Οι ΗΠΑ εκτός ΠΟΥ: Επίσημη αποχώρηση με πολιτικές και υγειονομικές συνέπειες

Με απόφαση Τραμπ και παρά τις νομικές υποχρεώσεις και τις διεθνείς προειδοποιήσεις, η Ουάσινγκτον διακόπτει τη χρηματοδότηση και τη συμμετοχή της στον ΠΟΥ.

Εν μέσω έντονων αντιδράσεων και σοβαρών προειδοποιήσεων για τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχωρούν σήμερα επισήμως από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Η απόφαση, που ελήφθη με εκτελεστικό διάταγμα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ την πρώτη ημέρα της δεύτερης προεδρικής του θητείας, σηματοδοτεί μια ιστορική ρήξη της Ουάσινγκτον με τον οργανισμό του ΟΗΕ, αμφισβητώντας ανοιχτά τόσο τον ρόλο του ΠΟΥ στη διαχείριση παγκόσμιων κρίσεων υγείας όσο και τις ίδιες τις νομικές υποχρεώσεις των ΗΠΑ απέναντί του.

Αμερικανικός νόμος προβλέπει ότι η Ουάσινγκτον είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην υπηρεσία του ΟΗΕ τα 260 εκατ. δολάρια σε συνεισφορές που της οφείλει και να ενημερώσει την υπηρεσία του ΟΗΕ έναν χρόνο πριν την αποχώρησή της.
Σήμερα εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε ότι η αποτυχία του ΠΟΥ να περιορίσει, να διαχειριστεί και να μοιραστεί πληροφορίες κόστισε στις ΗΠΑ τρισεκατομμύρια δολάρια και πρόσθεσε ότι ο Τραμπ πάγωσε οποιαδήποτε μεταφορά αμερικανικών κρατικών κεφαλαίων, υποστήριξης ή πόρων στον ΠΟΥ.
«Ο αμερικανικός λαός έχει πληρώσει ήδη υπερβολικά χρήματα σε αυτό τον οργανισμό και αυτό το οικονομικό πλήγμα υπερβαίνει κάθε προκαταβολή για οποιεσδήποτε χρηματικές υποχρεώσεις προς τον οργανισμό», επεσήμανε ο εκπρόσωπος.

Απίθανη η άμεση επιστροφή

Στη διάρκεια του περασμένου έτους ειδικοί στην παγκόσμια υγεία κάλεσαν τις ΗΠΑ να επανεξετάσουν την απόφασή τους, ενώ πιο πρόσφατα την ίδια έκκληση απηύθυνε και ο γενικός γραμματέας του ΠΟΥ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους.
«Ελπίζω οι ΗΠΑ να το ξανασκεφτούν και να επιστρέψουν στον ΠΟΥ», δήλωσε ο Τέντρος στους δημοσιογράφους νωρίτερα τον Ιανουάριο. «Η απόσυρση από τον ΠΟΥ αποτελεί απώλεια για τις ΗΠΑ και απώλεια για τον υπόλοιπο κόσμο», πρόσθεσε.
Ο ΠΟΥ επεσήμανε εξάλλου ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν καταβάλει ακόμη τα τέλη που οφείλουν για το 2024 και το 2025. Οι χώρες μέλη του ΠΟΥ πρόκειται να συζητήσουν την αμερικανική αποχώρηση και πώς θα τη διαχειριστούν τον Φεβρουάριο, επεσήμανε εκπρόσωπός του.

Σε δηλώσεις του στο Reuters από το παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός ο Μπιλ Γκέιτς – επικεφαλής του ιδρύματος Γκέιτς και σημαντικός δωρητής πρωτοβουλιών υγείας και του έργου του ΠΟΥ-σχολίασε ότι δεν αναμένει οι ΗΠΑ να επανεξετάσουν την απόφασή τους βραχυπρόθεσμα.
«Δεν πιστεύω ότι οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν στον ΠΟΥ στο άμεσο μέλλον», εκτίμησε, ενώ πρόσθεσε ότι, εφόσον του δοθεί η ευκαιρία να προωθήσει την ιδέα αυτή, θα το πράξει. «Ο κόσμος χρειάζεται τον ΠΟΥ», υπογράμμισε.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ έχει προκαλέσει οικονομική κρίση στον ΠΟΥ, γεγονός που τον ανάγκασε να μειώσει στο ήμισυ την ομάδα διαχείρισης και να περιορίσει το έργο του. Παράλληλα θα αναγκαστεί να απολύσει περίπου το ένα τέταρτο των εργαζομένων του ως τα μέσα του έτους.
Η Ουάσινγκτον ήταν παραδοσιακά ο σημαντικότερος δωρητής της υπηρεσίας, συνεισφέροντας περίπου το 18% της συνολικής της χρηματοδότησης.
Στη διάρκεια του προηγούμενου έτους ο ΠΟΥ συνέχιζε να μοιράζεται πληροφορίες με τις ΗΠΑ, όμως τώρα δεν είναι ξεκάθαρο αν και τι είδους συνεργασία θα συνεχίσει να έχει με την Ουάσινγκτον.
Ειδικοί στην υγεία έχουν επισημάνει ότι ενδεχόμενη διακοπή της συνεργασίας εγείρει κινδύνους τόσο για τις ΗΠΑ, όσο και για τον ΠΟΥ και τον υπόλοιπο κόσμο.
«Η απόσυρση των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ ενδέχεται να αποδυναμώσει συστήματα και συνεργασίες στα οποία βασίζεται ο κόσμος για να εντοπίζει, να προλαμβάνει και να αντιμετωπίζει υγειονομικές απειλές», εκτίμησε η Κέλι Χένινγκ επικεφαλής του προγράμματος δημόσιας υγείας του Bloomberg Philanthropies, μια μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα τις ΗΠΑ.