Yπό τον φόβο μόνιμης και διαρκούς απειλής πλημμυρικών φαινομένων βρίσκεται η Αττική, με το 26% της έκτασής της, δηλαδή συνολικά 829 τ. χλμ., να αντιμετωπίζει υψηλό κίνδυνο, σύμφωνα με το αναθεωρημένο σχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Το Σχέδιο Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας Λεκανών Απορροής Ποταμών του Υδατικού Διαμερίσματος Αττικής, που δημοσιεύτηκε μόλις τον Ιούνιο του 2025 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αποτελεί «εργαλείο» για τη διαχείριση και τον συντονισμό όλων των αρμόδιων φορέων. Σε αυτό καταγράφονται οι 15 πιο ευάλωτες περιοχές-ζώνες, εντός και εκτός αστικού ιστού, που κινδυνεύουν από τις έντονες βροχοπτώσεις.
Πολλές από αυτές τις περιοχές πλημμυρίζουν κάθε χρόνο, καθώς η κλιματική κρίση έχει επιδεινώσει τις επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης δόμησης. Πρόκειται για «κόκκινα» σημεία που βρίσκονται κοντά στη λεκάνη του Κηφισού και του Ιλισού, όπως η Χαμοστέρνας, το Μοσχάτο και το Φάληρο, όπου εδώ και δεκαετίες παρατηρούνται πλημμυρικά φαινόμενα. Στο σχέδιο ωστόσο περιλαμβάνονται και άλλα, λιγότερο γνωστά σημεία, που έχουν πλημμυρίσει στο παρελθόν και από τύχη κάθε φορά που βρέχει καταρρακτωδώς δεν «θάβονται» κάτω από το νερό, όπως τονίζουν οι επιστήμονες.
Ο χάρτης
Ο χάρτης με τις ζώνες δυνητικά υψηλού κινδύνου πλημμύρας στο Λεκανοπέδιο παρουσιάζει την εικόνα που θα έχει η Αττική, στην περίπτωση μιας ακραίας βροχόπτωσης, ένα σενάριο που λόγω κλιματικής κρίσης δεν είναι καθόλου απίθανο. Σε αυτήν την περίπτωση, μια μεγάλη περιοχή από το Κέντρο Πολιτισμού «Σταύρος Νιάρχος» έως του Ρέντη και έως τον σταθμό των ΗΣΑΠ στο λιμάνι του Πειραιά θα βρεθεί κάτω από το νερό.
Αυτή είναι μόνο μία από τις ζώνες υψηλού κινδύνου που αναφέρεται στο σχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Μέχρι πρότινος, στις ζώνες υψηλού κινδύνου περιλαμβάνονται: οι παράκτιες περιοχές Σαρωνίδας – Αναβύσσου – Παλαιάς Φωκαίας, η χαμηλή ζώνη Λουτρακίου, η περιοχή των Μεσογείων, οι χαμηλές ζώνες ρεμάτων Μεγάρων – Νέας Περάμου, τα ρέματα Ασπροπύργου – Ελευσίνας, η λεκάνη της τεχνητής λίμνης Μαραθώνα, η παράκτια πεδινή περιοχή Μαραθώνα – Νέας Μάκρης, η λεκάνη του ποταμού Κηφισού και οι παράκτιες περιοχές Γλυφάδας – Βούλας. Στο αναθεωρημένο σχέδιο του 2025 προστέθηκαν οι χαμηλές ζώνες της Σαλαμίνας, της Αίγινας, των ρεμάτων του Κορινθιακού, των ρεμάτων της περιοχής των Αγίων Θεοδώρων, των ρεμάτων Καλάμου – Ωρωπού και η περιοχή στο Μάτι.
