραμμή της τεχνολογίας σε πολλούς κλάδους, όπως στην αεροναυτική.9

Επομένως το τέλος του ανοικτού κόσμου δεν φαίνεται πιθανό να ευνοήσει τις κινεζικές θέσεις. Δεν ευνοεί ούτε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρότι διαθέτουν μεγαλύτερη αυτονομία, ιδιαίτερα στο τεχνολογικό και το στρατιωτικό επίπεδο, από οικονομικής άποψης οι ΗΠΑ είναι σοβαρά αποδυναμωμένες.

Μέσα στην αβεβαιότητα της στιγμής μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν για τις επερχόμενες παγκόσμιες αναδιατάξεις.

  1. Υπόθεση πρώτη: Μια στενότερη συνεργασία μέσα από διεθνείς θεσμούς, που θα είναι επιφορτισμένοι με την παροχή διεθνών και παγκόσμιων δημόσιων αγαθών, για παράδειγμα αποτελεσματικών παγκόσμιων πολιτικών σε ζητήματα υγείας, περιβάλλοντος, διατροφής και περιορισμού της φτώχειας.
  2. Υπόθεση δεύτερη, σε αντίθετη κατεύθυνση: Μια κατάσταση ριζικής αποκέντρωσης που θα χαρακτηρίζεται από όξυνση των ανταγωνισμών. Τα κράτη θα προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την ισχύ τους και να ελαχιστοποιήσουν την ανασφάλειά τους στο πλαίσιο ενός παιγνίου μηδενικού αθροίσματος, όπου το κέρδος του ενός θα είναι η απώλεια του άλλου. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε επιστροφή στις λογικές της αντιπαλότητας και του «ο καθένας για τον εαυτό του», οι οποίες χαρακτήρισαν τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, δηλαδή άλλη μία εποχή κατάρρευσης.
  3. Υπόθεση τρίτη: Θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένα υβριδικό πλέγμα σχέσεων, όπου θα συνυπάρχουν συνεργασία και αντιπαλότητες στα διάφορα μέτωπα της διεθνούς πολιτικής.

Από τις τρεις υποθέσεις, η τελευταία μοιάζει η πιο πιθανή. Οι δυναμικές που βρίσκονται σε εξέλιξη δεν ευνοούν την πρώτη. Αν και δεν είναι αδιανόητη, η δεύτερη υπόθεση, της επιστροφής σε μια κατάσταση διεθνούς αναρχίας, και μάλιστα με όρους «γεωπολιτικής καθαρότητας», μοιάζει ελάχιστα πιθανή, παρότι προκαλεί έκδηλο ενθουσιασμό σε ορισμένους.

Η τρίτη υπόθεση θα μας έφερνε σε έναν κόσμο παραπλήσιο με αυτόν που γνωρίσαμε μετά το 1947, αλλά περισσότερο κατακερματισμένο, αποκεντρωμένο και χωρίς διεθνείς θεσμούς με καθολική αναγνώριση.

————————————————

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. Fernand Braudel, «La Dynamique du capitalisme», Arthaud, Παρίσι, 1985.
  2. «Global value chain development report 2019. Technological innovation, supply chain trade, and workers in a globalized world», Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, Γενεύη, 2019.
  3. Βλ. Frank Tang, «Coronavirus: China’s unemployment crisis mounts, but nobody knows true number of jobless», «South China Morning Post», Χονγκ Κονγκ, 3 Απριλίου 2020.
  4. Fox News, 17 Μαρτίου 2020.
  5. «Communication conjointe au Parlement européen, au Conseil européen et au conseil sur les relations UE-Chine. Une vision stratégique», Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ύπατη Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις Εξωτερικές Υποθέσεις και την Πολιτική Ασφαλείας, 12 Μαρτίου 2019.
  6. Βλ. «ΗΠΑ και Κίνα: ένας πόλεμος περισσότερο γεωπολιτικός απ’ ότι εμπορικός», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 16 Φεβρουαρίου 2020, https://monde-diplomatique.gr/?p=4035
  7. Peter Buttigieg, «China wants four more years of Trump», «The Washington Post», 1η Μαΐου 2020.
  8. Βλ. Marie-Hélène Schwoob, «Progrès et contraintes de l’écologie : l’exemple des chemins de dépendances de l’agriculture chinoise», «Monde chinois», ν. 56, Παρίσι, 2018.
  9. Βλ. Jean-Paul Maréchal, « Le C-919, un A300 chinois ? », «Choiseul Magazine», τ. 9, Παρίσι, Ιανουάριος – Απρίλιος 2020.

* O Philip S. Golub είναι καθηγητής στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Παρισιού (AUP)

Πηγή: Monde Diplomatique/Από Αυγή