Τι λέει ο ΟΟΣΑ
Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.
Σημαντική πρόοδο κατέγραψε η χώρα την τελευταία δεκαετία στη μεταρρύθμιση του Κρατικού Προϋπολογισμού αλλά είναι αναγκαία η μετάβαση από τα εργαλεία στις αποφάσεις, όπως δείχνουν τα στοιχεία της ειδικής μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Αυτή παρουσιάστηκε σε ημερίδα με τίτλο «Υλοποίηση Μεταρρυθμίσεων του Πλαισίου Προϋπολογισμού στην Ελλάδα: Προϋπολογισμός Επιδόσεων, Επισκοπήσεις Δαπανών και Εσόδων, Ενσωμάτωση της Περιβαλλοντικής Διάστασης στον Προϋπολογισμό» που έγινε στην Αθήνα.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα έχει μετακινηθεί από έναν προϋπολογισμό που καταγράφει δαπάνες, σε ένα σύστημα που μπορεί να αξιολογεί την αποδοτικότητα αλλά και τις επιπτώσεις των πολιτικών που ασκούνται σε σχέση με το κόστος τους, μέσω του προϋπολογισμού επιδόσεων, της περιβαλλοντικής τους διάστασης (green budgeting) και των επισκοπήσεων δαπανών (spending reviews).
Όπως τόνισε κατά την παρουσίαση της μελέτης ο επικεφαλής Δημόσιας Διοίκησης και Προϋπολογισμού Jón R. Blöndal, η Ελλάδα έχει σημειώσει «αξιοθαύμαστη πρόοδο», αποτελώντας «πηγή έμπνευσης» για άλλες χώρες.
Όπως προκύπτει, με βάση την έκθεση του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα έχει ολοκληρώσει τη φάση της θεσμικής συγκρότησης του νέου μοντέλου προϋπολογισμού. Το επόμενο στάδιο είναι πιο απαιτητικό: η χρήση των εργαλείων για να καθορίζονται πολιτικές, να ανακατανέμονται πόροι και να εντοπίζονται πραγματικές εξοικονομήσεις. Με άλλα λόγια, η επιτυχία της μεταρρύθμισης θα κριθεί πλέον όχι στο πώς σχεδιάζεται ο προϋπολογισμός — αλλά στο πώς χρησιμοποιείται.
Στις 5 πρώτες θέσεις των χωρών – μελών του ΟΟΣΑ με την υψηλότερη έμμεση φορολογία η Ελλάδα
Πετραλιάς: «Τέσσερις μεταρρυθμίσεις σε μία» ενισχύουν την ανθεκτικότητα
Τη μετάβαση αυτή περιέγραψε ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς, επισημαίνοντας ότι πρόκειται ουσιαστικά για «τέσσερις μεταρρυθμίσεις σε μία»: τον προϋπολογισμό επιδόσεων, τις επισκοπήσεις δαπανών και εσόδων, την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης (green budgeting) και τη λειτουργική ταξινόμηση των δαπανών, μέσω του διεθνούς προτύπου COFOG. Τα εργαλεία αυτά λειτουργούν συμπληρωματικά: τα δεδομένα του προϋπολογισμού επιδόσεων τροφοδοτούν τις επισκοπήσεις δαπανών, ενώ η λειτουργική ταξινόμηση επιτρέπει διεθνείς συγκρίσεις.
Όπως ανέφερε, από το 2022 και εφεξής, ο προϋπολογισμός παρουσιάζεται και σε επίπεδο προγραμμάτων, επιτρέποντας να αποτυπώνεται με σαφήνεια τι χρηματοδοτείται σε κάθε τομέα πολιτικής. Η δημιουργία βάσης δεδομένων για τον προϋπολογισμό επιδόσεων επιτρέπει τη διαχρονική παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας, τον εντοπισμό αδυναμιών και τη λήψη αποφάσεων ανακατανομής πόρων, διασφαλίζοντας την ανθεκτικότητα της οικονομίας και της κοινωνίας χωρίς σπατάλες πολύτιμων πόρων.
