Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Πόσο θα ακριβύνει το χρήμα

Πώς επηρεάζει ο πόλεμος τις αγορές

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέα δεδομένα στις αγορές και ενδέχεται να επηρεάσει το κόστος του χρήματος και τα επιτόκια.

Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τις προσδοκίες για την πορεία των επιτοκίων διεθνώς. Μέχρι πρόσφατα, οι αγορές θεωρούσαν σχεδόν βέβαιο ότι το 2026 θα ήταν η χρονιά της σταδιακής χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής. Η άνοδος όμως των τιμών ενέργειας και ο φόβος ενός νέου κύματος πληθωρισμού επαναφέρουν στο τραπέζι ένα διαφορετικό σενάριο: ότι το χρήμα μπορεί να παραμείνει ακριβό για περισσότερο χρόνο.

Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται έτσι μπροστά σε ένα νέο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η παγκόσμια οικονομία δείχνει σημάδια επιβράδυνσης και οι αγορές αναμένουν μειώσεις επιτοκίων. Από την άλλη, ένα παρατεταμένο γεωπολιτικό σοκ μπορεί να διατηρήσει υψηλές τις τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου και μεταφορών, μεταφέροντας τον πληθωρισμό από την ενέργεια σε ολόκληρη την οικονομία. Με αυτά τα δεδομένα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Federal Reserve δεν θα έχουν την πολυτέλεια να κινηθούν γρήγορα προς χαμηλότερα επιτόκια.

Οι αγορές ήδη προσαρμόζουν τις εκτιμήσεις τους με αποτέλεσμα τα κρατικά ομόλογα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ κινούνται ανοδικά, ενώ οι επενδυτές έχουν αισθητά περιορίσει τις προσδοκίες τους για άμεσες μειώσεις. Το ερώτημα που απασχολεί πλέον οικονομολόγους και επενδυτές είναι πόσο επίμονο θα αποδειχθεί το νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων και πόσο θα αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν το κόστος χρήματος σε υψηλά επίπεδα. Για οικονομίες με υψηλό χρέος και εξάρτηση από την κατανάλωση, όπως η ελληνική, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη για την πορεία της ανάπτυξης τους επόμενους μήνες.

Το ενεργειακό σοκ επιστρέφει

Κάθε διαταραχή στις ενεργειακές ροές μεταφράζεται γρήγορα σε αυξήσεις τιμών, οι οποίες μεταφέρονται σταδιακά στο σύνολο της οικονομίας. Η εμπειρία του 2022 είναι χαρακτηριστική, καθώς η εκτίναξη των τιμών ενέργειας μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδήγησε τον πληθωρισμό σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Οι κεντρικές τράπεζες απάντησαν με την ταχύτερη αύξηση επιτοκίων των τελευταίων δεκαετιών.

Σήμερα, οι φόβοι για ένα νέο ενεργειακό σοκ επαναφέρουν την ίδια ανησυχία. Αν οι τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού μπορεί να επιβραδυνθεί ή ακόμη και να αντιστραφεί.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Federal Reserve είχαν αρχίσει να προετοιμάζουν τις αγορές για μια σταδιακή χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Μετά από δύο χρόνια αυστηρής πολιτικής επιτοκίων, η υποχώρηση του πληθωρισμού επέτρεπε την αισιοδοξία ότι το κόστος χρήματος θα μειωθεί σταδιακά.

Η νέα γεωπολιτική ένταση όμως περιπλέκει αυτή την πορεία. Αν ο πληθωρισμός αποδειχθεί πιο επίμονος, οι κεντρικές τράπεζες θα αναγκαστούν να διατηρήσουν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για περισσότερο χρόνο.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο την κατεύθυνση των επιτοκίων αλλά και τη χρονική στιγμή των αποφάσεων. Ακόμη και αν οι μειώσεις επιτοκίων δεν ακυρωθούν, μπορεί να καθυστερήσουν σημαντικά, μεταθέτοντας τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής για αργότερα.

Οι αγορές και οι προσδοκίες

Οι επενδυτές έχουν ήδη αρχίσει να αναπροσαρμόζουν τις εκτιμήσεις τους. Στην αγορά ομολόγων, οι αποδόσεις έχουν κινηθεί ανοδικά, αντανακλώντας τις νέες προσδοκίες για τα επιτόκια. Οι αγορές πλέον εξετάζουν ένα ευρύτερο φάσμα σεναρίων, από μικρότερες μειώσεις επιτοκίων έως μια παρατεταμένη περίοδο υψηλού κόστους χρήματος.

Η μεταβολή αυτή επηρεάζει όχι μόνο τα κρατικά ομόλογα αλλά και το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Όσο παραμένει υψηλό το βασικό επιτόκιο, τόσο ακριβότερα είναι τα δάνεια και οι επενδύσεις.

Το υψηλό κόστος χρήματος έχει άμεσες επιπτώσεις και στην οικονομική δραστηριότητα καθώς σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, οι επιχειρήσεις καθυστερούν επενδυτικά σχέδια και τα νοικοκυριά περιορίζουν τις δαπάνες τους. Αυτό μπορεί να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη, ιδιαίτερα σε χώρες όπου η κατανάλωση αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, γεγονός που περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια.

Οι επιπτώσεις στην Ελλάδα

Η χώρα εξακολουθεί να έχει υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ η ανάπτυξη βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση και στις επενδύσεις. Η καθυστέρηση στη μείωση των επιτοκίων σημαίνει ότι το κόστος χρηματοδότησης θα παραμείνει υψηλότερο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τόσο την πιστωτική επέκταση των τραπεζών όσο και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, το υψηλό κόστος χρήματος επηρεάζει και την αγορά ομολόγων, καθώς οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατήσουν κρατικό χρέος.

Το πόσο θα διαρκέσει η γεωπολιτική ένταση θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των επιτοκίων τους επόμενους μήνες. Αν η κρίση παραταθεί και οι τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές, το σενάριο του φθηνότερου χρήματος μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά, γεγονός που σημαίνει ότι η περίοδος του ακριβού χρήματος ίσως δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Πηγή: ot.gr