H νέα Γιάλτα άρχισε από το Καράκας

Ο Τραμπ με τη «λογική του προηγούμενου» έθεσε σε εφαρμογή την αναδιάταξη ισχύος των ΗΠΑ, ασκώντας στρατιωτική, διπλωματική και οικονομική πίεση από τη Λατινική Αμερική ως τη Μέση Ανατολή και την Αρκτική

Η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, με τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, και οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενη κατοχή της χώρας σηματοδοτούν μια βαθιά γεωπολιτική αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος. Η παγκόσμια τάξη που διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο έχει αρχίσει να καταρρέει, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να επιβάλουν μια νέα μορφή κυριαρχίας στο δυτικό ημισφαίριο.

Στο πλαίσιο αυτό, η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ, που δημοσιεύτηκε στα τέλη του 2025, θέτει στο επίκεντρο την αποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή, με μια σύγχρονη εκδοχή του ιστορικού Δόγματος Μονρόε, που ορισμένοι σχολιαστές αποκαλούν πλέον «Donroe Doctrine». Στόχος; Να θεωρείται το δυτικό ημισφαίριο αποκλειστική σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, χωρίς άλλες δυνάμεις να αποκτούν καθοριστικό ρόλο.

Η Βενεζουέλα έχει μετατραπεί σε κρίσιμο τεστ για την εφαρμογή αυτής της στρατηγικής. Η σύλληψη του Μαδούρο και η αυξημένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Λατινική Αμερική, με συνεργασίες ασφαλείας σε χώρες όπως το Περού, το Εκουαδόρ και η Παραγουάη, αναδεικνύουν μια πολιτική που συνδυάζει στρατιωτική και διπλωματική πίεση, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Βενεζουέλα φιλοξενούσε «ξένους εχθρούς στην περιοχή μας» και είχε αποκτήσει «απειλητικά όπλα, που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο αμερικανικά συμφέροντα και ανθρώπινες ζωές». Παράλληλα, ο ίδιος υπερασπίστηκε την επέμβαση ως συνέχεια της ιστορικής αμερικανικής πολιτικής, δηλώνοντας ότι το νέο δόγμα υπερβαίνει κατά πολύ το παραδοσιακό Δόγμα Μονρόε και θεμελιώνει τη σύγχρονη εξωτερική στρατηγική των ΗΠΑ.

Παραδοσιακοί σύμμαχοι

Η στρατηγική αυτή αιφνιδίασε τόσο τη Λατινική Αμερική όσο και τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, ενώ ο Τραμπ άνοιξε παράλληλα το κάδρο της στρατηγικής του και σε άλλες περιοχές, όπως η Γροιλανδία. Αναλυτές και think tanks υπογραμμίζουν ότι η σύλληψη Μαδούρο δεν ήταν μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ένδειξη μιας ευρύτερης πολιτικής που συνδυάζει στρατιωτική δύναμη, διπλωματική πίεση και έλεγχο κρίσιμων υποδομών, με στόχο να αποτραπεί οποιαδήποτε δύναμη από το να αποκτήσει στρατηγική παρουσία στο δυτικό ημισφαίριο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ κινούνται για να εξασφαλίσουν έως και 50 εκατ. βαρέλια πετρελαίου από τη Βενεζουέλα, σηματοδοτώντας μία από τις μεγαλύτερες απρόσμενες αυξήσεις προσφοράς των τελευταίων ετών, και άμεση κρατική παρέμβαση στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Η κίνηση αυτή αναδιατάσσει, επίσης, τις διεθνείς σφαίρες επιρροής. Η Κίνα δείχνει πρόθυμη να περιορίσει την παρουσία της στη Βενεζουέλα, προκειμένου να εξασφαλίσει στρατηγική ελευθερία γύρω από την Ταϊβάν, ενώ η Ρωσία εκλαμβάνει την αμερικανική ενέργεια ως πιθανότητα διαπραγμάτευσης «σφαίρα προς σφαίρα», διατηρώντας την επιρροή της. Παράλληλα, η έντονη αμερικανική πίεση στη Γροιλανδία προκαλεί εντάσεις με τη Δανία και αμφισβητεί τη συνοχή του NATO.

