«Το μεγάλο κύμα επίθεσης στο Ιράν έρχεται σύντομα», λέει ο Τραμπ την ίδια ώρα που δεν αποκλείει να στείλει χερσαίες δυνάμεις στο Ιράν
- Με αμυντικές επιχειρήσεις θα συμμετάσχει η Βρετανία, «δεν υπάρχουν αμερικανικά βομβαρδιστικά στην Κύπρο», είπε ο Στάρμερ
- Δύο ελληνικές φρεγάτες και τέσσερα F-16 στην Κύπρο – Οι δηλώσεις Δένδια
- Το Ιράν συνεχίζει να πλήττει το Ισραήλ και τις αμερικανικές εγκαταστάσεις στον Κόλπο, καθώς ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται σε όλη την περιοχή εν μέσω εντεινόμενων ισραηλινών και αμερικανικών επιθέσεων εναντίον του Ιράν.
- Στο Ιράν, οι κοινές επιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ έχουν σκοτώσει τουλάχιστον 555 ανθρώπους, ενώ ο επικεφαλής ασφαλείας Αλί Λαριτζανί διέψευσε τους ισχυρισμούς των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης ότι είχε κάνει νέα προσπάθεια για επανέναρξη των πυρηνικών συνομιλιών με την Ουάσινγκτον.
- Στο Κουβέιτ, το Υπουργείο Άμυνας αναφέρει ότι «αρκετά» αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη συνετρίβησαν στη χώρα, με όλο το πλήρωμα να επιζεί. Ο αμερικανικός στρατός δήλωσε ότι τα αεροσκάφη καταρρίφθηκαν κατά λάθος από την αεράμυνα του Κουβέιτ.
- Στον Λίβανο, τουλάχιστον 31 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί σε ισραηλινές επιθέσεις που εξαπολύθηκαν μετά την εκτόξευση μπαράζ ρουκετών από τη Χεζμπολάχ στο βόρειο Ισραήλ. Ο πρωθυπουργός του Λιβάνου ανακοίνωσε απαγόρευση των στρατιωτικών δραστηριοτήτων της Χεζμπολάχ.
Σαν «φωτιά» διευρύνονται σε όλη τη Μέση Ανατολή τα πλήγματα και οι συγκρούσεις από την ημέρα που ΗΠΑ και Ισραήλ εξαπέλυσαν επίθεση κατά της Τεχεράνης.
Το Ιράν απάντησε με πλήγματα στο Ισραήλ και επιθέσεις σε αμερικανικές εγκαταστάσεις στις χώρες του Κόλπου καθώς και σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Σαουδική Αραβία.. Μέχρι στιγμής έχουν σκοτωθεί τουλάχιστον 555 άνθρωποι στο Ιράν, ενώ έχουν χάσει τη ζωή τους τέσσερις Αμερικανοί στρατιώτες, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις.
Τουλάχιστον 10 νεκρούς μετρά και το Ισραήλ που εξαπολύει επιθέσεις στην «καρδιά της Τεχεράνης», ενώ επέκτεινε τον πόλεμο στον Λίβανο μετά την εκτόξευση ρουκετών από τη Χεζμπολάχ. 52 είναι οι νεκροί στον Λίβανο από ισχυρά ισραηλινά πλήγματα.
Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι τα Στενά του Ορμούζ έκλεισαν και επισήμως, ενώ απειλούν ότι θα βομβαρδίζουν κάθε πλοίο που προσπαθεί να περάσει, ενώ παράλληλα ανέφεραν ότι ο εχθρός δεν θα είναι ασφαλής πουθενά στον κόσμο.
Συγκεκριμένα οι Φρουροί της Επανάστασης προειδοποίησαν σήμερα τους εχθρούς της Ισλαμικής Δημοκρατίας πως δεν θα είναι πλέον ασφαλείς «πουθενά στον κόσμο». «Ο εχθρός πρέπει να ξέρει ότι οι ένδοξες μέρες του έχουν τελειώσει και ότι δεν θα είναι πλέον ασφαλής πουθενά στον κόσμο, ούτε καν στο σπίτι του», αναφέρει η ανακοίνωση της επίλεκτης Δύναμης Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης, που μεταδόθηκε από την κρατική τηλεόραση στο Ιράν.
Αργά το βράδυ της Δευτέρας σήμανε συναγερμός στο Μπαχρέιν, καθώς το Ιράν εκτόξευσε πυραύλους κατά της βάσης των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν.
Η πραγματική εμβέλεια των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων
Το πυραυλικό οπλοστάσιο του Ιράν βασίζεται κυρίως σε βαλλιστικούς πυραύλους μικρού και μεσαίου βεληνεκούς (SRBM και MRBM), με δηλωμένη εμβέλεια που φτάνει έως και τα 2.000 χιλιόμετρα. Η Τεχεράνη έχει επενδύσει ιδιαίτερα σε αυτή την κατηγορία όπλων, καθώς της επιτρέπει να καλύπτει στόχους σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή χωρίς να διαθέτει διηπειρωτικούς πυραύλους.
Μεταξύ των πιο γνωστών συστημάτων είναι οι Shahab-3, Ghadr και Sejjil, που εκτιμάται ότι έχουν επιχειρησιακή εμβέλεια από 1.300 έως 2.000 χλμ. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να πλήξουν στόχους στο Ισραήλ, στον Περσικό Κόλπο, σε αμερικανικές βάσεις στην περιοχή και σε τμήματα της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Δεν υπάρχουν ωστόσο επιβεβαιωμένα στοιχεία ότι το Ιράν διαθέτει επιχειρησιακούς διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους (ICBM) ικανούς να πλήξουν τις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες.
Τα τελευταία χρόνια, η έμφαση έχει μετατοπιστεί στην ακρίβεια (CEP) και στη χρήση καυσίμων στερεάς προώθησης, που μειώνουν τον χρόνο προετοιμασίας εκτόξευσης. Παράλληλα, η ανάπτυξη υπόγειων εγκαταστάσεων και κινητών εκτοξευτών αυξάνει την επιβιωσιμότητα του οπλοστασίου.
Συνολικά, η ιρανική στρατηγική βασίζεται περισσότερο στην περιφερειακή αποτροπή και λιγότερο σε υπερατλαντική εμβέλεια, με το βάρος να δίνεται στη μαζική χρήση και στη δυσκολία αναχαίτισης από συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας.