Βία ανηλίκων: Η «ανατομία» του φαινομένου μέσα από τα μάτια ειδικών και το στοίχημα της πρόληψης

Είναι γεγονός ότι η ανήλικη παραβατικότητα, με κύριο χαρακτηριστικό την ωμή βία ακόμα και σε πολύ μικρές ηλικίες, παρουσιάζει μια ανησυχητική έξαρση που μεταφέρεται πλέον ακόμη και μέσα στα σχολεία. Παρόλο που η βία μεταξύ ανηλίκων δεν είναι ούτε φαινόμενο της εποχής, ούτε κάτι καινούργιο, η μορφή της έχει αλλάξει ριζικά σε σύγκριση με το παρελθόν.

Του Στέλιου Μπαμιατζή

Η καθημερινότητα των παιδιών είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη με μια «ψηφιακή κουλτούρα», όπου η βία συχνά ωραιοποιείται ή παρουσιάζεται ως μέσο καταξίωσης, με το διαδίκτυο να λειτουργεί ως επιταχυντής, εκθέτοντας τους ανηλίκους σε πρότυπα επιθετικής συμπεριφοράς από νωρίς. Σε αντίθεση με το παρελθόν, η σημερινή παραβατικότητα έχει έντονα δημόσιο χαρακτήρα. Οι πράξεις βίας και οι κλοπές συχνά βιντεοσκοπούνται και κοινοποιούνται, μετατρέποντας τον εκφοβισμό σε ένα είδος «κοινωνικού τροπαίου».

To enikos.gr ανοίγει το θέμα, μιλώντας με ειδικούς που απαντούν σε κρίσιμα ερωτήματα:  Τι γεννά τελικά τη βία των ανηλίκων και ποια είναι η πραγματική εικόνα σήμερα; Κυρίως, γιατί – ένα πελώριο γιατί – κάποια παιδιά «επιλέγουν» την παραβατικότητα και πώς θα μπορέσει η κοινωνία να προφυλάξει και να μην περιθωριοποιήσει τα παιδιά αυτά;

«Η βία δεν δημιουργείται στο σχολείο, εκφράζεται και αντανακλάται σε αυτό» τονίζει ο Γραμματέας της ΟΛΜΕ Ανδρέας Καργόπουλος στο enikos.gr, σχετικά με τα πρωτοφανούς αγριότητας περιστατικά που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο χρονικό διάστημα, ενώ εστιάζει στην αδυναμία επανένταξης.

«Το σχολείο μπορεί να συμβάλλει στην επίλυση του προβλήματος όσο του αναλογεί. Υπάρχουν όμως σοβαρά προβλήματα, τόσο διοικητικά – τεχνικά, όσο και περιεχομένου» τονίζει και κάνει λόγο για έλλειψη προσωπικού. «Οι περισσότεροι από το εξειδικευμένο προσωπικό, κοινωνικοί λειτουργοί και ψυχολόγοι είναι συμβασιούχοι και όχι μόνιμοι. Αυτό σημαίνει ότι βλέπουν τα παιδιά μία φορά την εβδομάδα. Δεν προλαβαίνουν καν να γνωρίσουν έναν μαθητή. Απαιτούνται μόνιμοι σε κάθε σχολείο, όχι να αλλάζει ο εκπαιδευτικός κάθε χρόνο.

Υπάρχει επίσης υπερβολική κινητικότητα. Όταν ένας ειδικός πάει σε 3 σχολεία πώς να διαχειριστεί τις καταστάσεις; Και έχουμε σχολεία – γίγαντες. Στο 39 της Κυψέλης έχουμε 1.200 μαθητές. Τουλάχιστον 27-28 μαθητές σε κάθε τάξη, ειδικά στα Λύκεια.»

