Αθήνα: «Πονοκέφαλος» η γραφειοκρατία για την άμεση απομάκρυνση 1.785 εγκαταλελειμμένων οχημάτων

Η εικόνα των τουλάχιστον 1.785 εγκαταλελειμμένων οχημάτων που σκουριάζουν για μήνες, ακόμη και χρόνια, στους δρόμους της πρωτεύουσας αποτελεί μια σιωπηλή αλλά διαρκή «πληγή» για την πόλη.

Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά

Στον δήμο Αθηναίων, η απομάκρυνσή τους έχει εξελιχθεί σε διαδικασία αντοχής, καθώς το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και οι διοικητικές αγκυλώσεις επιβραδύνουν σημαντικά κάθε παρέμβαση, την στιγμή που πολύτιμα τετραγωνικά δημόσιου χώρου παραμένουν δεσμευμένα, στερώντας θέσεις πάρκινγκ από τις γειτονιές και επιβαρύνοντας την ήδη ασφυκτική καθημερινότητα των κατοίκων.

Απαιτούνται τουλάχιστον 5-6 μήνες προκειμένου να «σηκωθεί» και να απομακρυνθεί ένα εγκαταλελειμμένο όχημα, την ίδια ώρα που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, χρειάζονται μόλις λίγες ημέρες. Από την πλευρά του, ο δήμος Αθηναίων, αναγνωρίζει ότι η υφιστάμενη διαδικασία απομάκρυνσης είναι αρκετά χρονοβόρα, και επιβαρύνει τόσο τη διαθεσιμότητα θέσεων στάθμευσης όσο και τη συνολική εικόνα του αστικού περιβάλλοντος. Η κα Όλγα Δούρου, αντιδήμαρχος Καθαριότητας και Ανακύκλωσης, επισημαίνει στο enikos.gr πως στόχος είναι να «χρησιμοποιήσουμε όλα τα αρμόδια δίκτυα όπως είναι η ΚΕΔΕ (Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας) για να ασκήσουμε συντεταγμένα θεσμικές πιέσεις για την αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου και να αποδώσουμε τον δημόσιο χώρο πίσω στους κατοίκους».

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραχώρησε στο enikos.gr η Διεύθυνση Καθαριότητας-Ανακύκλωσης του δήμου Αθηναίων, ο αριθμός των εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων στους δρόμους της πρωτεύουσας είναι 511, και των δικύκλων 1.274, εκ των οποίων, ανά δημοτικό διαμέρισμα είναι:

Για χιλιάδες οδηγούς, η εύρεση θέσης πάρκινγκ έχει μετατραπεί σε καθημερινή δοκιμασία, με συνεχείς κύκλους γύρω από τα ίδια τετράγωνα και, όταν η αναμονή ξεπερνά τα όρια, σε αναγκαστική στάθμευση αρκετά μακριά από τον τελικό προορισμό.

Μέσα σε αυτό το πιεστικό, σχεδόν ασφυκτικό, περιβάλλον, σύμφωνα τα στοιχεία του 2025 ο δήμος Αθηναίων προχώρησε σε 950 άρσεις εγκαταλελειμμένων οχημάτων, μια παρέμβαση που, αν και φυσικά δεν λύνει οριστικά το πρόβλημα, προσφέρει αποσυμφόρηση και ανακουφίζει, έστω μερικώς, την καθημερινή μάχη για μια ελεύθερη θέση.

Ανοδική πορεία καταγράφεται στην απομάκρυνση εγκαταλελειμμένων δικύκλων τα τελευταία χρόνια, με τα σχετικά στοιχεία να δείχνουν σταθερή ενίσχυση των παρεμβάσεων. Συγκεκριμένα, το 2023 πραγματοποιήθηκαν 120 άρσεις, ενώ το 2024 ο αριθμός αυξήθηκε σε 161, σημειώνοντας άνοδο 34,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Η ίδια ποσοστιαία μεταβολή (+34,2%) καταγράφεται και το 2025, όταν οι απομακρύνσεις έφτασαν τις 216, σύμφωνα με τα στοιχεία έως τον Νοέμβριο. Για το 2026, το σύνολο ανέρχεται σε 222 άρσεις για το διάστημα 1 Ιανουαρίου – 12 Φεβρουαρίου, με μικρότερη ετήσια μεταβολή της τάξης του 2,8%.

Παραμένει το… κόλπο του μισού μέτρου

Παράλληλα, οχήματα που έχουν εγκαταλειφθεί μετατρέπονται σε εστίες ρύπανσης και υποβάθμισης, ενώ πρακτικές όπως η μετακίνηση λίγων εκατοστών ώστε να αποφεύγεται ο χαρακτηρισμός τους ως «εγκαταλελειμμένα» δυσχεραίνουν περαιτέρω τις παρεμβάσεις των υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα, είναι ένα σύνθετο πρόβλημα που αγγίζει την ποιότητα ζωής, τη λειτουργικότητα της πόλης και τη διαχείριση του κοινόχρηστου χώρου.