Ανεξέλεγκτη ανάπτυξη
Ο καθηγητής Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ, Ευθύμιος Λέκκας, αναφέρει στη Realnews ότι το Λεκανοπέδιο της Αττικής βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο αστικών και αιφνίδιων πλημμυρών. Οπως τονίζει, «η σημερινή εικόνα είναι αποτέλεσμα δεκαετιών ανεξέλεγκτης αστικής ανάπτυξης, η οποία δεν μπορεί πλέον να ανατραπεί. Είναι μια κατάσταση που κληρονομήσαμε και πάνω σε αυτή ήρθε να προστεθεί η κλιματική αλλαγή, δηλαδή τα έντονα καιρικά φαινόμενα. Δεχόμαστε μεγάλα ύψη βροχής μέσα στα αστικά κέντρα, τα οποία έχουν και μεγάλη τρωτότητα. Το νερό δεν μπορεί να κατεισδύσει γιατί είναι χτισμένες οι πλαγιές των βουνών και μπαζωμένα τα ρέματα και κινείται ανεξέλεγκτα. Στην Πικροδάφνη π.χ. έχουν χτιστεί μεγάλες πολυκατοικίες δεξιά και αριστερά του ρέματος, ενώ υπάρχει και λεκάνη συσσώρευσης υδάτων στον Αγιο Δημήτριο». Σύμφωνα με τον Ε. Λέκκα, η σημερινή πολεοδομική εικόνα των πόλεων δεν μπορεί να αναιρεθεί καθώς απαιτείται κατεδάφιση μεγάλου μέρους του οικιστικού ιστού. «Μια τέτοια απόφαση σε καμία περίπτωση δεν είναι εύκολη, αλλά θα αποτελούσε τη μόνη βέβαιη λύση. Προς το παρόν το βάρος των παρεμβάσεων θα πρέπει να μετατοπιστεί εκτός αστικού ιστού, στις ζώνες γύρω από την πόλη, όπου μπορούν να γίνουν έργα που θα αναστρέψουν σε έναν βαθμό τα πλημμυρικά φαινόμενα», εξηγεί.
«Ανοχύρωτη η Αττική»
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Νίκος Μπελαβίλας, καθηγητής Πολεοδομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που δηλώνει στην «R» ότι «είναι γνωστό πως η Αττική είναι ανοχύρωτη και γι’ αυτό δοκιμάζεται κάθε φορά που βρέχει. Αναρωτιούνται όλοι γιατί είχαμε τόσα έντονα πλημμυρικά φαινόμενα στη Γλυφάδα. Η απάντηση είναι απλή. Γιατί στην περιοχή της Ανω Γλυφάδας έχουν χτιστεί τα σπίτια ψηλά στο βουνό και σε μεγάλη κλίση, με αποτέλεσμα να φεύγουν τα νερά από το βουνό προς τα κάτω και να πλημμυρίζουν οι δρόμοι. Το ίδιο θα συμβεί αν βρέξει έντονα και στην Πετρούπολη και στον Ανω Κορυδαλλό».
Οπως προσθέτει, όσα αντιπλημμυρικά έργα και να γίνουν, αν δεν ανοίξουν οι φυσικές διαδρομές του νερού, η πόλη θα «πνίγεται» σε κάθε έντονη βροχή. «Οι πλημμυρικές υποδομές της χώρας είναι παλιές και πρέπει εδώ και τώρα η πολιτεία να πάρει την απόφαση να τις εκσυγχρονίσει. Να σπάσουμε τσιμέντα και να ανοίξουμε τα ρέματα, σταματώντας την κάλυψη των ρεμάτων, την κάλυψη της γης με σκληρές επιφάνειες που δεν είναι υδατοπερατές και ανοίγοντας από πάνω τα ρέματα όσο περισσότερο μπορούμε. Αυτή είναι η μία λύση», αναφέρει.
Η άλλη λύση είναι η διάνοιξη των ρεμάτων και των ποταμιών. «Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάσταση στο ρέμα Πικροδάφνης. Γιατί υπάρχουν οι κατολισθήσεις; Επειδή χτίστηκαν τα σπίτια πάνω στο ρέμα. Σε αυτή την περίπτωση αναγκαστικά θα πρέπει να πέσουν τα σπίτια για να μη συνεχιστεί το φαινόμενο. Να γίνει απαλλοτρίωση και να πάρουν αποζημιώσεις οι άνθρωποι. Αντίστοιχα, στο ποτάμι της Ραφήνας που είδαμε ότι υπερχείλισε με τη βροχή. Είχαμε προειδοποιήσει πριν από έναν χρόνο ότι πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα. Τα ποτάμια και τα ρέματα έχουν ‘‘μνήμη’’ και θα πάνε εκεί που ξέρουν. Ενα συνολικό στρατηγικό σχέδιο για την αντιπλημμυρική θωράκιση της Αττικής απαιτεί 10 με 20 χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητο πλέον η πολιτεία να πάρει θαρραλέες αποφάσεις και να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές», καταλήγει ο Ν. Μπελαβίλας.
