Ίμια: Συμπεράσματα και διαπιστώσεις

Ο Δημήτρης Καραϊτίδης, διευθυντής διπλωματικού γραφείου πρωθυπουργού κατά την κρίση στα Ίμια μιλά για τη νύχτα που έφερε Ελλάδα και Τουρκία μία ανάσα από την πολεμική σύγκρουση.

*Του Δημήτρη Καραϊτίδη

Η επέτειος 30 ετών από τα συνταρακτικά περί τα Ίμια συμβάντα, που έχουν καταγραφεί στο δημόσιο λόγο ως «η κρίση των Ιμίων επιβάλλει μια ψυχραιμότερη ανασκόπηση του θέματος και την διατύπωση ορισμένων επισημάνσεων και συμπερασμάτων σε σχέση με ουσιώδεις πτυχές της εν λόγω κρίσης.

Από τα κύρια γεγονότα, τα οποία είναι σε γενικές γραμμές γνωστά, υπενθυμίζω ότι το εναρκτήριο επεισόδιο της κρίσης ήταν η προσάραξη ενός τουρκικού σκάφους στα ρηχά των Ιμίων και ο εν συνεχεία ισχυρισμός της Τουρκίας, που διατυπώθηκε σε ρηματική διακοίνωση προς την πρεσβεία μας στην Άγκυρα, ότι τα Ίμια αποτελούν τουρκικό έδαφος.

Φυσικά, ο ισχυρισμός αυτός έτυχε άμεσης αντίκρουσης από ελληνικής πλευράς και άρχισε έτσι μια μια επίσημη αντιδικία σταδιακά κλιμακούμενη, που οδήγησε σε όξυνση και σε σοβαρή κρίση.

Έτερο συνακόλουθο επεισόδιο ήταν η δράση αυτόκλητων ιδιωτών υπερασπιστών και απ’ τις δυο πλευρές, οι οποίοι επιδόθηκαν στην τοποθέτηση και την αφαίρεση σημαιών επί της μιας νησίδας, της Ίμια και που εφόρτισαν το όλο κλίμα και προκάλεσαν στην κοινή γνώμη μια σταθερά αυξανόμενη ένταση και ανησυχία. Η όλη δε συγκυρία ολοκληρώθηκε με συγκέντρωση πολεμικών πλοίων στην περιοχή, που διαμόρφωσαν ένα σκηνικό επικείμενης σύγκρουσης.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και τις δυσμενώς εξελισσόμενες περιστάσεις φτάσαμε στην κορύφωση της κρίσης με τη σύγκληση άτυπης βραδινής άτυπης σύσκεψης του ΚΥΣΕΑ στη Βουλή, υπό τον τότε Πρωθυπουργό, Κώστα Σημίτη και με παρουσία του τότε Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Χρήστου Λυμπέρη.

Τα όσα ελέχθησαν και συνέβησαν στη σύσκεψη αυτή προσέλαβαν τη μορφή μιας όντως συνταρακτικής εξέλιξης και στην υπό συζήτηση κρίση και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Στη διάρκεια της σύσκεψης εκδηλώθηκε και επίσημη διαμεσολάβηση του Αμερικανού ΥΦΥΠΕΞ Χόλμπρουκ, μέσω της οποίας τα δύο μέρη αποδέχθηκαν πρόταση αποκλιμάκωσης, που στηριζόταν στην άμεση αποφυγή κάθε πολεμικής ενέργειας και ανάκληση πλοίων, στρατού και σημαιών και επαναφορά στην περιοχή του προ της κρίσεως ισχύοντος καθεστώτος.

Για την πληρέστερη αποσαφήνιση της όλης εικόνας ως προς τα διατρέξαντα εκείνο το βράδυ συνεδρίασης, είναι σκόπιμο να σημειωθούν ειδικότερα και τα εξής:

Η συνεννόηση του τότε Πρωθυπουργού, Σημίτη με τον ΑΓΕΕΘΑ, Ναύαρχο Λυμπέρη ήταν δύσκολη έως εμφανώς προβληματική. Πέραν του παράγοντος των τελείως διαφορετικών προσωπικοτήτων, ο μεν Πρωθυπουργός είχε εξ αρχής δηλώσει στη σύσκεψη ότι σκοπός της ακολουθητέας στάσης ήταν η αβλαβής για το κύρος της χώρας αποκλιμάκωση της όξυνσης, ενώ ο Ναύαρχος άφηνε να διαφανεί ότι θεωρούσε ως καλύτερο στόχο την πολεμική αντιμετώπιση της κατάστασης με κατευθείαν προσβολή των τουρκικών δυνάμεων. Οι δύο αυτές γραμμές ήταν αντίθετες και τελείως ασύμβατες και διαμόρφωσαν μία ατμόσφαιρα έντασης και εκνευρισμού.

Επιπλέον, ο Πρωθυπουργός έκρινε ότι οι απαντήσεις που ελάμβανε σε ερωτήματά του ήταν ασαφείς έως ατελείς. Υπήρχαν όμως και δύο άλλοι λόγοι που προκάλεσαν την έντονη δυσφορία του Σημίτη:

Αφενός ότι το ΚΥΣΕΑ πληροφορήθηκε από δημοσιογραφικές αναφορές την απόβαση του τουρκικού αποσπάσματος στην Ίμια και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε η πληροφορία με καθυστέρηση από τον ΑΓΕΕΘΑ.