Συγκεκριμένα, το enikos.gr σε ρεπορτάζ τον Σεπτέμβριο του 2025, είχε αναδείξει την συγκεκριμένη πρακτική που χρησιμοποιούν αρκετοί ιδιοκτήτες αυτοκινήτων, εκμεταλλευόμενοι τα κενά του νομοθετικού πλαισίου, δηλαδή να μετακινούν το όχημά τους, ακόμη και κατά μισό μέτρο, παρακάμπτοντας την διαδικασία απομάκρυνσής του από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Τότε, δημοτικές πηγές είχαν αναφέρει πως είχαν καταγραφεί τουλάχιστον 100 επιβεβαιωμένες περιπτώσεις της συγκεκριμένης πρακτικής. Σύμφωνα με την κα Δούρου, το φαινόμενο δεν αυξήθηκε, αλλά αντιθέτως σταθεροποιήθηκε και περιορίστηκε λειτουργικά, «όχι μόνο με αυθαίρετες ενέργειες, αλλά με αυστηρούς ελέγχους.

«Δεδομένου ότι, κριτήριο παραμένει η ακινησία άνω των 90 ημερών στον δημόσιο χώρο, ανεξαρτήτως τελών και πινακίδων, οι αρμόδιοι υπάλληλοι προκειμένου να αποτρέψουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα παραβατικότητας με το πρόσχημα μετακίνησης: 

  • Φωτογραφίζουν διαχρονικά το όχημα,
  • Τεκμηριώνουν επαναλαμβανόμενη στάθμευση,
  • και συνεχίζουν κανονικά τη διαδικασία άρσης

Άρα, ακολουθώντας πιστά τις διαδικασίες, παρά το πρόσχημα μετακίνησης, λειτουργούμε θεσμικά, ώστε κάθε άρση να είναι νομικά θωρακισμένη και μη προσβλητή».

Το γραφειοκρατικό «φρένο» στην άμεση απομάκρυνση των εγκαταλελειμμένων οχημάτων

Η απομάκρυνση ενός παρατημένου οχήματος από τους δρόμους της Αθήνας, εξελίσσεται σε μία μακρά και πολυσύνθετηδιαδρομή, όπως και αυτές που κάνουν οι οδηγοί για να βρουν μία θέση πάρκινγκ.

Η διαδικασία ξεκινά με τον εντοπισμό και τη φωτογραφική καταγραφή από τις αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς και με την τοποθέτηση ειδικού αυτοκόλλητου ειδοποίησης πάνω στο όχημα, που ενημερώνει τον ιδιοκτήτη. Από εκεί και πέρα, πρέπει να παρέλθουν συνολικά 90 ημέρες, με το όχημα να βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς σημείο ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί επισήμως ως εγκαταλελειμμένο. Αν στο μεταξύ μετακινηθεί, ακόμη και για λίγα εκατοστά, η διαδικασία ακυρώνεται, καθώς δεν θεωρείται πλέον στέρεο απόβλητο.

Εφόσον, δεν υπάρξει καμία μετακίνηση, η ειδοποίηση προς τον ιδιοκτήτη παραμένει αναρτημένη για 45 ημέρες. Στη συνέχεια, οι υπηρεσίες αναζητούν τα στοιχεία του κατόχου μέσω του αριθμού πλαισίου του οχήματος από το υπουργείο Μεταφορών, διαδικασία που απαιτεί επιπλέον χρόνο, συνήθως 7 έως 10 ημέρες. Ακολουθεί αποστολή συστημένης επιστολής προς τον ιδιοκτήτη και, μετά την παρέλευση ακόμη 10 ημερών, δίνεται η δυνατότητα απομάκρυνσης, υπό την προϋπόθεση ότι το όχημα εξακολουθεί να βρίσκεται στο ίδιο σημείο.

Στην πράξη, η ολοκλήρωση όλων των σταδίων διαρκεί τουλάχιστον 5-6 μήνες, όταν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντίστοιχες ενέργειες ολοκληρώνονται μέσα σε λίγες ημέρες, γεγονός που αναγνωρίζεται από τον δήμο Αθηναίων, ο οποίος τονίζει πως θα αξιοποιηθούν όλοι οι θεσμικοί δίαυλοι, μεταξύ αυτών και η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας, προκειμένου να διαμορφωθεί συντονισμένη πίεση για αναθεώρηση της νομοθεσίας και να επιστραφεί, γρηγορότερα, ο κοινόχρηστος χώρος στους πολίτες.