Τέτοιοι δείκτες αξιοποιούνται ήδη, όπως ανέφερε, στη δικαιοσύνη για τον ρυθμό εκκαθάρισης υποθέσεων, στην ασφάλιση για τον βαθμό εξυπηρέτησης στα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας, στο πεδίο της ακρίβειας για την αποδοτικότητα των ελέγχων της αγοράς, στην ενέργεια για τη πρόοδο στη διάδοση των ΑΠΕ, ή στην παιδεία για το ποσοστό ολοκλήρωσης των σπουδών των φοιτητών εντός της κανονικής διάρκειας.
Ο υφυπουργός τόνισε ότι τα εργαλεία αυτά «ενισχύουν την ανθεκτικότητα» του κράτους τόσο σε περιόδους κρίσης όσο και σε κανονικές περιόδους.
Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι, χωρίς τη λειτουργική ταξινόμηση, δεν θα ήταν εύκολο να γνωρίζει κανείς με ακρίβεια πόσα πραγματικά δίνει η χώρα για την άμυνα –ώστε να εφαρμοστεί άμεσα η ρήτρα διαφυγής που επέτρεψε μόνιμες παροχές τις οποίες οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες θα απέκλειαν– ούτε να λάβει μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας με βάση το νέο σύστημα παρακολούθησης κατανάλωσης στα δημόσια κτίρια.
Στάθηκε επίσης στις επισκοπήσεις δαπανών ως εργαλείο εντοπισμού σπατάλης, αναφέροντας παραδείγματα όπως το Μητρώο Επιδομάτων και η κεντρικοποίηση προμηθειών στην υγεία μέσω της ΕΚΑΠΥ, υπογραμμίζοντας ότι το ζητούμενο είναι η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου «χωρίς άκριτες οριζόντιες περικοπές αλλά με στοχευμένες παρεμβάσεις και τρόπο κοινωνικά δίκαιο».
Παράλληλα, όπως ανέφερε και η γγ Δημοσιονομικής Πολιτικής Παυλίνα Καρασιώτου, προωθείται η ψηφιακή αναβάθμιση με στόχο να την ενίσχυση της χρήσης των δεδομένων από όλους. Το επόμενο βήμα, σημείωσε, είναι η πληροφορία να διαχυθεί με πιο φιλικό τρόπο –ακόμη και μέσα από κανάλια κοινωνικής δικτύωσης– ώστε πολίτες αλλά και μέλη του Κοινοβουλίου να βλέπουν καθαρότερα πόσα δαπανώνται, πού και με ποιο αποτέλεσμα.
Κομβικό ρόλο στην επόμενη φάση καλείται να παίξει το νέο πληροφοριακό σύστημα govERP, το οποίο θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία με τον προϋπολογισμό του 2027. Η κ. Καρασιώτου το χαρακτήρισε «ραχοκοκαλιά» του νέου μοντέλου χάραξης και παρακολούθησης των προϋπολογισμών, αυτοματοποιώντας διαδικασίες και βελτιώνοντας την παρακολούθηση δαπανών.
ΟΟΣΑ: Από τους χαμηλότερους ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα
ΟΟΣΑ: Η σημασία βρίσκεται στα μεγάλα ποσά
Από την πλευρά του ΟΟΣΑ, ο επικεφαλής Δημόσιας Διοίκησης και Προϋπολογισμού Jón R. Blöndal ανέδειξε τη φιλοσοφία των μεταρρυθμίσεων, επισημαίνοντας ότι η ουσία τους βρίσκεται στη μετατόπιση του ελέγχου στον «σκληρό πυρήνα» των δαπανών. Όπως τόνισε, στους περισσότερους προϋπολογισμούς διεθνώς η συζήτηση περιορίζεται κάθε χρόνο σε μικρές προσαρμογές, ενώ το μεγαλύτερο μέρος δαπανών δεν επανεξετάζεται ουσιαστικά: «Εκεί βρίσκονται τα μεγάλα ποσά», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι οι επισκοπήσεις δαπανών έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για να καλύψουν αυτό το κενό.
