Οι απαραίτητες ενισχύσεις για αξιόμαχες Ενοπλες Δυνάμεις

Η ελληνοτουρκική κρίση ευλόγως έχει αναθερμάνει τα σενάρια ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες πρακτικά έχουν να προχωρήσουν σε νέες συμφωνίες προμήθειας κύριων εξοπλισμών σχεδόν 15 χρόνια. Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση από την κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο γνωρίζουν οι μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού. Ο στόλος είναι επί σχεδόν δύο μήνες ανεπτυγμένος σε όλο το εύρος του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου με αποτέλεσμα να έχουν γίνει περισσότερο εμφανή τα προβλήματα που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης. Για το Π.Ν. αποτελεί πραγματικότητα το γεγονός πως σε περίπτωση μη ανανέωσης των κυρίων μονάδων επιφανείας, τότε ο στόλος το 2030 θα αποτελείται από τέσσερις γερασμένες φρεγάτες τύπου ΜΕΚO. Οι υπόλοιπες εννέα, ολλανδικής ναυπήγησης, τύπου «S», έχουν συμπληρώσει κοντά ή και πάνω από σαράντα χρόνια υπηρεσίας και είναι βέβαιο ότι σε μία δεκαετία δεν θα μπορούν να είναι ενεργές, καθώς έχουν υποστεί όλες τις δυνατές αναβαθμίσεις. Πιθανή βλάβη σε μια φρεγάτα τύπου «S» σημαίνει αυτομάτως προσφυγή του Π.Ν. στη δευτερογενή αγορά ανταλλακτικών, καθώς τα περισσότερα από αυτά έχουν πάψει πια να κατασκευάζονται. Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί είναι ότι οι πρώτες συζητήσεις για ανανέωση του στόλου ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, πλησιάζουν δηλαδή τα είκοσι χρόνια.

Οι ελάχιστες προσθήκες που απαιτούνται προκειμένου το Π.Ν. να διαδραματίσει τον ρόλο του στην Ανατ. Μεσόγειο, και έχει κοινοποιηθεί ποικιλοτρόπως προς τους αρμοδίους για τον προϋπολογισμό, είναι τέσσερις νέες φρεγάτες, τέσσερις κορβέτες και η αναβάθμιση των υφισταμένων φρεγατών τύπου ΜΕΚΟ. Στο τέλος της δεκαετίας θα μπορούσε να γίνει η προμήθεια κάποιων επιπλέον φρεγατών, ωστόσο οι παραπάνω μονάδες είναι οι απολύτως απαραίτητες, αν η Αθήνα επιθυμεί να παραμείνει αποτελεσματική στο γεωπολιτικό παιχνίδι που έχει μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε μια από τις πιο «καυτές» περιοχές του πλανήτη. Η δεκαετία φαίνεται ότι αποτελεί και τον βασικό χρονικό ορίζοντα σχεδιασμού επί του οποίου κινείται η κυβέρνηση προκειμένου να ενισχύσει το οπλοστάσιο των Ενόπλων Δυνάμεων.

Οπως η «Κ» έχει ήδη επανειλημμένως αναφέρει, στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας έχει καταφθάσει πληθώρα προτάσεων από ενδιαφερομένους να προμηθεύσουν το Π.Ν. με φρεγάτες, είτε νέες είτε μεταχειρισμένες, ως τμήμα ενδιάμεσης λύσης (Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Βρετανία, Ισπανία κ.ά.).