Κανένα πρόγραμμα επανένταξης

Όπως λέει, η «λύση» που εφαρμόζεται στην πράξη είναι οι μαθητές με παραβατική συμπεριφορά να αλλάζουν σχολικό περιβάλλον. Δηλαδή, μεταφέρεται το πρόβλημα αλλού. «Πας το παιδί αλλού, και; Τι αλλάζει; Δεν αντιμετωπίζεις το πρόβλημα με έναν παραβατικό μαθητή με γενικολογίες. Πώς τον πλησιάζεις πραγματικά; Πώς αντιλαμβάνεται ο μαθητής την προσέγγιση όταν δεν έχει καθηγητές και υπάρχουν ελλείψεις;», τονίζει ο κ. Καργόπουλος και προσθέτει: «Ο καθηγητής θα μιλήσει στον κοινωνικό λειτουργό, μπορεί να απευθυνθεί με καταγγελία στις κοινωνικές υπηρεσίες. Επίσης, προσπαθείς να συνετίσεις τον μαθητή, να συζητήσεις μαζί του και μετά περνάς στις ποινές (αποβολή). Αυτό είναι το πλαίσιο και τέλος.»

Τα παραβατικά παιδιά αντιστοιχούν σε ένα μικρό ποσοστό του μαθητικού πληθυσμού, το πρόβλημα όμως είναι πως δεν υπάρχει επανένταξη. «Ένας μαθητής που θα “ξεφύγει”, θα πάει σε αναμορφωτήριο, η φυλακή Κορυδαλλού επίσης έχει σχολείο ανηλίκων, αλλά μετά, όταν εκτίσει την ποινή του, τι θα συμβεί; Πώς θα ξαναπάει στο σχολείο; Εντάξει, βγήκε, μετά τι; Δεν υπάρχει καν στήριξη. Και δυστυχώς οι περισσότεροι παραβάτες προέρχονται από προβληματικά οικογενειακά περιβάλλοντα», επισημαίνει.

“Η βία γίνεται γλώσσα” – Η παρέμβαση περιορίζεται στη διαχείριση της συμπεριφοράς

Η Μαρία Ρώτα, Συστημική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Οικογενειακής Θεραπείας, τονίζει από την πλευρά της ότι η ακραία παραβατική βία στα παιδιά δεν προκύπτει ξαφνικά και ότι η εξήγηση δεν είναι ποτέ για αυτές τις περιπτώσεις ο «κακός χαρακτήρας» και η έλλειψη ορίων.

«Συνήθως είναι το τέλος μιας μακράς εσωτερικής απορρύθμισης. Με απλά λόγια, κάποια στιγμή καταρρέει η ικανότητα του παιδιού να σκέφτεται και να μιλά γι’ αυτό που το πλημμυρίζει· έτσι, εκφράζεται με πράξεις. Πολλές φορές η αγριότητα είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σωθεί από αισθήματα ντροπής, ταπείνωσης ή αβοήθητου που βιώνονται σαν απειλή για το ίδιο. Η επίθεση λειτουργεί τότε σαν βίαιη αντιστροφή της αδυναμίας σε ισχύ», εκτιμά.

Όπως σημειώνει η κ. Ρώτα, η βία γίνεται γλώσσα όταν «δεν έχει αναπτυχθεί η ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τι νιώθει και να φαντάζεται τι νιώθει ο άλλος. Παύει να βιώνεται ως πρόσωπο και γίνεται εμπόδιο. Μειώνεται η ενσυναίσθηση και η ενοχή. Πίσω από πολλές εκρήξεις επιθετικότητας υπάρχει μεγάλη ευαισθησία στην απόρριψη, στον εξευτελισμό. Αυτά βιώνονται σαν απειλή εξαφάνισης. Η επίθεση γίνεται τότε άμυνα: αν μικρύνω τον άλλον, δεν είμαι εγώ ο μικρός. Η βία αποκτά, μια λειτουργία αυτοπροστασίας».

Ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχουν παιδιά εκ φύσεως «προβληματικά», αλλά παιδιά με προβληματική συμπεριφορά σε συγκεκριμένες συνθήκες. Και είναι συνήθως σύμπτωμα. «Η ταμπέλα καθησυχάζει την κοινωνία, γιατί δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι «αυτός ήταν αλλιώς», αλλά δεν προστατεύει ούτε τα παιδιά ούτε το περιβάλλον τους».

