Από την αβεβαιότητα της οριοθέτησης στην κανονικοποίηση της παραίτησης

Η σύγχρονη πολιτική σκηνή χαρακτηρίζεται από μια διαρκή αβεβαιότητα οριοθέτησης. Οι ιδεολογικές γραμμές που άλλοτε ήταν σαφείς, σήμερα εμφανίζονται ρευστές, αμφίσημες ή στρατηγικά θολές.

Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ, Σμήναρχος ε.α και Πτυχιούχος Μηχανικός Αεροσκαφών ΣΜΑ, Πιστοποιημένος Ενεργειακός Επιθεωρητής και μέλος του ΔΣ του Πανελλήνιου Συλλόγου Ενεργειακών Επιθεωρητών, Σύμβουλος Ενέργειας σε Ενεργειακή Εταιρία και Τεχνικός Ασφαλείας, Αρθρογράφος και Ενεργειακός Αναλυτής σε διάφορα ΜΜΕ.

Η παράγραφος (20) της Πράξης 06/2026 του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την παραχώρηση των οικοπέδων Block 1 και Block 2 νοτίως της Κρήτης εισάγει μια σειρά όρων που δεν περιορίζονται σε τεχνικές προβλέψεις επενδυτικού ρίσκου, αλλά αγγίζουν τον πυρήνα της ίδιας της έννοιας της κρατικής κυριαρχίας.

Αναφορές όπως «αναθεώρηση συντεταγμένων νοτίων και πλευρικών ορίων από τον εκμισθωτή», «μελλοντική οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ», «αποχώρηση της εταιρείας από περιοχές που ενδέχεται να μην ανήκουν στην ελληνική δικαιοδοσία», «περιοχές όπου η Ελληνική Δημοκρατία δεν θα διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα» ή ακόμη και «απώλεια οριοθετημένης περιοχής», ακόμη και μετά τον προσδιορισμό περιοχής εκμετάλλευσης, συνιστούν μια σαφή παραδοχή ότι το αντικείμενο της παραχώρησης ενδέχεται στο μέλλον να μεταβληθεί ως προς το καθεστώς κυριαρχίας του.

Η σύμβαση δεν αντιμετωπίζει αυτή την πιθανότητα ως εξωτερικό γεωπολιτικό κίνδυνο, αλλά ως ενσωματωμένη λειτουργική παράμετρο της ίδιας της συμφωνίας. Δηλαδή, δεν διασφαλίζει την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας και της εθνικής νομοθεσίας — τα οποία έχουν ήδη κατοχυρωθεί από το 2011 — αλλά προσαρμόζεται εκ των προτέρων στην πιθανότητα μελλοντικής συρρίκνωσής τους. Η λογική που προκύπτει δεν είναι ότι η Ελλάδα παραχωρεί περιοχές υπό το καθεστώς των δικαιωμάτων της, αλλά ότι παραχωρεί ακόμη και υπό την προοπτική ότι αυτά μπορεί να αμφισβητηθούν ή να περιοριστούν.

Οι ρήτρες αυτές δεν είναι ουδέτερες. Αντανακλούν την απαίτηση των εταιρειών για επενδυτική ασφάλεια σε μια περιοχή γεωπολιτικής αστάθειας. Όμως η ισορροπία που διαμορφώνεται είναι αποκαλυπτική: οι εταιρείες εξασφαλίζουν τη δυνατότητα αποχώρησης εάν αλλάξει το καθεστώς κυριαρχίας, ενώ το κράτος αποδέχεται εκ των προτέρων το ενδεχόμενο απώλειας περιοχών όπου σήμερα ασκεί — ή θεωρεί ότι ασκεί — κυριαρχικά δικαιώματα.

Ο επενδυτικός κίνδυνος περιορίζεται για τον ιδιώτη, ενώ ο γεωπολιτικός μεταφέρεται στο κράτος.

Σε διεθνές επίπεδο, τέτοιες ρήτρες συναντώνται κυρίως σε συμβάσεις εκμετάλλευσης φυσικών πόρων σε κράτη με αδύναμη διαπραγματευτική ισχύ, όπου η κυριαρχία επί των πόρων δεν θεωρείται πλήρως δεδομένη. Εκεί, το κράτος δεσμεύεται να διασφαλίσει πρόσβαση στους πόρους ακόμη και υπό καθεστώς αμφισβήτησης των συνόρων ή των θαλάσσιων ζωνών του.

Η σύμβαση νοτίως της Κρήτης φαίνεται να προσεγγίζει αυτή τη λογική: δεν περιορίζεται στην εκμετάλλευση πόρων, αλλά ενσωματώνει την πιθανότητα μελλοντικής απώλειάς τους ως κανονικό συμβατικό ενδεχόμενο.

Η πρόβλεψη γεωπολιτικής αβεβαιότητας είναι θεμιτή σε κάθε επενδυτική συμφωνία. Όταν όμως αυτή μετατρέπεται σε ρήτρα που προεξοφλεί την πιθανή αναδιάταξη κυριαρχικών δικαιωμάτων, τότε η σύμβαση παύει να είναι απλώς εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και γίνεται μηχανισμός προσαρμογής σε μελλοντικές υποχωρήσεις. Δεν διασφαλίζει μόνο την εκμετάλλευση πόρων — διασφαλίζει και την ομαλή αποχώρηση των επενδυτών σε περίπτωση που αυτοί παύσουν να βρίσκονται υπό ελληνική δικαιοδοσία.

Έτσι, η συζήτηση δεν είναι τεχνική αλλά βαθιά πολιτική. Διότι όταν ένα κράτος θεσμοθετεί συμβατικά την πιθανότητα απώλειας περιοχών επί των οποίων ασκεί ή διεκδικεί κυριαρχικά δικαιώματα, το ερώτημα δεν είναι απλώς τι εκχωρεί σήμερα, αλλά τι αποδέχεται ότι μπορεί να μην του ανήκει αύριο. Και αυτή η παραδοχή μεταβάλλει τη φύση της σύμβασης: από εργαλείο αξιοποίησης εθνικού πλούτου σε μηχανισμό διαχείρισης μιας ενδεχόμενης μελλοντικής συρρίκνωσης του.