Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ουκρανία θα χρειαστεί στρατιωτική και οικονομική στήριξη ύψους 72 δισ. ευρώ το 2026 και επιπλέον 64 δισ. ευρώ το 2027 – Το veto του Βελγίου δεν φαίνεται να αίρεται – Κρίσιμη Σύνοδος Κορυφής στις 18 Δεκεμβρίου 2025
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς βρίσκεται καθεστώς απελπισίας και είναι διχασμένη όσον αφορά τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία καλεί τους Δυτικούς συμμάχους να επιταχύνουν τις πληρωμές από δάνειο ύψους 50 δισ. δολαρίων προς την Ουκρανία, καθώς το Βέλγιο συνεχίζει να παρεμποδίζει τις προσπάθειες της ΕΕ να στηρίξει την πολεμική προσπάθεια του Κιέβου μέσω ενός μεγαλύτερου χρηματοδοτικού σχήματος που θα χρησιμοποιεί κρατικά ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Σε συνέντευξή του στο Euractiv την Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025, ο Επίτροπος Οικονομίας Valdis Dombrovskis είπε ότι οι χώρες θα πρέπει να επισπεύσουν τις εκταμιεύσεις προς την Ουκρανία από το δάνειο της G7, που συμφωνήθηκε τον Ιούνιο του περασμένου έτους (2024), ώστε να καλυφθεί το επικείμενο οικονομικό κενό της εμπόλεμης χώρας στις αρχές του επόμενου έτους.
«Βρισκόμαστε σε συζητήσεις με άλλους διεθνείς χοτηγούς, εξετάζοντας εάν η στήριξή τους μπορεί να δοθεί νωρίτερα, στην αρχή του έτους», δήλωσε ο Dombrovskis, προσθέτοντας ότι οι δωρητές περιλαμβάνουν το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ.
Αυτό «ενδέχεται να είναι αρκετό … ώστε να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας στο πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους», αν και αυτό «μένει να φανεί», πρόσθεσε ο Λετονός επίτροπος.
Η ΕΕ έχει ήδη καταβάλει το μερίδιό της από το δάνειο της G7, συνολικού ύψους 18,1 δισ. ευρώ.
Όμως περίπου 14 δισ. ευρώ του πακέτου δεν έχουν ακόμη εκταμιευθεί από άλλες χώρες, συγκεκριμένα τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Υπολογίζεται ότι το Κίεβο θα αντιμετωπίσει έλλειμμα προϋπολογισμού 12 δισ. δολαρίων (10 δισ. ευρώ) στο πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους.
Οι δηλώσεις του Dombrovskis έρχονται καθώς η ΕΕ είναι διχασμένη όσον αφορά ένα ξεχωριστό «δάνειο επανορθώσεων» ύψους 185 δισ. ευρώ ενόψει της καθοριστικής συνόδου κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών στις 18 και 19 Δεκεμβρίου, όπου η Επιτροπή ελπίζει να πείσει το Βέλγιο να στηρίξει το σχέδιο.
Όμως οι προσπάθειες αυτές φάνηκε να μην επιτυγχάνουν την Πέμπτη (27/11), όταν ο Πρωθυπουργός Bart De Wever επέκρινε σφοδρά το σχέδιο σε επιστολή του προς την Πρόεδρο της Επιτροπής Ursula von der Leyen.
Το δάνειο για τις επανορθώσεις στοχεύει στη χρήση χρηματικών υπολοίπων που συνδέονται με ρωσικά κρατικά περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονται στον Euroclear, έναν οίκο εκκαθάρισης με έδρα τις Βρυξέλλες, και τα οποία «πάγωσε» η ΕΕ μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Το δάνειο της G7, αντίθετα, αξιοποιεί το εισόδημα που παράγουν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία.
Η παράκαμψη του Βελγίου
Το Βέλγιο αρνείται να στηρίξει το δάνειο αποζημιώσεων εκτός αν οι νομικοί και οικονομικοί κίνδυνοι μοιραστούν και αν άλλα κράτη μέλη της ΕΕ αξιοποιήσουν τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στις δικές τους δικαιοδοσίες.