Μετεγκατάσταση
Από την πλευρά του ο Μιχάλης Διακάκης, επίκουρος καθηγητής Φυσικών Καταστροφών στο ΕΚΠΑ, επισημαίνει πως το μέγεθος του προβλήματος φαίνεται από το γεγονός ότι το 26% της έκτασης της Αττικής αποτελεί ζώνη υψηλού κινδύνου. «Κατά κύριο λόγο εκεί όπου έχουμε μεγαλύτερη συχνότητα πλημμυρών είναι στα όρια ή στις παρυφές των ορεινών όγκων. Αυτό συμβαίνει για τρεις λόγους. Πρώτον, γιατί υπάρχουν φτωχά αντιπλημμυρικά έργα, μικροί αγωγοί ομβρίων σε περιοχές, όπως οι Αχαρνές, τα Ανω Λιόσια, τα Βριλήσσια, και το Χαλάνδρι. Το ίδιο συμβαίνει και με περιοχές που είχαν αυτή την εβδομάδα πλημμυρικά φαινόμενα, όπως η Ανω Γλυφάδα. Δεύτερον, μόνο σε λίγες περιπτώσεις έχουμε χρησιμοποιήσει φράγματα ανάσχεσης της ροής, τα οποία είναι μια λύση που δεν έχουμε αξιοποιήσει όσο θα έπρεπε. Και τρίτον γιατί έχουμε μια πολύ σοβαρή επιβάρυνση λόγω των δασικών πυρκαγιών», σημειώνει ο Μ. Διακάκης.
Οπως εξηγεί, οι επιστήμονες έχουν καταγράψει με λεπτομέρειες όλα τα τρωτά σημεία της Αττικής αλλά και των υπόλοιπων περιφερειών της χώρας, όμως η θωράκισή τους από την πολιτεία παραμένει ακόμη ζητούμενο. «Το πρόβλημα είναι γενικά δισεπίλυτο στον πυρήνα του γιατί όλες οι διαδρομές του νερού προς τη θάλασσα με έναν τρόπο είτε έχουν κλείσει, είτε έχουν μειωθεί, είτε έχουν χτιστεί ασφυκτικά τα κτίρια δίπλα σε αυτές τις διαδρομές. Αυτό το δίκτυο όμως των φυσικών διαδρομών του νερού προς τη θάλασσα από καιρό σε καιρό, από φυσικού του, υπερχειλίζει. Θέλει περισσότερο χώρο. Εκεί, όμως δεν υπάρχει άλλος χώρος. Κάποια στιγμή θα πρέπει να σκεφτούμε την πιθανότητα μετεγκατάστασης κάποιων περιοχών. Είναι μια δύσκολη λύση, αλλά πρέπει να σκεφτεί κανείς ότι η ίδια η φύση οδηγεί τα πράγματα προς τα εκεί. Στο ρέμα της Πικροδάφνης εκκενώνονται κτίρια γιατί διαβρώνονται ή γκρεμίζονται από την ίδια τη φύση», καταλήγει ο καθηγητής του ΕΚΠΑ.
Δυστυχώς όμως, όπως φαίνεται, δεν επιλύονται ακόμα και τα πιο απλά πολεοδομικά ζητήματα που επιδεινώνουν τις πλημμύρες. Παράδειγμα είναι το… διάσημο πλέον καπάκι της ΕΥΔΑΠ στην περιοχή του Αλίμου. Οι κατασκευαστές των πολυκατοικιών της περιοχής, πριν από περίπου 50 χρόνια, συνέδεσαν τον αγωγό των ομβρίων με τον αγωγό των λυμάτων, με αποτέλεσμα όποτε βρέχει πολύ, το καπάκι να ανοίγει από την υπερχείλιση των υδάτων.
Έξι μεγάλα έργα
Η Περιφέρεια Αττικής διαχειρίζεται 448 ρέματα, συνολικού μήκους 880 χλμ. Σήμερα βρίσκονται σε εξέλιξη αντιπλημμυρικά έργα διευθέτησης σε έξι μεγάλα ρέματα της Αττικής υπό την ευθύνη του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών (Εσχατιάς, Ραφήνας, Καναπίτσας, Ερασίνου, Αγίου Γεωργίου, Γιαννούλας).
