Η στρατιωτική σύγκρουση που πυροδοτήθηκε μετά την επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν δεν είναι απλώς μια ακόμη εστία έντασης στη Μέση Ανατολή.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία, σε μια περίοδο που ήδη βρίσκεται υπό πίεση από τις εμπορικές συγκρούσεις και την αύξηση των δασμών που έχει επιβάλει ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Οι αγορές αντιδρούν ήδη με νευρικότητα, καθώς το ενδεχόμενο ενός νέου πετρελαϊκού σοκ φέρνει στο προσκήνιο τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού και επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Στην Ευρώπη, όπου οι οικονομίες παραμένουν ευάλωτες μετά την ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών, η άνοδος των τιμών ενέργειας δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για νέα περίοδο οικονομικής επιβράδυνσης ή ακόμη και ύφεσης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: από τη μία οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται και από την άλλη ο Ντόναλντ Τραμπ πιέζει για μείωση των επιτοκίων, ώστε να στηριχθεί η οικονομική δραστηριότητα.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα αντιμετωπίζει ένα σύνθετο οικονομικό περιβάλλον. Οι περιορισμοί στις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου, οι δασμοί που επιβάλλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και η συνεχιζόμενη κρίση στην αγορά ακινήτων επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Οι αναλυτές του Bloomberg Economics έχουν επεξεργαστεί διαφορετικά σενάρια για την εξέλιξη της κρίσης. Στο σενάριο αποκλιμάκωσης, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα επίπεδα πριν από την κρίση, κοντά στα 65 δολάρια το βαρέλι, περιορίζοντας τις συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.
Ωστόσο, οι εξελίξεις μέχρι στιγμής δείχνουν ότι η ένταση κλιμακώνεται. Το μεγαλύτερο διυλιστήριο της Σαουδικής Αραβίας έχει διακόψει τη λειτουργία του, η μεγαλύτερη εγκατάσταση υγροποιημένου φυσικού αερίου του Κατάρ έχει τεθεί εκτός λειτουργίας και τα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται ουσιαστικά σε κατάσταση αποκλεισμού. Πρόκειται για μια εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς ενεργειακές ροές.
Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου κινούνται ανοδικά, οι χρηματιστηριακές αγορές δέχονται πιέσεις και οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων αυξάνονται, μειώνοντας τις προσδοκίες για μείωση επιτοκίων από τη Fed.
Στο πιο ακραίο σενάριο, οι συγκρούσεις επεκτείνονται σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, προκαλώντας σημαντικές διακοπές στην παραγωγή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg Economics, ακόμη και μια μείωση της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου κατά 1% θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών περίπου κατά 4%.
Ένα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να εκτοξεύσει την τιμή του πετρελαίου στα 108 δολάρια το βαρέλι και να τη διατηρήσει σε αυτά τα επίπεδα μέχρι το τέλος του έτους.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αύξανε τον πληθωρισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά περίπου 0,8 ποσοστιαίες μονάδες, ξεπερνώντας τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Fed. Ταυτόχρονα, ο Ντόναλντ Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με σημαντικό πολιτικό ρίσκο, καθώς η άνοδος των τιμών και οι διεθνείς συγκρούσεις επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των ψηφοφόρων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Για την Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα νέο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να πλήξει την οικονομική δραστηριότητα, με την ευρωζώνη να κινδυνεύει με πτώση του ΑΕΠ κατά περίπου 0,6% και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά 0,5%.
Η Κίνα θα αντιμετωπίσει επίσης αύξηση του πληθωρισμού, περίπου κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες, λόγω του αυξημένου κόστους εισαγωγών ενέργειας αλλά και των εμπορικών περιορισμών.
Σε αυτό το γεωοικονομικό περιβάλλον, η Ρωσία εμφανίζεται ως ένας από τους λίγους ωφελημένους, καθώς οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου ενισχύουν τα κρατικά της έσοδα και περιορίζουν το δημοσιονομικό της έλλειμμα, διευκολύνοντας τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.
Σε ένα πιο ήπιο σενάριο, οι συγκρούσεις περιορίζονται χωρίς σοβαρές ζημιές στις ενεργειακές υποδομές και οι τιμές του πετρελαίου σταθεροποιούνται γύρω στα 80 δολάρια το βαρέλι. Σε αυτή την περίπτωση, οι πληθωριστικές πιέσεις θα είναι διαχειρίσιμες και οι κεντρικές τράπεζες θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση χωρίς σοβαρό πλήγμα στην ανάπτυξη.
Στο πιο αισιόδοξο σενάριο, Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν οδηγούνται σε κατάπαυση του πυρός, οι εντάσεις υποχωρούν και οι αγορές σταθεροποιούνται. Τότε οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα επίπεδα των 65 δολαρίων το βαρέλι, μειώνοντας τους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.
Το ερώτημα όμως παραμένει ανοιχτό:
αν πρόκειται για μια ακόμη προσωρινή κρίση στη Μέση Ανατολή ή για την αρχή μιας νέας περιόδου γεωοικονομικής αστάθειας που θα επηρεάσει ολόκληρο τον πλανήτη.