Το Euroclear έχει εκφράσει παρόμοιες επιφυλάξεις για το σχέδιο και απειλεί με μηνήσεις τους ευρωπαϊκούς θεσμούς – καθώς εκτίθεται σε σοβαρό νομικό κίνδυνο να πρέπει να αποπληρώσει στην Ρωσία «εις ολόκληρον» τα κεφάλαια.
Ο Dombrovskis δήλωσε ότι η εξασφάλιση της βελγικής συναίνεσης δεν αποτελεί «προϋπόθεση» όσον αφορά τη δημοσιοποίηση μιας αναλυτικής νομικής πρότασης για το πώς θα λειτουργήσει στην πράξη – αλλά η συμφωνία του Βελγίου θα ήταν «ιδανική».
Παρότι έχει σημειωθεί «τεχνική πρόοδος» στις συνομιλίες μεταξύ αξιωματούχων της ΕΕ και του Βελγίου, παραδέχτηκε ότι υπάρχει ελάχιστη πολιτική πρόοδος.
«Σε αυτό το στάδιο … είναι επίσης σαφές ότι το Βέλγιο δεν έχει ακόμη μετακινηθεί στο να αποδεχθεί αυτή την ιδέα», είπε.
Η πρόταση θα αντιμετωπίσει «προφανώς» τις ανησυχίες του Βελγίου, είπε ο Dombrovskis.
«Το Βέλγιο και άλλα κράτη μέλη θα αναμένουν σαφήνεια», διευκρίνησε,

Μεταβατική λύση
Ο έμπειρος επίτροπος προειδοποίησε επίσης ότι μια ξεχωριστή «μεταβατική» λύση της ΕΕ για την προς τωρινή κάλυψη του δημοσιονομικού κενού της Ουκρανίας «ενδέχεται να είναι αναγκαία» αν οι διαπραγματεύσεις με το Βέλγιο δεν «προχωρήσουν γρήγορα» έως τα τέλη του έτους.
Τέτοια σχήματα, που περιγράφονται σε ένα «κείμενο επιλογών» το οποίο κυκλοφόρησε στα κράτη μέλη την περασμένη εβδομάδα, θα προέβλεπαν τη χρήση κοινού χρέους της ΕΕ και διμερών επιχορηγήσεων από κράτη μέλη ως εναλλακτικούς τρόπους προσωρινής κάλυψης του δημοσιονομικού κενού του Κιέβου.
Το κείμενο εκτιμά ότι η Ουκρανία θα χρειαστεί στρατιωτική και οικονομική στήριξη ύψους 72 δισ. ευρώ το 2026 και επιπλέον 64 δισ. ευρώ το 2027.
Η Ursula von der Leyen πρότεινε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι αυτές οι εναλλακτικές λύσεις δεν θα ήταν εφικτές αν χρηματοδοτούνταν εξ ολοκλήρου από χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων.
Ο Dombrovskis, πρώην πρωθυπουργός της Λετονίας, τόνισε ότι η ΕΕ χρειάζεται «να προχωρήσει, επειδή οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας δεν είναι μόνο σημαντικές, είναι και επείγουσες.»
«Δεν μπορούμε να συζητάμε ατέρμονα τις επιλογές μας», είπε.
«Χρειάζεται να λάβουμε συγκεκριμένες αποφάσεις.», συμπλήρωσε δεδομένου ότι έφτασε η ώρα μηδέν για την Ουκρανία καθώς κινδυνεύει μέχρι την άνοιξη να ξεμείνει από πόρους.

Μία «μαύρη τρύπα» για την ευρωπαϊκή οικονομία
Την ίδια ώρα, ένα ειρηνευτικό σχέδιο για την Ουκρανία που θα άφηνε τη χώρα ακρωτηριασμένη από τα εδάφη που ήδη κατέχει η Ρωσία θα είχε βαρύ οικονομικό κόστος για την Ευρώπη.
Όλες οι προτάσεις εκεχειρίας οι οποίες παρουσιάστηκαν τις τελευταίες δύο εβδομάδες, είτε από την αμερικανική κυβέρνηση είτε από Ευρωπαίους, περιλαμβάνουν την αποδοχή εκ μέρους του Κιέβου ότι η Ρωσία διατηρεί, τουλάχιστον προσωρινά, τον έλεγχο όλου ή μέρους δύο περιοχών που έχει προσαρτήσει – του Donbass και του Luhansk .