Χαρακτήρισε τις μεταρρυθμίσεις «απλές στη σύλληψη αλλά απαιτητικές στην εφαρμογή» και προειδοποίησε ότι οι πιέσεις στα δημόσια οικονομικά θα ενταθούν τα επόμενα χρόνια λόγω γήρανσης του πληθυσμού, αύξησης δαπανών υγείας, αναγκών άμυνας και περιβαλλοντικών προκλήσεων, καθιστώντας τις παρεμβάσεις αυτές αναγκαίες και όχι «επιλογή».
Τη διεθνή διάσταση έδωσε ο πρέσβης Andrew Wood, μόνιμος αντιπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου στον ΟΟΣΑ, τονίζοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα προόδου στη διαφάνεια. Επισήμανε ωστόσο ότι το κρίσιμο είναι η μετατροπή των δαπανών σε αξία για τους πολίτες και όχι απλώς η μείωση του κόστους.
Τι δείχνει η μελέτη
Η μελέτη του ΟΟΣΑ εντοπίζει πολλά δυνατά σημεία για την Ελλάδα: ισχυρή πολιτική βούληση, σταθερή διοικητική ικανότητα και σαφή δομή προγραμμάτων που συνδέονται με συγκεκριμένες πολιτικές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ότι τα στοιχεία απόδοσης δεν είναι απλώς διαθέσιμα, αλλά ελέγχονται και βελτιώνονται συστηματικά.
Ωστόσο, το κρίσιμο κενό παραμένει η περιορισμένη αξιοποίηση αυτών των εργαλείων για την κατανομή πόρων. Ο ΟΟΣΑ επιμένει στη σύνδεση απόδοσης και χρηματοδότησης, στην ενίσχυση της πολιτικής και κοινοβουλευτικής χρήσης των δεδομένων, στην ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης στον πυρήνα του προϋπολογισμού και στην αξιοποίηση της επισκόπησης δαπανών για τον εντοπισμό ουσιαστικών εξοικονομήσεων.
«Πράσινος» Προϋπολογισμός: πρωτοπόρος η Ελλάδα
Στο green budgeting, η Ελλάδα αξιολογείται θετικά, κυρίως λόγω της ισχυρής συνεργασίας μεταξύ υπουργείου Οικονομικών και υπουργείου Περιβάλλοντος και της ευρείας –οριζόντιας– εφαρμογής του συστήματος σε όλο το κράτος, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου περιορίζεται σε λίγους φορείς.
Ο ΟΟΣΑ προτείνει δημιουργία ειδικής δήλωσης «green budget statement» και υποχρεωτική ένταξη τουλάχιστον ενός περιβαλλοντικού στόχου και ενός δείκτη σε κάθε πρόγραμμα υπουργείου, ώστε η πράσινη διάσταση να μην είναι «παράρτημα» αλλά μέρος του πυρήνα της πολιτικής.
Ο υφυπουργός Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς τόνισε ότι η Ελλάδα εργάζεται ήδη με τη Διεύθυνση Φορολογικής Πολιτικής για αποτύπωση της περιβαλλοντικής διάστασης και στην πλευρά των εσόδων του προϋπολογισμού.
Επισκοπήσεις δαπανών: αυξάνονται οι απαιτήσεις
Στο πεδίο της επισκόπησης δαπανών (spending reviews) η εικόνα είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα «ώριμο εργαλείο»: οι αξιολογήσεις δαπανών του προϋπολογισμού χρησιμοποιούνται τακτικά, με σαφείς ρόλους μεταξύ φορέων και κίνητρα συμμετοχής των υπουργείων.
Παρόλα αυτά, η έκθεση ανεβάζει τον πήχη: ζητά μεγαλύτερη έμφαση στην εξοικονόμηση πόρων και πιο συστηματική εξέταση της «βάσης» των δαπανών, ενώ ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρόταση για cross-cutting spending reviews, δηλαδή αξιολογήσεις που καλύπτουν πολιτικές που εκτείνονται σε πολλά υπουργεία, όπου συχνά υπάρχουν επικαλύψεις και χαμηλή αποδοτικότητα. Τέλος, προτείνεται η δημοσιοποίηση των εκθέσεων ως εργαλείο διαφάνειας.