Το μέλλον για τη νεολαία παραμένει αβέβαιο

Το μέλλον για τη νεολαία παραμένει αβέβαιο, καθώς οι οικονομικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.

Γράφει ο Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Ο πρωθυπουργός έκανε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που «χτίστηκε» γύρω από την ανακοίνωση της στατιστικής υπηρεσίας ότι η ανεργία των νέων έως 25 ετών υποχώρησε σημαντικά με βάση τη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού, στοιχεία πάντως αμφιλεγόμενα με ειδικούς να μιλούν χαρακτηριστικά για «greek statistics» στην ανεργία.

Βεβαίως, η προσεκτική ανάγνωση ακόμη και αυτών των στατιστικών δεδομένων, ιδίως σε σύγκριση με την πιο αναλυτική τριμηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού, δείχνει ότι μιλάμε για μια ηλικιακή κατηγορία που το μεγαλύτερο μέρος είναι ούτως ή άλλως εκτός εργατικού δυναμικού. Όμως, ακόμη και έτσι είναι και αυτή ένα σημάδι μιας τάσης που τη γνωρίζουμε, δηλαδή της υποχώρησης της ανεργίας εδώ και αρκετά χρόνια.

Ο πρωθυπουργός προσπάθησε σε αυτή τη βάση να διαμορφώσει ένα αφήγημα ότι η κυβέρνησή του σταδιακά εξασφαλίζει ότι η νέα γενιά θα ζήσει καλύτερα από τις προηγούμενες. Παρότι παραδέχτηκε την ακρίβεια και το στεγαστικό πρόβλημα, που επηρεάζει ιδιαίτερα τη νεολαία, εντούτοις υποστήριξε ότι με την υποχώρηση της ανεργίας, την αύξηση του κατώτατου μισθού, τη μείωση της φορολογίας για τους νέους και τα μέτρα για φτηνότερα δάνεια για κατοικία, θα εξασφαλίσει ότι οι σημερινοί νέοι θα έχουν μια καλύτερη ζωή από τους γονείς τους.

Ως στόχος, σίγουρα είναι σημαντικός, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι εδώ και χρόνια βλέπουμε τους νέους να ζουν χειρότερα από τους γονείς τους, με την έννοια ότι χρειάζεται να εργαστούν πολύ πιο σκληρά για να πετύχουν ένα επίπεδο ευημερίας ανάλογο με αυτό που εξασφάλιζαν προηγούμενες γενιές. Αρκεί να σκεφτούμε ότι στη δεκαετία του 1980 ένας μισθός αρκούσε ώστε μια οικογένεια να τα φέρνει βόλτα και μάλιστα παραπάνω από αξιοπρεπώς, ενώ στη δεκαετία του 1990 η ύπαρξη δύο μισθών στην οικογένεια επέτρεπε αγορά καλύτερου σπιτιού και τη δυνατότητα να κάνουν οι οικογένειες όνειρα. Όμως, ήδη από τη δεκαετία του 2000 οι νέοι ένιωθαν ότι χρειάζεται να προσπαθήσουν πολύ περισσότερο για να εξασφαλίσουν ένα στοιχειώδες επίπεδο ζωής. Και μετά ήρθε η κρίση και η ριζική επιδείνωση της κατάστασης των εργαζομένων και η έκρηξη της ανεργίας, ιδίως της ανεργίας των νέων, στοιχείο που οδήγησε και σε μια μαζική μετανάστευση που ακόμη δεν έχει αντιστραφεί.

Αυτή τη στιγμή τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κυρίως, όμως, ως προς το ότι υπάρχουν περισσότερες δουλειές. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες είναι υψηλών προσόντων, υψηλής προστιθέμενης αξίας και υψηλών αμοιβών. Αντιθέτως σε μεγάλο βαθμό είναι κακοπληρωμένες δουλειές σε υπηρεσίες, όπως ο τουρισμός και η εστίαση, που δίνουν απασχόληση, αλλά όχι προοπτική. Το δημόσιο εξακολουθεί να είναι υποστελεχωμένο, την ώρα που οι απολαβές παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές, κάτι που έχει ήδη αρχίσει να δημιουργεί προβλήματα σε χώρους όπως η υγεία όπου συχνά υπάρχει δυσκολία να προσελκυστούν γιατροί στο ΕΣΥ. Ανησυχητικά μεγάλο ποσοστό νέων αναγκάζονται να εργαστούν σε δουλειές που δεν αντιστοιχούν στο μορφωτικό επίπεδο και στις σπουδές τους, υπο-αμειβόμενες και χωρίς προοπτικές, «εγκλωβισμένοι» στο παιδικό δωμάτιο στο πατρικό τους. Οι αυξήσεις των ονομαστικών μισθών υπολείπονται σημαντικά των αυξήσεων του πραγματικού κόστους ζωής και εξανεμίζονται. Άρα, ναι, έχουν περισσότερες δουλειές οι νέοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν καλές δουλειές και προοπτική.

