Πώς το ντόμινο του πολέμου βάζει «φωτιά» στα ελληνικά σούπερ μάρκετ

Το ντόμινο που ξεκινά από τον πόλεμο

Το ντόμινο του πολέμου δεν σταματά στα πεδία των συγκρούσεων. Φτάνει μέχρι τα ελληνικά σούπερ μάρκετ, όπου οι τιμές ανεβαίνουν διαρκώς και η ακρίβεια γίνεται καθημερινότητα. Ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα για λιγότερα προϊόντα, ενώ η αγορά προσαρμόζεται χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους.

Η γεωπολιτική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται μόνο στα δελτία ειδήσεων των διεθνών δικτύων, αλλά χτυπάει με σφοδρότητα την πόρτα των ελληνικών νοικοκυριών.

Η άμεση συνέπεια των συγκρούσεων και των προβλημάτων στη ναυσιπλοΐα, ειδικά στα Στενά του Ορμούζ, ήταν η κατακόρυφη άνοδος των διεθνών τιμών του μαύρου χρυσού, με το πετρέλαιο τύπου Brent να ξεπερνά σήμερα τα 110 δολάρια το βαρέλι.

Στην Ελλάδα, μια χώρα που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενέργειας και μεταφέρει τον κύριο όγκο των εμπορευμάτων της οδικώς, το πετρέλαιο λειτουργεί ως ο απόλυτος πολλαπλασιαστής κόστους. Όταν η ενέργεια ακριβαίνει, το ντόμινο των ανατιμήσεων σε όλα τα επίπεδα της αγοράς είναι ταχύτατο, βίαιο και απολύτως μετρήσιμο.

Το πρώτο και πιο άμεσο χτύπημα καταγράφεται στις αντλίες των πρατηρίων. Η ελληνική αγορά καυσίμων βιώνει πρωτοφανείς ανατιμήσεις, με τα διυλιστήρια να ανακοινώνουν αυξήσεις της τάξης του 50% στη διυλιστηριακή τιμή της αμόλυβδης και 75% στο πετρέλαιο κίνησης.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι, για πρώτη φορά στα χρονικά, η χονδρική τιμή του πετρελαίου κίνησης ξεπέρασε αυτή της αμόλυβδης, σκαρφαλώνοντας από το 1,09 ευρώ στα 1,56 ευρώ. Την ίδια στιγμή, η αμόλυβδη σπάει το φράγμα του 1,80 και οδεύει απειλητικά προς τα 2,00 ή και 2,10 ευρώ το λίτρο. Αυτή η εξέλιξη είναι ίσως η πιο κρίσιμη για την αλυσίδα της ακρίβειας.

Το πετρέλαιο κίνησης είναι το «αίμα» της εφοδιαστικής αλυσίδας. Κινεί τα φορτηγά που μεταφέρουν τα τρόφιμα από το χωράφι και το εργοστάσιο στα ράφια των σούπερ μάρκετ, τα πλοία που τροφοδοτούν τα νησιά, τα μηχανήματα στον αγροτικό τομέα.

Όταν το κόστος μεταφοράς εκτοξεύεται κατά 30 με 40 λεπτά το λίτρο, η μετακύλισή του στην τελική τιμή των προϊόντων είναι απλώς θέμα ημερών.

Από τη Μέση Ανατολή στο ράφι

Αυτή η μετακύλιση αποτυπώνεται ήδη με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στα στοιχεία της αγοράς. Μόνο στις πρώτες έντεκα εβδομάδες του 2026, έχουν καταγραφεί ανατιμήσεις σε περίπου 8.200 κωδικούς προϊόντων στα ελληνικά σούπερ μάρκετ.

Η πίεση είναι ασφυκτική στα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, όπως τα γαλακτοκομικά, το κρέας, τα χαρτικά και τα απορρυπαντικά, αλλά γίνεται κυριολεκτικά εφιαλτική στα νωπά προϊόντα, όπου το μεταφορικό κόστος και η διατήρηση της ψυκτικής αλυσίδας παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Τα στοιχεία από τον Οργανισμό Κεντρικών Αγορών και Αλιείας δείχνουν σοκαριστικές αυξήσεις μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα: η μέση τιμή χονδρικής στις ντομάτες εκτοξεύτηκε από το 1,20 ευρώ στα 2,80 ευρώ το κιλό, καταγράφοντας άνοδο 133%.