Αυτό θα προκαλούσε μια εστία αβεβαιότητας που θα βάραινε την ευρωπαϊκή οικονομία για χρόνια, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters.

Καταρχάς, η ειρήνη θα έφερνε στο προσκήνιο το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Vladimir Putin, ως νικητής του πολέμου, δεν θα δεχθεί ποτέ ότι τα «παγωμένα» αποθεματικά της χώρας του – περίπου 300 δισ. δολάρια σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ευρώπη – μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, όπως απαιτούν οι κυβερνήσεις της ΕΕ.
Μία πρόταση που συζητείται εντός της ΕΕ και υποστηρίζεται από τον Γερμανό Καγκελάριο Friedrich Merz θα προέβλεπε τη χρήση τουλάχιστον των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην κεντρική τράπεζα της Ένωσης – περίπου 210 δισ. δολάρια – ως εγγύηση για ένα «δάνειο πολεμικών επανορθώσεων» προς την Ουκρανία.
Όμως οι ηγέτες της ΕΕ πρέπει να δράσουν πολύ ταχύτερα προκειμένου να έχει αποτελεσματικότητα αυτή η λύση πράγμα που δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, εξαιτίας των διαφορετικών απόψεων και του ασύμμετρου επιμερισμού του κινδύνου.
Πριν από σχεδόν ένα χρόνο, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμούσε ότι το κόστος ανοικοδόμησης της χώρας ανερχόταν στα 524 δισ. δολάρια για την επόμενη δεκαετία.
Ένα χρόνο αργότερα, ο λογαριασμός πλησιάζει πλέον τα 600 δισ. δολάρια, όπως ανέφερε Ευρωπαίος αξιωματούχος στο Breakingviews του Reuters.
Αντί η Ρωσία να επωμιστεί το μισό κόστος μέσω εγκατάλειψης των παγωμένων αποθεματικών της, οι σύμμαχοι της Ουκρανίας μπορεί να χρειαστεί να αναλάβουν σχεδόν όλο το βάρος.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η ανοικοδόμηση της Ουκρανίας θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από ένα μείγμα ξένων κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών και ιδιωτικών επενδυτών.
Όμως αν το εδαφικό καθεστώς δεν έχει διευθετηθεί, η Ουκρανία δεν θα μπορέσει να βασιστεί στη ροή ιδιωτικών ξένων κεφαλαίων που θα βοηθούσαν την οικονομία της να ανακάμψει.
Ακόμη κι αν οι δύο πλευρές αποδεχθούν ένα ασταθές status quo, ο φόβος επανέναρξης των εχθροπραξιών – και μιας νέας ρωσικής εισβολής – θα αποθαρρύνει τους επενδυτές για χρόνια.
Η οικονομία της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί ανθεκτική από το 2022 όταν ξεκίνησε ο πόλεμος.
Όμως το ΑΕΠ της φέτος θα παραμείνει κατά 20% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2021, σύμφωνα με εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Και το Donbass και το Luhansk αντιστοιχούσαν περίπου στο 15% της παραγωγής της χώρας τότε, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.
Έτσι, η ανοικοδόμηση θα απαιτήσει χρόνο.
Μερικοί από τα πάνω από 5 εκατομμύρια Ουκρανών προσφύγων που έχουν βρει καταφύγιο στην υπόλοιπη Ευρώπη – εκ των οποίων περίπου 75% είναι γυναίκες και παιδιά – μπορεί να επιλέξουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ακόμη κι αν η εκεχειρία με τη Ρωσία φαίνεται εύθραυστη.
Αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση των προοπτικών ανάπτυξης της χώρας με την αύξηση του εργατικού δυναμικού της.