Το νέο αμερικανικό, στρατιωτικό δόγμα εγκαταλείπει τον ρόλο του «παγκόσμιου ηγεμόνα» και υιοθετεί λογική πολυπολικού κόσμου, με σφαίρες επιρροής: οι ΗΠΑ επικεντρώνονται στο δυτικό ημισφαίριο, η Κίνα στην Ασία, η Ρωσία διαπραγματεύεται περιοχές επιρροής και η Ευρώπη εμφανίζεται χωρίς σαφή γεωπολιτικό ρόλο. Εν ολίγοις, οι ΗΠΑ αναδιαμορφώνουν τον πλανήτη γύρω από τις σφαίρες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες διπλωματικές και στρατιωτικές συγκρούσεις σε Αμερική, Ευρώπη, Αρκτικό Κύκλο και Ασία, ενώ το διεθνές σύστημα κινδυνεύει να επιστρέψει σε μια εποχή πολυπολικού ανταγωνισμού μεγάλης κλίμακας.

Η στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στη Βενεζουέλα δημιουργεί ένα σημαντικό προηγούμενο στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή, σύμφωνα με αναλυτές του Atlantic Council και του Chatham House. Η Ουάσινγκτον δείχνει ότι είναι έτοιμη να δράσει μονομερώς, όταν θεωρεί ότι διακυβεύονται στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα, εφαρμόζοντας μια επικαιροποιημένη εκδοχή του Δόγματος Μονρόε. Το δυτικό ημισφαίριο αντιμετωπίζεται ως ζώνη άμεσου αμερικανικού ενδιαφέροντος, όπου η ασφάλεια και ο έλεγχος κρίσιμων πόρων, όπως ενέργεια, μεταφορικοί διάδρομοι και πρώτες ύλες, συνδυάζονται σε μια ενιαία στρατηγική. Η Ουάσινγκτον φαίνεται να εντάσσει την οικονομία και τη γεωπολιτική σε ένα κοινό πλαίσιο, καθιστώντας κάθε παρέμβαση μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής.

Η Γροιλανδία αποτελεί τον πρώτο σταθμό αυτής της λογικής. Αναλυτές του Atlantic Council υποστηρίζουν ότι η εμμονή του Τραμπ με το νησί δεν είναι ιδιοτροπία, αλλά επένδυση σε μακροπρόθεσμο γεωοικονομικό πλεονέκτημα έναντι της Κίνας και της Ρωσίας. Η μεταφορά της Γροιλανδίας στη βόρεια διοίκηση των ΗΠΑ το 2025 υπογραμμίζει τη στρατηγική σημασία του νησιού ως μέρος του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων στην Αρκτική. Η κλιματική αλλαγή και τα σπάνια ορυκτά καθιστούν τη Γροιλανδία κρίσιμη για τις μελλοντικές ενεργειακές και στρατιωτικές ισορροπίες, ενώ η Ευρώπη εμφανίζεται ανεπαρκώς προετοιμασμένη για την προστασία της περιοχής. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Γροιλανδία θα μπορούσε να λειτουργήσει για τις ΗΠΑ ως προγεφύρωμα στρατιωτικής παρουσίας και ως πιθανή τοποθεσία για συστήματα αναχαίτισης πυραύλων, ειδικά στο πλαίσιο του φιλόδοξου σχεδίου της κυβέρνησης Τραμπ για το πρόγραμμα «Golden Dome», ενός συστήματος αντιπυραυλικής ασπίδας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Στη Λατινική Αμερική, η προσοχή στρέφεται στην Κούβα και την Κολομβία. Η Κούβα παραμένει παραδοσιακός στόχος για λόγους ιδεολογίας και ελέγχου θαλάσσιων διαδρόμων, ενώ η Κολομβία, παρά τη συμμαχία της με τις ΗΠΑ, βρίσκεται στο επίκεντρο της πίεσης λόγω ζητημάτων ασφάλειας, ναρκωτικών και ενεργειακών υποδομών. Το Μεξικό εμφανίζεται κυρίως ως στόχος μη στρατιωτικής πίεσης, με έμφαση σε οικονομική, εμπορική και ασφαλιστική συνεργασία.

