Το προφίλ του νέου δικαστηρίου
Η δίκη που φιλοξενείται σε ένα υπερσύγχρονο δικαστικό συγκρότημα εξελίσσεται σε πεδίο καταγγελιών, προκαλώντας ερωτήματα για τη διαδικασία και τη λειτουργία του συστήματος. Οι εξελίξεις αλλάζουν την εικόνα της υπόθεσης.
Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα δεν επιδέχεται καμία ερμηνεία. Μόνο καταγραφή. Και υπάρχουν κι άλλες, όπου η πραγματικότητα διαστρεβλώνεται τόσο προκλητικά, που η καταγραφή μετατρέπεται σε υποχρέωση αποκατάστασης της αλήθειας.
Στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα είναι πεισματικά.
Μπροστά μας βρίσκεται ένα δικαστικό συγκρότημα που δεν θυμίζει σε τίποτα τη γνωστή εικόνα της ελληνικής Δικαιοσύνης. Πρόκειται για το πιο σύγχρονο, πρόσφατα κατασκευασμένο δικαστήριο στη χώρα, σχεδιασμένο και υλοποιημένο μέσα σε μόλις δύο χρόνια, ακριβώς για να εξυπηρετήσει τη συγκεκριμένη δίκη. Μια κεντρική αίθουσα χωρητικότητας 250 ατόμων, συνοδευόμενη από δεύτερη αίθουσα με κλειστό κύκλωμα μετάδοσης. Συνολικά, δυνατότητα φιλοξενίας 450 καθήμενων. Επιπλέον, ξεχωριστός χώρος για δημοσιογράφους, ακόμη και ιατρείο.
Με άλλα λόγια: υποδομή που όχι απλώς καλύπτει, αλλά υπερβαίνει κατά πολύ τα δεδομένα που έχουμε συνηθίσει.
Και όμως.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το αφήγημα που επιχειρείται να επιβληθεί. Καταγγελίες περί «απαράδεκτων συνθηκών», αναφορές σε «ασφυκτική κατάσταση» και δραματοποιημένες περιγραφές που παραπέμπουν περισσότερο σε σκηνικό κρίσης παρά σε έναν χώρο που κατασκευάστηκε εξαρχής για να διασφαλίσει την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας.
Η Μαρία Καρυστιανού κάνει λόγο για «συνθήκες σαρδέλας» και θέτει ζήτημα χωρητικότητας 700 ατόμων — αριθμός που ουδέποτε αποτέλεσε ρεαλιστικό δεδομένο για καμία δικαστική αίθουσα στην Ελλάδα. Παράλληλα, η Ζωή Κωνσταντοπούλου και άλλοι νομικοί κύκλοι υιοθετούν αντίστοιχη ρητορική, φτάνοντας μέχρι και σε αιτήματα αλλαγής του τόπου διεξαγωγής της δίκης.
Διαβάστε επίσης:Τέμπη: Οργή στη δίκη για τις συνθήκες
Ανακύπτει, λοιπόν, ένα κρίσιμο ερώτημα:
Πρόκειται για πραγματική αγωνία γύρω από τις συνθήκες ή για μια συνειδητή προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων;
Διότι όταν ένα δικαστήριο διαθέτει προβλέψεις για εκατοντάδες παρευρισκόμενους, υποδομές ενημέρωσης, διακριτούς χώρους για τα ΜΜΕ και τεχνικές λύσεις αποσυμφόρησης, η επίκληση «ακαταλληλότητας» δεν μπορεί να σταθεί χωρίς σοβαρή τεκμηρίωση.
Αντιθέτως, γεννά την εντύπωση ότι η ουσία της δίκης επιχειρείται να μετατοπιστεί. Από το περιεχόμενο και τις ευθύνες… στη σκηνοθεσία της διαδικασίας.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.
Διότι η Δικαιοσύνη δεν απονέμεται ούτε με όρους τηλεοπτικού κάδρου ούτε με όρους πολιτικής πίεσης. Η παρουσία καμερών δεν είναι συνώνυμη της διαφάνειας, όπως και η απουσία τους δεν αποτελεί φίμωση. Η ισορροπία μεταξύ δημοσιότητας και εύρυθμης λειτουργίας της δίκης είναι θεσμική υποχρέωση — όχι αντικείμενο συνθηματολογίας.
Σε τελική ανάλυση, η κοινωνία δεν ζητά εντυπώσεις. Ζητά απαντήσεις.
Και αυτές δεν θα δοθούν ούτε με καταγγελίες για «σαρδέλες» ούτε με επικοινωνιακές εξάρσεις.
Θα δοθούν μόνο μέσα στην αίθουσα. Εκεί όπου —όσο κι αν κάποιοι ενοχλούνται— η πραγματικότητα δεν διαπραγματεύεται.