Σύμφωνα με την κ. Ρώτα, σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει δύσκολο οικογενειακό υπόβαθρο, όχι όμως με την έννοια της «κακής οικογένειας». «Μπορεί να υπάρχει συναισθηματική απουσία, περιβάλλον όπου η επιθετικότητα είναι τρόπος επικοινωνίας και άλλα. Βέβαια, πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε τέτοια περιβάλλοντα και δεν γίνονται βίαια. Αυξάνεται ο κίνδυνος, όταν δεν υπάρχουν άλλοι προστατευτικοί παράγοντες. Επίσης, δεν υπάρχει αρκετές φορές ένα σαφές σύστημα υποχρεώσεων, παροχών, ανταμοιβών, στερήσεων αλλά και ένα σαφές αξιακό πλαίσιο. Όταν τα όρια είναι ασταθή ή αντιφατικά, γίνονται εξωτερικό εμπόδιο που δοκιμάζεται. Η βία γίνεται έτσι και μια δοκιμή: “υπάρχει κάποιος που αντέχει να με σταματήσει;» εξηγεί.

«Τέτοια περιστατικά (όπως της μαθήτριας στην Κυψέλη, ή στις Σέρρες) σπάνια είναι εντελώς αιφνίδια. Συνήθως προηγείται μια περίοδος κλιμάκωσης. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι θα είχαν αποφευχθεί, αλλά σίγουρα υπήρχαν σημάδια και παράθυρα παρέμβασης. Η απομάκρυνση ενός παιδιού από το σχολικό περιβάλλον μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι αναγκαία, δεν είναι όμως λύση από μόνη της», συμπληρώνει η κ. Ρώτα.

ΒΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ
pixabay

Η σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα

Η ίδια υπογραμμίζει ότι το διαδίκτυο και δη τα social media παίζουν κομβικό ρόλο, καθώς η συνεχής έκθεση σε εικόνα, ένταση και ανταγωνισμό ενισχύει την ανάγκη του «να φανώ». «Δεν προκαλεί από μόνη της τη βία, αλλά επηρεάζει τον τρόπο που αυτή εκφράζεται. Η συνεχής επαφή με το διαδίκτυο καταλύει τις διαδικασίες. Όλα είναι γρήγορα και άμεσα.  Η σημερινή κατάσταση είναι ανησυχητική όχι επειδή η βία δεν υπήρχε παλαιότερα. Είναι πιο ορατή, πιο καταγεγραμμένη, αλλά εξακολουθούμε να την αντιμετωπίζουμε κυρίως κατασταλτικά και όχι προληπτικά. Όσο η βία αντιμετωπίζεται μόνο ως πειθαρχικό πρόβλημα, θα επιστρέφει με πιο ακραίες μορφές. Επίσης, έχει αλλάξει η ποιότητα των βίαιων περιστατικών. Είναι σαν να έχει εξαφανισθεί το αίσθημα ντροπής και συνεπειών».

Μόνο ένας κοινωνικός λειτουργός για 40.000 κατοίκους

Η κ. Τριανταφυλλιά Αθανασίου, κοινωνική λειτουργός και πρόεδρος του ΔΣ του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον αριθμό των κοινωνικών λειτουργών, καθώς υποστηρίζει πως αναλογεί μόλις ένας για τουλάχιστον 40.000 κατοίκους.

«Αν ιδανικά, είχαμε δημιουργήσει σύστημα Παιδικής Προστασίας, με υπηρεσίες πρόληψης για την παρακολούθηση των παιδιών και των οικογενειών τους, σύμφωνα με τα διεθνή και Ευρωπαϊκά πρότυπα, τότε θα σχολιάζαμε ότι εκ μέρους της Πολιτείας έχουν γίνει όλα όσα χρειάζονται. Όμως αντί γι’ αυτό έχουμε ένα δυστοπικό τοπίο:

  • το ένα τρίτο των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής (ΥΕΑΚΑ) του Υπ. Δικαιοσύνης, που έχουν μεταξύ άλλων την αρμοδιότητα της εξωιδρυματικής μεταχείρισης ανηλίκων παραβατών, έχουν σταματήσει να λειτουργούν λόγω έλλειψης προσωπικού.
  • Οι Κοινωνικές Υπηρεσίες των δήμων, για παροχή πρωτοβάθμιας και επείγουσας κοινωνικής φροντίδας, είναι πλέον δραματικά υποστελεχωμένες. Την ίδια στιγμή τους μεταβιβάζονται αρμοδιότητες άλλων υπηρεσιών, χωρίς ενίσχυση. Η υποστελέχωση εντείνεται κάθε χρόνο.
  • Οι κοινωνικοί λειτουργοί των δήμων αναλογούν σε έναν κοινωνικό λειτουργό ανά 40.000 κατοίκους ή και περισσότερους. Είναι μία από τις υψηλότερες αναλογίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η άνιση κατανομή κοινωνικών λειτουργών στην επικράτεια, σημαίνει ότι πολλές περιοχές της επαρχίας μένουν χωρίς κάλυψη. Στην πραγματικότητα έχουμε ένα σύστημα που παρεμβαίνει μόνο όταν δυστυχώς οι ακάλυπτες ανάγκες μετατραπούν σε τραγικά συμβάντα», λέει στο enikos.gr

Απουσιάζει η πρόληψη

Η πρόληψη, συνεχίζει, συνδέεται άμεσα με ένα υγιέστερο περιβάλλον στην οικογένεια και το σχολείο, δίνοντας ενεργό ρόλο στα παιδιά και τους εφήβους μέσω της συμμετοχής τους σε δραστηριότητες. «Αυτή η προσέγγιση μοιάζει να απουσιάζει. Σε μια κοινωνία που οι γονείς πιέζονται, ο ποιοτικός χρόνος και η εποπτεία μειώνονται. Στην οικογένεια που δεν έχει πρόσβαση σε συμβουλευτική και σε υποστήριξη, οι δυσλειτουργίες μεταφέρονται απευθείας στο παιδί. Αυτό που τώρα βλέπουμε συνεχώς είναι οι αυξανόμενες συνέπειες της βίας, της ανέχειας και της αποσύνθεσης του συστήματος υγείας.» εξηγεί, επιρρίπτοντας ευθύνες στην Πολιτεία, που, όπως τονίζει, δυστυχώς, αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα έχει επιλέξει να βαπτίζει παραβατικό κάθε παιδί.

Έτσι, «δεν φταίει ποτέ το κοινωνικό πλαίσιο, η φτώχεια, οι ελλείψεις στην υποστήριξη. Το παιδί περιθωριοποιείται και ωθείται εκτός σχολείου». «Κάθε παιδί που εκδηλώνει παραβατική ή προβληματική συμπεριφορά είναι στην πραγματικότητα ένα παιδί που εκπέμπει σήμα κινδύνου. Προβληματική είναι μια κοινωνία που αδυνατεί να το βοηθήσει και το αφήνει να γίνεται έρμαιο χρόνιων ελλείψεων και τελικά να θυματοποιείται ή να γίνεται το ίδιο δράστης. Ένα σύστημα που δεν εστιάζει στη συναισθηματική ανάπτυξη», υπογραμμίζει.

ΒΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ
Pexels

“Ενισχύεται ο κίνδυνος περιθωριοποίησης”

Σύμφωνα με την κ. Αθανασίου,  διαπιστώνεται ότι η παραβατικότητα των ανηλίκων αντιμετωπίζεται θεσμικά, μόνο μέσω της επιβολής κάποιου τιμωρητικού μέτρου ως συμμόρφωση του ανήλικου δράστη. «Μέτρα στη σχολική κοινότητα, όπως οι αποβολές, δεν συμβάλλουν καθόλου στα παιδιά με αποκλίνουσα συμπεριφορά. Αντίθετα, ενισχύουν τον κίνδυνο περιθωριοποίησης. Η τιμωρητική πρακτική απομονώνει και αποδίδει την ευθύνη αποκλειστικά και μόνο στον ανήλικο. Πάγια πεποίθησή των κοινωνικών λειτουργών που εργάζονται στα σχολεία είναι ότι ακόμη και στην παραβατική ή αποκλίνουσα συμπεριφορά ή πράξη, το ερώτημα δεν πρέπει να είναι «τι έκανε το παιδί» αλλά «τι του συνέβη».

«Η σημερινή βία είναι πιο «δημόσια», πιο σκληρή, πιο στιγματιστική και εύκολα προσβάσιμη. Η κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με μια μορφή βίας που ενδεχομένως αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κουλτούρας» καταλήγει.