Εκτός δυτικού ημισφαιρίου, το Ιράν και το ενεργειακό τόξο της Μέσης Ανατολής θεωρούνται περιοχές υψηλού ρίσκου. Η επιθετική στάση των ΗΠΑ απέναντι σε χώρες με μεγάλα ενεργειακά αποθέματα αποσκοπεί στην αναδιάρθρωση της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας, στην περιορισμένη επιρροή των ανταγωνιστών και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος της Ουάσινγκτον. Στρατηγικοί σύμμαχοι, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, λειτουργούν ως κρίσιμοι ρυθμιστές της ενεργειακής ισορροπίας, ενώ η επιλογή των ΗΠΑ να εμπλακούν ή να αποστασιοποιηθούν από αυτές τις περιοχές μπορεί να έχει σημαντικό οικονομικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα.

Συνολικά, η «λογική του προηγούμενου» δείχνει ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει να εδραιώσει μονομερείς πολιτικές, όπου η στρατηγική, η οικονομία και η ασφάλεια συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο πλαίσιο, επηρεάζοντας τόσο το δυτικό ημισφαίριο όσο και κρίσιμες περιοχές εκτός αυτού.

Ο ρόλος της Κίνας 

Η στενή πολιτική σχέση που καλλιέργησε ο Νικολάς Μαδούρο με την Κίνα συχνά παρουσιαζόταν ως «τέλεια ένωση», όμως πίσω από τη ρητορική κρυβόταν ένα βαθύ και διαρκώς διευρυνόμενο οικονομικό ρήγμα. Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις περί στρατηγικής σύμπραξης, τα 12 χρόνια της διακυβέρνησής του συνέπεσαν με τη σταδιακή αποδυνάμωση της κινεζικής χρηματοοικονομικής παρουσίας στη Βενεζουέλα, μια εξέλιξη που, ειρωνικά, εξυπηρέτησε περισσότερο τους στόχους της Ουάσινγκτον απ’ όσο θα μπορούσαν οι πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ.

Αν και η Βενεζουέλα εξακολουθεί να οφείλει περίπου 20 δισ. δολάρια στην Κίνα, το Πεκίνο εδώ και σχεδόν μία δεκαετία περιορίζει συστηματικά την έκθεσή του, αποφεύγοντας νέες δεσμεύσεις. Οι εθνικοποιήσεις, η κατάρρευση της πετρελαϊκής παραγωγής και ο αμερικανικός αποκλεισμός κατέστησαν την αποπληρωμή αβέβαιη, οδηγώντας πολλές κινεζικές εταιρίες σε αποχώρηση.

Έτσι, η «τέλεια ένωση» αποδείχθηκε περισσότερο πολιτικό σύνθημα, παρά οικονομική πραγματικότητα. Σήμερα η Κίνα αντιμετωπίζει τη Βενεζουέλα όχι ως στρατηγικό εταίρο, αλλά ως προβληματικό οφειλέτη, με το μέλλον της σχέσης να εξαρτάται πλέον περισσότερο από τις επόμενες κινήσεις των ΗΠΑ, παρά από το ίδιο το Πεκίνο.

Την ίδια ώρα το Πεκίνο ακολουθεί μια προσεχτικά μελετημένη διπλωματική στρατηγική στην ανατολική Ασία: «αγκαλιάζει» τη Σεούλ και ταυτόχρονα σκληραίνει αισθητά τη στάση του απέναντι στο Τόκιο, με φόντο το εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα της Ταϊβάν. Η ένταση με το Τόκιο κλιμακώνεται από τον Νοέμβριο, όταν η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Σαναέ Τακαΐτσι δήλωσε ότι η χώρα της θα μπορούσε να αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης στην Ταϊβάν. Το Πεκίνο απαιτεί πλέον ανοιχτά ανάκληση των δηλώσεων αυτών, ενώ απαντά με οικονομικά και εμπορικά μέτρα: αυστηρότερους ελέγχους σε σπάνιες γαίες, περιορισμούς σε ιαπωνικά προϊόντα και αποθάρρυνση των ταξιδιών Κινέζων πολιτών στην Ιαπωνία.