Η Γερμανία έχει υποδεχθεί 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες από την αρχή της σύγκρουσης και η Πολωνία πάνω από 1 εκατομμύριο, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Η ΕΕ θα εξακολουθήσει να χρειάζεται να βοηθήσει το Κίεβο στην κατάρτιση όσων επιστρέψουν και να χρηματοδοτήσει την κοινωνική τους στήριξη καθώς προσαρμόζονται στις ανάγκες ανοικοδόμησης της χώρας. Και οι περίπου 200.000 στρατιώτες που θα επιστρέψουν στην πολιτική ζωή – αν το μέγεθος των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων καθοριστεί στες 800.000, σύμφωνα με πρόταση της ΕΕ – θα χρειαστούν παρόμοια υποστήριξη.
Η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα παρεμποδιστεί επίσης από την καταπάτηση της εδαφικής της ακεραιότητας, αν το διεθνές καθεστώς των δύο περιοχών το οποίο τελεί υπό «αναστολή» δεν διευθετηθεί οριστικά.

Ο έλεγχος των συνόρων στο πλαίσιο της εθνικής κυριαρχίας θεωρείται από την ΕΕ ως η εγγύηση ότι οι νόμοι και οι κανονισμοί της θα εφαρμόζονται από τις εθνικές κυβερνήσεις.
Αν η ασταθής εκεχειρία που τώρα εξετάζεται κηρυχθεί στην Ανατολική Ουκρανία, οι Δυτικοευρωπαίοι θα πρέπει, αν μη τι άλλο, να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες ακόμη πιο γρήγορα απ’ ό,τι σχεδιάζουν.
Άλλες χώρες κοντά στη Ρωσία θα χρειαστεί να ενισχύσουν την άμυνά τους – και το ίδιο και η υπόλοιπη Ευρώπη.
Οι επενδυτές που έστειλαν τις ευρωπαϊκές αμυντικές μετοχές έως και 5% χαμηλότερα μετά την ανακοίνωση του πρώτου ειρηνευτικού σχεδίου του Trump – με μετοχές όπως της γερμανικής Rheinmetall να υποχωρούν έως και 13% – φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι η Ουκρανία δεν είναι ο μοναδικός προορισμός των ευρωπαϊκών όπλων.
Οι αυξανόμενοι αμυντικοί προϋπολογισμοί στην περιοχή πρόκειται να δαπανηθούν για την προετοιμασία ενός πιθανού μελλοντικού πολέμου με τη Ρωσία.

Ασφυκτικές πιέσεις στο Βέλγιο
Οι Βρυξέλλες αυξάνουν την πίεση προς το Βέλγιο να αποδεσμεύσει 140 δισεκατομμύρια ευρώ από τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στις Βρυξέλλες, κατηγορώντας την κυβέρνηση του Bart De Wever ότι δεν αποκαλύπτει πλήρως τι κάνει με τα φορολογικά έσοδα που προκύπτουν από αυτά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θέλει συμφωνία των 27 χωρών της ΕΕ για την αποστολή των ρωσικών κεφαλαίων για αποζημιώσεις στο Κίεβο, σε μια προσπάθεια διάσωσης της ουκρανικής οικονομίας.
Γαλλία: Πρέπει να ληφθεί απόφαση για τα ρωσικά assets στη Σύνοδο Κορυφής 18/12
Ο Γάλλος Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και Εξωτερικών Jean-Noël Barrot θεωρεί ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να λάβουν απόφαση σχετικά με τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία κατά τη σύνοδο κορυφής της 18ης Δεκεμβρίου στις Βρυξέλλες.
Σε συνέντευξή του στο περιοδικό La Tribune Dimanche, ο Barrot δήλωσε:
«Προτεραιότητα είναι η διασφάλιση ότι τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία στην Ευρώπη παραμένουν μπλοκαρισμένα.
Αποτελούν σημαντικό μοχλό που θα μας επιτρέψει να επηρεάσουμε τις παραμέτρους της μελλοντικής διεθνούς τάξης».
«Όλα αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο συζητήσεων τις επόμενες ημέρες, οι οποίες, ελπίζω, θα οδηγήσουν σε απόφαση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 18 Δεκεμβρίου».
Ο επικεφαλής της γαλλικής διπλωματίας πρόσθεσε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες «σκοπεύουν να προστατεύσουν την Ουκρανία από οικονομικές δυσκολίες τα επόμενα δύο χρόνια, εφόσον συνεχιστεί η σύγκρουση».