Επιπλέον, στον Ιλισό κατεδαφίστηκε η παλαιά θολωτή λίθινη γέφυρα, με αποτέλεσμα την αύξηση της παροχετευτικότητας του ποταμού, ενώ παράλληλα πραγματοποιούνται εκτεταμένες εργασίες εκβάθυνσης στο ύψος της Καλλιθέας και του Μοσχάτου. Η νέα γέφυρα θα είναι έτοιμη μέσα στον Μάρτιο, ενώ τον Ιούνιο θα ολοκληρωθούν και οι εργασίες εκβάθυνσης. Το έργο, συνολικού προϋπολογισμού 12,8 εκατ. ευρώ, χρηματοδοτείται από το υπουργείο Εσωτερικών και την Περιφέρεια Αττικής. Από την Περιφέρεια Αττικής εκπονήθηκε ολοκληρωμένο σχέδιο για 55 έργα συνολικού προϋπολογισμού 471 εκατ. ευρώ (πρώτη φάση), εκ των οποίων τα 17 βρίσκονται σε εξέλιξη ή σε φάση υπογραφής σύμβασης. Πρόκειται για έργα, όπως η διευθέτηση του ρέματος Σαπφούς, ύψους 27 εκατ. ευρώ που δημοπρατείται τις αμέσως επόμενες ημέρες, η κατασκευή δικτύου ομβρίων στους δήμους Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη και Κορυδαλλού, ύψους 18,6 εκατ. ευρώ, η κατασκευή δικτύου αποχέτευσης ομβρίων στο Πανόραμα Ανω Λιοσίων ύψους 9,7 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, 38 αντιπλημμυρικά έργα προγραμματίζονται για δημοπράτηση εντός του 2026 (δεύτερη φάση). Στόχος είναι η ολοκλήρωση έως το 2028 της πρώτης φάσης και η υλοποίηση έργων της δεύτερης φάσης.
Νέος νόμος
Ενισχύεται το Εθνικό Κέντρο Διαχείρισης Κρίσεων
Πιο επίκαιρο από ποτέ είναι το σχέδιο νόμου του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας για την πρόληψη και τη διαχείριση των φυσικών καταστροφών και των πλημμυρικών φαινομένων.
Το νέο νομοσχέδιο υπό τον τίτλο «Ενεργή μάχη», το οποίο αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή τον Φεβρουάριο, περιλαμβάνει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την πρόληψη αλλά και την αντιμετώπιση φαινομένων, όπως αυτό που «χτύπησε» την Αττική πριν από λίγες ημέρες. Στο πλαίσιο αυτό θεσμοθετείται για πρώτη φορά υποεπιτροπή εκτίμησης πλημμυρικού κινδύνου, με τη συμμετοχή εξειδικευμένων επιστημόνων, η οποία λειτουργεί εντός της επιτροπής εκτίμησης κινδύνου της Πολιτικής Προστασίας. Στόχος της υποεπιτροπής δεν είναι απλώς η παρακολούθηση των φαινομένων, αλλά η συνεχής αποτίμηση του κινδύνου σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, η επιστημονική καθοδήγηση σε πραγματικό χρόνο και η υποστήριξη της λήψης προληπτικών μέτρων.
Καθοριστική θεωρείται και η θεσμοθέτηση στο Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων της Μονάδας Επιχειρησιακής Μετεωρολογίας (Unit7-METEO), η οποία θα παρέχει εξειδικευμένες μετεωρολογικές αναλύσεις και επιχειρησιακές προβλέψεις σε 24ωρη βάση, υποστηρίζοντας τη λήψη αποφάσεων, τον προληπτικό σχεδιασμό και την κλιμάκωση της ετοιμότητας πριν και κατά τη διάρκεια έντονων καιρικών φαινομένων.
Κομβικής σημασίας είναι και ο ρόλος των δήμων και των περιφερειών με την κατάρτιση τοπικών ειδικών σχεδίων πρόληψης πλημμυρικού κινδύνου, όπου για πρώτη φορά οι δήμοι και οι περιφέρειες καλούνται να χαρτογραφήσουν τα επικίνδυνα σημεία της περιοχής τους και παράλληλα να εντάξουν την πρόληψη πλημμυρών στον σχεδιασμό και στη λειτουργία των υπηρεσιών τους.
Σημειώνεται ότι, όπως είχε δημοσιεύσει η «R» την περασμένη Κυριακή, παρά το γεγονός ότι το 87,7% των δήμων έχει αντιμετωπίσει καταστροφές την τελευταία δεκαετία, μόλις το 26,1% έχει εκπονήσει στρατηγικές μελέτες πρόβλεψης και αξιολόγησης κινδύνου.