Και αφετέρου, ότι εις τη συνομιλία τους προ της συσκέψεως είχε δώσει εντολή να ληφθούν εξ αρχής όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την πλήρη προφύλαξη των βραχονησίδων. Επ’ αυτού ο ΑΓΕΕΘΑ υποστήριζε ότι ήταν αρκετά τα μέτρα σε επιλεγμένα σημεία.

Της συνομιλίας αυτής υπήρξα αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυς. Όταν όμως ετέθη το ερώτημα πώς έγινε εφικτή η αποβίβαση Τούρκων στρατιωτών στη νησίδα, ο Α’ ΓΕΕΘΑ ανέφερε ότι δεν του είχε δοθεί τέτοια εντολή. Η διάσταση, επομένως, επί του σημείου αυτού και εν συνεχεία ήταν πλήρης και έντονη. Σε ερώτημα δε περί του απαιτούμενου χρόνου για εκδίωξη του τουρκικού αποσπάσματος, η απάντηση ήταν αποθαρρυντική…

Ένα άλλο σοβαρότατο θέμα που είχε επιπλέον προκύψει ήταν η καθυστερημένη επίσημη επιβεβαίωση της πτώσης του ελικοπτέρου. Θέμα που επιδείνωσε ακόμα περισσότερο την όλη ατμόσφαιρα.

Με μεγάλη αδημονία αλλά και ανησυχία, το ΚΥΣΕΑ ανέμενε να πληροφορηθεί ποια μορφή θα ελάμβανε το αμερικανικό ενδιαφέρον διαμεσολάβησης για τη λύση της κρίσης.

Περί της προθέσεως αμερικανικής διαμεσολάβησης είχε προηγηθεί τηλεφώνημα στον Σημίτη αρκετές ώρες νωρίτερα από τον Αμερικανό Πρόεδρο Κλίντον. Και η υλοποίηση της πρόθεσης επιβεβαιώθηκε στη διάρκεια της σύσκεψης με σειρά τηλεφωνημάτων του Χόλμπρουκ στα οποία με εντολή Πρωθυπουργού συνομιλητής ήταν ο τότε ΥΠΕΞ, Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος μετακινείτο σε άλλο γραφείο και στη συνέχεια ενημέρωνε επί των συνδιαλέξεων το ΚΥΣΕΑ.

Κατά τις διαβεβαιώσεις του Πάγκαλου, ο Χόλμπρουκ του είχε ρητώς διευκρινίσει ότι οι ΗΠΑ δεν αμφισβητούσαν το καθεστώς της ελληνικής κυριαρχίας στις βραχονησίδες.

Πρόσθετο ζήτημα που ετέθη εκείνο το βράδυ και συχνά γίνεται έκτοτε αντικείμενο συζητήσεων και επικριτικών για τον  Σημίτη σχολίων, ήταν εάν η σύσκεψη θα έπρεπε να γίνει στο Πεντάγωνο αντί του πρωθυπουργικού γραφείου στη Βουλή.

Η επιλογή της συνεδρίασης στη Βουλή βασίστηκε στην εκτίμηση του Πρωθυπουργού ότι η μετάβασή του στην αίθουσα επιχειρήσεων του Πενταγώνου θα προκαλούσε στην κοινή γνώμη αίσθημα ανησυχίας και ισχυρές εντυπώσεις περί επερχόμενου πολέμου μη συμβατές με την αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία που απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Πρέπει να παρατηρηθεί ότι και οι δύο απόψεις ήταν βάσιμες. Ίσως όμως στο Πεντάγωνο ο Σημίτης να είχε εξασφαλίσει ταχύτερη και πληρέστερη ενημέρωση.

Τέλος, από την όλη εμπειρία της Ιμιακής κρίσης συνάγονται τρία καίριας σημασίας συμπεράσματα:

Πρώτον, ότι η Τουρκία, οσάκις αποφασίζει να προβεί σε κάποια κίνηση πίεσης προς τη χώρα μας, ενεργεί με ψυχραιμία και καλό σχεδιασμό και επιλέγει την κατάλληλη στιγμή που στην Ελλάδα επικρατεί αρρυθμία ή κάποια αλλαγή του πολιτικού μηχανισμού, όπως εν προκειμένω ήταν η αλλαγή Πρωθυπουργού και κυβέρνησης λόγω αποχώρησης του ασθενούντος Παπανδρέου και ο ορισμός νέου Πρωθυπουργού, ο οποίος όμως δεν είχε λάβει ακόμα ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη την υπόθεση των Ιμίων, προέβη σε θεαματική επίδειξη ισχύος, ετόνισε τις απαράδεκτες διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και επιχειρεί έκτοτε να εμφανιστεί ως η ισχυρή και υπερτερούσα έναντι της χώρας μας δύναμη στον πολιτικοστρατιωτικό τομέα.

Τρίτο συμπέρασμα είναι ότι η επιτυχής διαχείριση κάθε πολιτικοστρατιωτικής κρίσης και πολύ περισσότερο μιας μείζονος σημασίας, όπως η υπό συζήτηση, απαιτεί εκτός από ψυχραιμία και υψηλή υπευθυνότητα, την ύπαρξη επιμελημένου σχεδιασμού και τη στενή συνεργασία πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας σε κλίμα άριστης εμπιστοσύνης και αρμονικής σύμπραξης.

*Ο Δημήτρης Καραϊτίδης είναι πρέσβης ε.τ., ο οποίος διετέλεσε διευθυντής διπλωματικού γραφείου πρωθυπουργού, στον Ανδρέα Παπανδρέου και στον Κώστα Σημίτη