Αντίστοιχες ραγδαίες αυξήσεις παρατηρούνται στα τοματίνια, το κουνουπίδι, το μπρόκολο και τις μελιτζάνες, με τα ποσοστά ανατιμήσεων να κυμαίνονται από 39% έως 80%.

 

Μπροστά σε αυτό το κύμα, οι αντιδράσεις της αγοράς και της πολιτείας είναι ενδεικτικές του πανικού που προκαλεί η εξάρτηση από τις διεθνείς τιμές. Οι ενώσεις καταναλωτών προειδοποιούν για νέο, εξαντλητικό γύρο ανατιμήσεων σε είδη πρώτης ανάγκης, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ασφυκτική.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να αναχαιτίσει τις συνέπειες επαναφέροντας μέτρα στήριξης, όπως το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους σε 63 κατηγορίες βασικών προϊόντων έως τον Ιούνιο και σχεδιάζοντας παρεμβάσεις ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ (fuel pass) για τη μείωση του κόστους των καυσίμων.

Ωστόσο, τα μέτρα αυτά μοιάζουν με σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο συνολικό κόστος που καλείται να απορροφήσει η αγορά, καθώς οι καθημερινές απώλειες μόνο από την αύξηση του πετρελαίου κίνησης υπολογίζονται σε 4,5 εκατομμύρια ευρώ ημερησίως για το σύνολο της οικονομίας.

Φλεγόμενες αντλίες, άδεια καλάθια

Το πρόβλημα στην Ελλάδα γίνεται διπλά επικίνδυνο, γιατί η οικονομία λειτουργεί ήδη με ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο τιμών. Τα τρόφιμα κουβαλούν ήδη μια σωρευτική αύξηση της τάξης του 22% από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο πληθωρισμός τον Φεβρουάριο του 2026 –πριν καν φανούν οι πλήρεις επιπτώσεις της νέας σύρραξης– είχε ανέβει στο 2,7%.

Τώρα, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν η τιμή του πετρελαίου παραμείνει σταθερά ψηλά, ο πληθωρισμός μπορεί να φτάσει σε ένα ενδιάμεσο αρνητικό σενάριο το 4,2%, ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια εξομάλυνσης της αγοραστικής δύναμης.

Η κατάσταση αυτή απειλεί τα ίδια τα θεμέλια της οικονομικής ανάπτυξης. Η ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα αποτελεί περίπου το 73% του ΑΕΠ. Όταν τα νοικοκυριά αναγκάζονται να δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους αποκλειστικά για βασικές ανάγκες, περιορίζουν δραματικά την κατανάλωση σε άλλους τομείς.

Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η κρίση ενδέχεται να κοστίσει στην ελληνική οικονομία έως και το 1% του ΑΕΠ. Το μακροοικονομικό παράδοξο είναι ότι ο υψηλότερος πληθωρισμός αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ, γεγονός που τεχνικά μειώνει τον λόγο του χρέους, πρόκειται όμως για μια λογιστική επιτυχία που χτίζεται πάνω στη ραγδαία φτωχοποίηση των πολιτών.

Ο λογαριασμός της σύρραξης

Πέρα από τα τρόφιμα, οι υψηλές τιμές της ενέργειας διαχέονται σε κάθε πτυχή της δραστηριότητας. Οι τιμές των λιπασμάτων και των ζωοτροφών, που επηρεάζονται άμεσα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αυξάνουν το κόστος στον πρωτογενή τομέα.

Ακόμη και οι υπηρεσίες καθημερινότητας, από το ντελίβερι φαγητού μέχρι τις ταχυμεταφορές και τις κατασκευές, αναπροσαρμόζουν τις χρεώσεις τους για να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος κίνησης.

Εν κατακλείδι, η συσχέτιση ανάμεσα στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την ακρίβεια στα ράφια των ελληνικών καταστημάτων δεν είναι μια αόριστη εικασία, αλλά μια σκληρή, μαθηματική ακολουθία.

Τα διεθνή γεωπολιτικά γεγονότα μεταφράζονται μέσα σε ελάχιστες μέρες σε ακριβότερο πετρέλαιο κίνησης, το οποίο με τη σειρά του μπαίνει ως «καπέλο» στα μεταφορικά έξοδα, στην παραγωγή και τελικά στην τιμή του κάθε προϊόντος.

Όσο οι εντάσεις παραμένουν αμείωτες, το ντόμινο της ακρίβειας θα συνεχίζει να χτυπά τα ελληνικά νοικοκυριά, καθιστώντας την καθημερινή επιβίωση μια διαρκή οικονομική μάχη.