Έπειτα δεν είναι δεδομένο ότι και αυτή η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών θα συνεχιστεί εσαεί, εάν αναλογιστούμε ότι αναμένουμε μια υποχώρηση της οικονομικής δυναμικής με το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης.

Κυρίως, όμως, αυτό που δεν συζητά ο πρωθυπουργός είναι ότι πίσω από τη «μαγική εικόνα» όπου όλα πάνε προς το καλύτερο, υπάρχουν όλα τα ανοιχτά ερωτήματα για το μέλλον της χώρας: η αδυναμία προσέλκυσης μεγάλων επενδύσεων σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας πέραν της ενέργειας, η αδυναμία να γίνουμε κόμβος στις νέες τεχνολογίες, η υποχώρηση της ίδιας της οικονομικής βαρύτητας της χώρας σε σχέση ακόμη και με χώρες της «διεύρυνσης», δεν επιτρέπουν μεγάλη αισιοδοξία.

Αρνητικά λειτουργεί και η διάχυτη αίσθηση ότι πόροι που υποτίθεται ότι θα έβαζαν τις βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον, από τις αγροτικές ενισχύσεις, έως τα ευρωπαϊκά κονδύλια για την κατάρτιση αντιμετωπίστηκαν στην καλύτερη των περιπτώσεων ως «ζεστό χρήμα», στη χειρότερη ως πεδίο εκτεταμένης διασπάθισης, χωρίς κανένα άλλο αποτέλεσμα.

Όλα αυτά δεν πρόκειται να αλλάξουν την εικόνα μιας χώρας που δεν δίνει άλλη προοπτική στη νεολαία, από το να έχει απλώς μια δουλειά, μιας χώρας που πολώνεται ανάμεσα σε μια ευνοούμενη μειοψηφία και μια πλειοψηφία που ανησυχεί όλο και περισσότερο, μιας χώρας «μειωμένων προσδοκιών», μιας χώρας που εξακολουθεί να μην μπορεί να πει με σαφήνεια ποιο είναι το καλύτερο μέλλον που υπόσχεται πέραν από την απλή συνέχεια της κατάστασης όπως είναι σήμερα, με όλες τις αβεβαιότητες που αυτή περιλαμβάνει.

Και δεν της δίνει προοπτική γιατί αυτή η κυβέρνηση σε όλη της τη διαδρομή δεν θέλησε ποτέ να συνομιλήσει με τη νεολαία. Πάντα συμπεριφέρθηκε ως να ήξερε καλύτερα από την ίδια τη νεολαία τι θέλουν όντως οι νέοι. Καθόλου τυχαία, όποτε οι νέοι κινητοποιήθηκαν και διαδήλωσαν για τα δικά τους προβλήματα και τα δικά τους αιτήματα πιο πιθανό ήταν να δουν τα ΜΑΤ παρά τους αρμόδιους υπουργούς.

Γιατί το ζήτημα δεν είναι γενικά κάποιος να πει: «νοιάζομαι για τους νέους». Το ζήτημα είναι να τους ακούσει, να αφουγκραστεί την αγωνία τους, να τους δώσει βήμα και πάνω από όλα να τους καλέσει να συνεισφέρουν σε έναν κοινό στόχο και ένα κοινό όραμα για έναν τόπο που να είναι πιο φιλόξενος για όσους ζουν εντός του. Και μόνο αυτός θα κερδίσει μια νεολαία πιο δύσπιστη παρά ποτέ. Και που δεν θα μεταπειστεί με ένα reel…