Τα μέτρα των κυβερνήσεων
Τα Στενά του Ορμούζ προκαλούν παγκόσμιο ενεργειακό σοκ, οδηγώντας τις χώρες σε μέτρα για την αντιμετώπιση των ανατιμήσεων.
Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου μετά την επίθεση στο Ιράν τον Μάρτιο του 2026 έχει προκαλέσει έντονες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, οδηγώντας σε σημαντική άνοδο των τιμών βασικών προϊόντων. Οι κυβερνήσεις σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης στην καθημερινότητα των πολιτών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε τη λήψη 4 μέτρων για την αναχαίτιση των επιπτώσεων του πολέμου.
Παγκόσμιες αγορές και προβλέψεις
Η Goldman Sachs αναθεώρησε ανοδικά τις προβλέψεις της για την τιμή του πετρελαίου το 2026, εκτιμώντας ότι το αργό Brent θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 85 δολάρια το βαρέλι, από 77 δολάρια προηγουμένως. Για το West Texas Intermediate η πρόβλεψη αυξήθηκε στα 79 δολάρια, από 72 δολάρια, επικαλούμενη το «μεγαλύτερο σοκ προσφοράς πετρελαίου που έχει καταγραφεί ποτέ» λόγω του σχεδόν πλήρους κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ.
Σύμφωνα με την τράπεζα, η ροή μέσω του στενού αναμένεται να παραμείνει μόλις στο 5% των κανονικών επιπέδων για έξι εβδομάδες, πριν ξεκινήσει σταδιακή ανάκαμψη γύρω στις 10 Απριλίου. Οι απώλειες παραγωγής αργού στη Μέση Ανατολή εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 800 εκατομμύρια βαρέλια, με τις μειώσεις να κορυφώνονται στα 17 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Επιπτώσεις στις διεθνείς τιμές
Τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της αμερικανο-ισραηλινής στρατιωτικής εκστρατείας κατά του Ιράν, οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Το Brent έκλεισε στα 112,19 δολάρια την Παρασκευή, σημειώνοντας αύξηση άνω του 50% από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου.
Το σχεδόν πλήρες κλείσιμο του Στενού του Χορμούζ, μέσω του οποίου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας ημερήσιας προσφοράς, προκάλεσε, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, τη μεγαλύτερη διακοπή προσφοράς πετρελαίου στην ιστορία, μειώνοντας περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από τις αγορές τον Μάρτιο.
Επιπλέον, οι φυσικές αγορές καυσίμων παρουσιάζουν έντονη απόκλιση από τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης. Το αργό Oman ξεπέρασε τα 162 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Murban των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ανέβηκε πάνω από τα 145 δολάρια, καθώς οι διυλιστές αναζητούν απεγνωσμένα διαθέσιμες ποσότητες. Το αργό συνδεδεμένο με το Ντουμπάι κινείται γύρω στα 138–140 δολάρια, σχεδόν 40 δολάρια υψηλότερα από τα προθεσμιακά συμβόλαια.
«Όταν κοιτάζεις τις αγορές συμβολαίων, έχουν εντελώς αποσυνδεθεί από τις φυσικές αγορές», δήλωσε ο Jeff Currie, επικεφαλής στρατηγικής ενεργειακών προϊόντων στο Carlyle Group. «Αντιμετωπίζουμε ένα τεράστιο σοκ προσφοράς».
Αντιδράσεις κυβερνήσεων
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κομισιόν εξετάζει πακέτο μέτρων για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, προκειμένου να απορροφηθούν οι αυξήσεις σε καύσιμα και τρόφιμα. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπογράμμισε ότι «η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης αποτελεί προτεραιότητα» και προανήγγειλε συντονισμένη δράση με τα κράτη-μέλη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος ανακοίνωσε την απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου για τη σταθεροποίηση της αγοράς, καλώντας παράλληλα τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες να αποφύγουν «κερδοσκοπικές πρακτικές» που επιβαρύνουν τους καταναλωτές.
Η Βρετανία ετοιμάζεται να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα για να αντιμετωπίσει το κύμα ανατιμήσεων.
Η Κίνα ενισχύει τα κρατικά αποθέματα ενέργειας και επιδιώκει νέες συμφωνίες προμήθειας με χώρες εκτός Μέσης Ανατολής, ενώ η Ιαπωνία επανεξετάζει την ενεργειακή της στρατηγική, δίνοντας έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές.
Αντίδραση πετρελαιοπαραγωγών χωρών και προοπτικές
Στη Μέση Ανατολή, χώρες εξαγωγείς πετρελαίου, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ανακοίνωσαν προσωρινή αύξηση της παραγωγής για να περιοριστούν οι διεθνείς πιέσεις στις τιμές. Ο υπουργός Ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας επισήμανε ότι «η σταθερότητα της αγοράς είναι κοινό συμφέρον όλων των παραγωγών και καταναλωτών».
Οι οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν πως η παρατεταμένη ένταση στην περιοχή ενδέχεται να διατηρήσει τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα για μήνες, επηρεάζοντας το κόστος μεταφοράς, τη βιομηχανική παραγωγή και το καλάθι της νοικοκυράς σε παγκόσμια κλίμακα.