Οι επιδιώξεις της Ρωσίας

Το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ για την «επανεκκίνηση» της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας με αμερικανικές επενδύσεις φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να στοχεύει στον περιορισμό αντιπάλων, όπως η Ρωσία. Στην πράξη, όμως, δημιουργεί νέα περιθώρια κέρδους και επιρροής για τη Μόσχα, ιδίως στον σκοτεινό κόσμο της ναυτιλίας υπό κυρώσεις.

Η αυξημένη πίεση των ΗΠΑ, με κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν βενεζουελάνικο πετρέλαιο, έχει επιταχύνει μια τάση: πλοία του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» εγκαταλείπουν πλαστές ή ευκαιριακές σημαίες και επανεγγράφονται στο ρωσικό νηολόγιο, αναζητώντας πολιτική και στρατηγική προστασία.

Σύμφωνα με το Lloyd’s List, μόνο τον τελευταίο μήνα του 2025 17 δεξαμενόπλοια έκαναν αυτό το βήμα, ενώ από τον Ιούνιο περισσότερα από 40 έχουν ήδη ενταχθεί στη ρωσική σημαία. Η αμερικανική στρατηγική στη Βενεζουέλα, αντί να απομονώσει τη Ρωσία, ενδέχεται να της προσφέρει ένα απρόσμενο πλεονέκτημα: μεγαλύτερη επιρροή στην «γκρίζα ζώνη» του παγκόσμιου ενεργειακού εμπορίου, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται για τη ναυσιπλοΐα, το περιβάλλον και τη διεθνή ασφάλεια.

Κι αυτό ενώ στη σύνοδο Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα δεν αποκλείεται να κλείστηκαν συμφωνίες που σηματοδοτούν εξελίξεις. Ο φόβος της Ουκρανίας παραμένει ένα «ειρηνευτικό σύμφωνο», όπως το φαντάζεται ο Τραμπ, μια συμφωνία απευθείας μεταξύ αυτού και του Πούτιν, όπως όταν ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ, ο Ιωσήφ Στάλιν και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ μοίρασαν την Ευρώπη στη Γιάλτα το 1945.

Το χάος ευνοεί τον Ερντογάν

Όπως είπε ο Littlefinger στο «Game of Thrones», «το χάος είναι μια σκάλα», και στον πραγματικό κόσμο αυτή η λογική φαίνεται να ισχύει για ισχυρούς ηγέτες που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν διεθνείς κρίσεις προς όφελός τους. Ο Ντόναλντ Τραμπ δημιούργησε ένα περιβάλλον που μπορούν να εκμεταλλευτούν ηγέτες όπως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Ερντογάν προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ της φιλίας του με τον Νικολάς Μαδούρο και της ανάγκης να διατηρήσει καλές σχέσεις με την Ουάσινγκτον. Παράλληλα, η Άγκυρα επιδιώκει να επαναφέρει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ σε πιο σταθερή βάση. Ο Ερντογάν ζητά την επιστροφή στο πρόγραμμα μαχητικών F-35, διαπραγματεύεται την αγορά F-16 Block 70 και αναθεωρεί την ενεργειακή στρατηγική της χώρας, στρεφόμενος στο αμερικανικό LNG, αντί του ρωσικού πετρελαίου. Η σύγκλιση των συμφερόντων με τις ΗΠΑ σε θέματα άμυνας, ενέργειας και περιφερειακών συγκρούσεων δείχνει την προσπάθεια της Άγκυρας να εκμεταλλευτεί τις διεθνείς αναταράξεις χωρίς να εκτεθεί σε άμεση σύγκρουση με τον ισχυρότερο παίκτη, υπογραμμίζοντας ότι το χάος πράγματι λειτουργεί ως σκάλα για τους επιδέξιους πολιτικούς.