Στην πραγματικότητα, η Αθήνα αναζητεί μια ισορροπία που να δίνει λύσεις και να αντικατοπτρίζει τις πολιτικές συμμαχίες που η Ελλάδα συγκροτεί αυτή την περίοδο, αλλά και τις ήδη υφιστάμενες. Υπό αυτή την έννοια φαίνεται ότι η ενίσχυση του στόλου έχει ως δύο βασικούς «μνηστήρες» τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, δίχως να αποκλείεται η είσοδος και άλλων παικτών σε περίπτωση που υπάρξουν εξελίξεις με τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και Ελευσίνας. Ενδέχεται μάλιστα ότι, με κάποιον τρόπο, θα προωθηθεί η εν ευθέτω χρόνω προμήθεια τεσσάρων σκαφών τύπου «Θεμιστοκλής» (περιγράφονται ως πολύ μικρές για κορβέτες και πολύ μεγάλες για πυραυλάκατοι), ισραηλινής σχεδίασης και ναυπήγησης στη Σύρο. Ως προς την ενδιάμεση λύση, σύμφωνα με τις συζητήσεις που γίνονται ανάμεσα στους αρμοδίους, αυτή δεν είναι ανάγκη να περιορίζεται σε κάποιο πλοίο. Μια συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει στην προμήθεια στρατηγικών βλημάτων, συστημάτων επιτήρησης, ακόμα και μη επανδρωμένων αερο-οχημάτων (UAV) με αυξημένες δυνατότητες.

Αντιθέτως, πιο γρήγορα φαίνεται ότι προχωρούν οι συζητήσεις για την ενίσχυση των δυνατοτήτων της Πολεμικής Αεροπορίας, με πιο ενδεικτική περίπτωση εκείνη των γαλλικών Ραφάλ, υποστρατηγικού χαρακτήρα αεροσκαφών, καθώς φέρουν όπλα που μπορούν να επιφέρουν στρατηγικά πλήγματα. Παρά το γεγονός ότι η συμφωνία ανάμεσα σε Αθήνα και Παρίσι για 18 Ραφάλ (με ασαφή ακόμα την αναλογία νέων προς μεταχειρισμένα) είναι υπό συζήτηση, φαίνεται πως οι δύο πλευρές τη θεωρούν μέρος της ευρύτερης ελληνογαλλικής κατανόησης και, ως εκ τούτου, προωθούν την υλοποίησή της. Τα μεταχειρισμένα Ραφάλ θα είναι της προηγούμενης διαμόρφωσης τύπου F2 και τα νέα F3. Ακόμα και στην περίπτωση των μεταχειρισμένων Ραφάλ, αυτά είναι αδύνατον να ενταχθούν στην Π.Α. προτού εκπαιδευθούν χειριστές, οι οποίοι εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα προέρχονται από τις μοίρες των Μιράζ-2000. Επιπλέον, θα πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές. Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, τα Ραφάλ δεν μπορούν να ενταχθούν στην Π.Α. προτού περάσουν οκτώ μήνες έως ένας χρόνος, με πιθανότερο, πάντως, ένα χρονικό εύρος που θα φθάνει έως και τους 18 μήνες με δύο χρόνια. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη το πρόγραμμα αναβάθμισης 84 F-16, ενώ, με βάση την ανταλλαγή επιστολών τα προηγούμενα δύο χρόνια, η Ελλάδα έχει εκφράσει ενδιαφέρον και για τα αμερικανικά, πέμπτης γενιάς μαχητικά F-35.

Περιττό να σημειωθεί ότι υπάρχει γενική σύγκλιση απόψεων ως προς το μοντέλο προώθησης των συμφωνιών. Προκρίνονται, γενικά, οι διακρατικές συμφωνίες προκειμένου να παρακαμφθεί το μάλλον ανελαστικό νομικό πλαίσιο, το οποίο ήταν εξαιρετικά λογικό για την περίοδο στην οποία νομοθετήθηκε, αλλά αυτή τη στιγμή δημιουργεί προσκόμματα και καθυστερήσεις. Σημειώνεται, τέλος, ότι παρά τις αδιαμφισβήτητα καλές προθέσεις, καθυστερεί σημαντικά η ευόδωση των συζητήσεων που έχουν ως επίκεντρο την αμυντική συνεργασία (εξοπλισμοί και αμυντική βιομηχανία) με το Ισραήλ.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.