Ανησυχίες από το Βέλγιο και τις αγορές – Η επιστολή προς στην von der Leyen
Νωρίτερα, οι Financial Times ανέφεραν ότι ο Πρωθυπουργός του Βελγίου Bart De Wever προειδοποίησε, σε επιστολή του προς την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen, ότι η βεβιασμένη ολοκλήρωση του σχεδίου της ΕΕ για αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων προς όφελος της Ουκρανίας θα υπονόμευε τις πιθανότητες επίτευξης μιας μελλοντικής ειρηνευτικής συμφωνίας.
Την Πέμπτη (27/11), το Euroclear προειδοποίησε ότι η χρήση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για χρηματοδότηση της Ουκρανίας θα μπορούσε να αυξήσει τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις της ΕΕ και να αποθαρρύνει τους επενδυτές.
Ο Πρέσβης της Ρωσίας στο Βέλγιο Denis Gonchar είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο TASS ότι, ανεξαρτήτως του μηχανισμού που θα χρησιμοποιηθεί, η αφαίρεση των περιουσιακών στοιχείων θα συνιστά «κλοπή» και ότι η αντίδραση της Ρωσίας «θα είναι άμεση» και θα αναγκάσει τη Δύση «να μετρήσει τις απώλειές της».
Η επιστολή – κόλοφος στην Ursula von der Leyen
Η παρέμβαση του De Wever – σε μια επιστολή με έντονο ύφος προς την πρόεδρο της Επιτροπής Ursula yon der Leyen την οποία είδε το Politico – ήρθε λίγες μόνο ώρες πριν η ΕΕ εκδώσει πρόταση που θα αντιμετωπίσει τις ανησυχίες του Βελγίου σχετικά με τη χρήση των κονδυλίων.
Ο Bart De Wever αντιστέκεται στο «θεμελιωδώς λανθασμένο» σχέδιο για δανεισμό της Ουκρανίας, φοβούμενος ότι το Βέλγιο θα κληθεί να αποπληρώσει τα μετρητά σε περίπτωση που η Ρωσία προχωρήσει σε νομική διεκδίκηση των παρανόμως κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων.
Παρά την αυξανόμενη διπλωματική πίεση προς το Βέλγιο να υποχωρήσει, ο Bart De Wever την Πέμπτη (28/11) εμπλούτισε τις αντιρρήσεις του, υποστηρίζοντας ότι το σχέδιο της Επιτροπής θα μπλοκάρει μια ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία.
Εάν το σχέδιο της ΕΕ δεν υλοποιηθεί, τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν ως διαπραγματευτικό χαρτί για να φέρουν τη Μόσχα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αντί να καταβληθούν στο Κίεβο, είπε.
«Η βιαστική προώθηση του προτεινόμενου προγράμματος δανείων αποζημιώσεων θα είχε ως παράπλευρη ζημία ότι εμείς ως ΕΕ ουσιαστικά εμποδίζουμε την επίτευξη μιας τελικής ειρηνευτικής συμφωνίας», έγραψε.
Θα επέλθει χάος στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα – Να εκδοθεί κοινό χρέος
Μετά από ένα παρατεταμένη αδιέξοδο, η Επιτροπή αναμένεται να υποβάλει τελικά μια επίσημη πρόταση για το δάνειο στις αρχές της επόμενης εβδομάδας. Μετά την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας τον Οκτώβριο, οι ηγέτες της ΕΕ πρόκειται να αντιμετωπίσουν τα πιο ευαίσθητα ζητήματα στην επόμενη σύνοδο κορυφής στα μέσα Δεκεμβρίου.
Ενώ η πλειοψηφία των χωρών υποστηρίζει το δάνειο, ο Bart De Wever δεν πείθεται.
«Στην πολύ πιθανή περίπτωση που η Ρωσία τελικά δεν είναι επίσημα το χαμένο μέρος, όπως έχει δείξει η ιστορία σε άλλες περιπτώσεις, θα ζητήσει νόμιμα την επιστροφή των περιουσιακών της στοιχείων», συνέχισε ο Bart De Wever.
