Όταν η άρνηση της ηγεσίας γίνεται πολιτικό πρόβλημα

Η δημόσια τοποθέτηση της Μαρία Καρυστιανού ότι «δεν ξέρει αν θα είναι επικεφαλής» και «δεν ξέρει αν θα κυβερνήσει» ακούστηκε, στην αρχή, ως πράξη πολιτικής σεμνότητας. Και πράγματι, σε μια χώρα κουρασμένη από επαγγελματίες σωτήρες, η απόσταση από την καρέκλα λειτουργεί ως πλεονέκτημα.

Όμως η πολιτική δεν είναι μόνο πρόθεση. Είναι και ευθύνη.

Όταν ένα πρόσωπο εμφανίζεται σταθερά μόνο του στον δημόσιο χώρο, όταν προσωποποιεί το αίτημα, όταν καλείται να απαντήσει για το «μετά», τότε η άρνηση της ηγεσίας παύει να είναι αρετή και αρχίζει να γίνεται πρόβλημα. Όχι επειδή ο κόσμος απαιτεί αρχηγό, αλλά επειδή απαιτεί κατεύθυνση.

Η κοινωνία δεν ζητά σωτήρες,αλλά ζητά ανθρώπους που να λένε καθαρά: «Αυτό μπορούμε, αυτό θέλουμε, αυτό αναλαμβάνουμε». Όσο το πολιτικό μήνυμα μένει σε επίπεδο ηθικής υπεροχής, λειτουργεί. Όταν όμως έρθει η στιγμή της επιλογής –εκλογές, εκπροσώπηση, ευθύνη– τότε το «δεν ξέρω» δεν ακούγεται πια ως ταπεινότητα. Ακούγεται ως υπεκφυγή.

Κανένα συλλογικό εγχείρημα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πρόσωπα. Και κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να ζητά εμπιστοσύνη χωρίς να δηλώνει, έστω υπό όρους, την ετοιμότητά του να τη σηκώσει. Η πολιτική δεν τιμωρεί τη φιλοδοξία· τιμωρεί όμως την ασάφεια.

Αν το μήνυμα είναι «οι πολίτες να πάρουν την τύχη στα χέρια τους», τότε χρειάζεται να φανεί ποιοι είναι αυτοί οι πολίτες. Ποιοι μπαίνουν μπροστά. Ποιοι εκτίθενται. Διαφορετικά, το κάλεσμα κινδυνεύει να μείνει μετέωρο – όχι επειδή δεν συγκινεί, αλλά επειδή δεν πατά στο έδαφος της πραγματικότητας.

Η ιστορία έχει δείξει ότι τα κινήματα δεν χάνονται όταν δηλώνουν καθαρά τον στόχο τους. Χάνονται όταν φοβούνται να πουν ποιος αναλαμβάνει. Και τότε, ακόμη και η πιο γνήσια αγανάκτηση, μετατρέπεται σε σιωπή.

Η πολιτική δεν χρειάζεται άλλους αλάθητους. Χρειάζεται ανθρώπους που, την κρίσιμη στιγμή, θα πουν: «Είμαι εδώ. Και αν αποτύχουμε, φταίω εγώ».