Ο Βέλγος ηγέτης επανέλαβε ότι το δάνειο θα προκαλέσει χάος στις χρηματοπιστωτικές αγορές της ΕΕ και θα εκθέσει τους φορολογούμενους της ΕΕ στην αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού εάν τα περιουσιακά στοιχεία επιστραφούν στη Ρωσία.
Αντί να αξιοποιήσει τα ρωσικά αποθεματικά, ο Bart De Wever πρότεινε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εκδώσει κοινό χρέος ύψους 45 δισεκατομμυρίων ευρώ για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της Ουκρανίας το 2026, μια ιδέα που δεν είναι δημοφιλής μεταξύ των περισσότερων κυβερνήσεων της ΕΕ επειδή περιλαμβάνει τη χρήση χρημάτων των φορολογουμένων.
Επαναλαμβάνοντας την παραδοσιακή του θέση, ο Βέλγος ηγέτης δήλωσε ότι θα συμφωνούσε με το δάνειο μόνο εάν οι κυβερνήσεις συμφωνήσουν να καταβάλουν αμέσως το πλήρες ποσό εάν η Ρωσία ανακτήσει τα περιουσιακά στοιχεία.
«Δεν θα συμφωνήσω εκτός εάν αυτές οι εγγυήσεις, όπως ορίζονται παραπάνω, παραδοθούν και υπογραφούν από τα κράτη μέλη κατά τη στιγμή της απόφασης», έγραψε.
Η επιστροφή της ρωσικής οικονομίας
Η τελική ανησυχία για την Ευρώπη και την Ουκρανία είναι ότι η «ειρήνη» θα έδινε οικονομική ανάσα στον Vladimir Putin.
Στην αρχική αμερικανική εκδοχή μίας πιθανής εκεχειρίας, οι οικονομικές κυρώσεις της Ουάσιγκτον που ισχύουν από το 2022 θα αίρονταν.
Μετά από τρία χρόνια υπερθέρμανσης της οικονομίας λόγω της μετατροπής της σε πλήρως πολεμική οικονομία, αυτό θα ήταν καταλύτης για τη Ρωσία.
Όπως έχουν τα πράγματα, το ΑΕΠ της χώρας αναμένεται να αυξηθεί ελάχιστα του χρόνου – κατά 0,5% έως 1%, σύμφωνα με εκτιμήσεις οικονομολόγων. Η βιομηχανική παραγωγή στον πολιτικό τομέα μειώνεται, και ακόμη και η στρατιωτική παραγωγή έχει φτάσει στο μέγιστο της δυναμικότητας.

Οι στρατιωτικές δαπάνες ανέρχονται πλέον στο 8% του ΑΕΠ – υποεκτίμηση, καθώς πολλά τμήματα του αμυντικού προϋπολογισμού παραμένουν μυστικά.
Ως αποτέλεσμα, το δημοσιονομικό έλλειμμα διπλασιάστηκε φέτος σε σχέση με το 2024, ξεπερνώντας το 3% του ΑΕΠ.
Και η κυβέρνηση, στερημένη της δυνατότητας δανεισμού από τις αγορές, πρέπει να χρηματοδοτεί το έλλειμμα με εγχώρια μέσα.
Η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει ότι ο ΦΠΑ θα αυξηθεί του χρόνου, πλήττοντας τους καταναλωτές και τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό. Οι τιμές αυξάνονται πλέον με ρυθμό 8% τον χρόνο, παρότι το βασικό επιτόκιο παραμένει πάνω από 16%.
Όμως αν οι κυρώσεις αρθούν, οι προοπτικές για την οικονομία – και άρα για τον ρωσικό επανεξοπλισμό – θα καταστούν ιδιαίτερα ανοδικές.
Μια μερική εκεχειρία βασισμένη στο υπάρχον status quo θα έχει ένα ισχυρό πλεονέκτημα: το τέλος της καταστροφής και των χιλιάδων παράλογων θανάτων.
Αλλά αν η Ευρώπη επιβαρυνθεί επί χρόνια από μια ασταθή Ουκρανία, ο κίνδυνος είναι μια δημοσιονομική «μαύρη τρύπα» – και η πολύ πραγματική πιθανότητα μελλοντικής σύγκρουσης ούτως ή άλλως.