Τι δείχνει έρευνα της YouGov για την εικόνα που έχουν οι πολίτες στην Ευρώπη όσον αφορά το συνταξιοδοτικό σύστημα και τη βιωσιμότητά του – Ποιες μεταρρυθμίσεις απορρίπτουν και για ποιες «το συζητούν»
Την ώρα που η ΕΕ προτρέπει τα κράτη-μέλη της να ενισχύσουν τα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά συστήματα καθώς τα κρατικά ταμεία υφίστανται πίεση από τη γήρανση του πληθυσμού, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι στην Ευρώπη αναρωτιούνται αν θα έχουν μείνει χρήματα γι’ αυτούς όταν θα έρθει η σειρά τους για σύνταξη.
Η στήριξη των ευρωπαίων πολιτών σε μέτρα που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα παραμένει περιορισμένη
Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της YouGov, οι περισσότεροι πολίτες στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιταλία πιστεύουν ότι το κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας τους είναι ήδη μη βιώσιμο, ωστόσο δεν υπάρχει συναίνεση μεταξύ των Ευρωπαίων για μια συνολική αναμόρφωση του συστήματος μέσω μεταρρυθμίσεων.
Τα στοιχεία της έρευνας, τα οποία επικαλείται δημοσίευμα του Euronews, αναδεικνύουν το αδιέξοδο του ευρωπαϊκού συνταξιοδοτικού συστήματος: οι πολίτες αναγνωρίζουν ότι είναι «μη βιώσιμο» αλλά παράλληλα αρνούνται να στηρίξουν προτάσεις για την αναμόρφωσή του – όπως η αύξηση των ορίων ηλικίας -, τις οποίες θεωρούν άδικες και επώδυνες.
Το δημοσιονομικό βάρος των κρατικών συνταξιοδοτικών συστημάτων αποτελεί ωρολογιακή βόμβα για τις δυτικές χώρες, καθώς οι κρατικές συντάξεις απορροφούν σημαντικό μέρος των δημοσίων δαπανών. Μάλιστα, καθώς οι πληθυσμοί γηράσκουν, το βάρος αυτό αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω.

Στην Ελλάδα και στην Ιταλία καταγράφεται το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ (περίπου 16% του ΑΕΠ). Ακολουθούν η Αυστρία, η Γαλλία και η Πορτογαλία, με δαπάνες μεταξύ 13% και 14% του προϋπολογισμού τους, σύμφωνα με έκθεση του οργανισμού.
Θα προλάβουμε να πάρουμε σύνταξη;
Οι περισσότεροι πολίτες στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιταλία πιστεύουν ότι το κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας τους είναι ήδη μη βιώσιμο. Το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 45% στην Πολωνία και στο 32–33% στη Βρετανία.
Τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων σε Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία δηλώνουν ότι το κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα στη χώρα τους θα είναι μη βιώσιμο έως τη στιγμή που θα πάρουν σύνταξη όσοι είναι σήμερα 30 – 40 ετών. Τα αντίστοιχα ποσοστά σε όλες τις χώρες κυμαίνονται μεταξύ 49% και 66%.
Αντιθέτως, οι συνταξιούχοι εμφανίζονται σταθερά πιο αισιόδοξοι για τη δυνατότητα της χώρας τους να χρηματοδοτήσει το κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι Βρετανοί συνταξιούχοι, το 62% των οποίων δηλώνει ότι θεωρεί τη βρετανική κρατική σύνταξη βιώσιμη, έναντι μόλις 27% μεταξύ όσων δεν έχουν ακόμα συνταξιοδοτηθεί.
Στην Ιταλία και την Πολωνία, περισσότερο από το 70% των μη συνταξιούχων δηλώνουν ότι δεν αισθάνονται σίγουροι ότι θα διαθέτουν αρκετά χρήματα για μια άνετη συνταξιοδότηση.
Στη Γαλλία και την Ισπανία τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 66% και 64%.
Ωστόσο, παρά την αναγνώριση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει το κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα στην Ευρώπη, η στήριξη σε μέτρα που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα παραμένει περιορισμένη.

Συνταξιοδοτικό: Δημοφιλείς και αντιδημοφιλείς λύσεις
Παρότι οι κυβερνήσεις επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα, συχνά έρχονται αντιμέτωπες με έντονες κοινωνικές αντιδράσεις. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η κυβέρνηση αναγκάστηκε πρόσφατα να αναβάλει τα σχέδια για αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, ενώ πρωτοβουλίες για αύξηση των ορίων ηλικίας ή για περιορισμό των παροχών απέτυχαν ή ανατράπηκαν στη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιταλία.
Σε όλες τις χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα της YouGov καταγράφεται καθαρή αντίθεση στις εξής προτάσεις: αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, αύξηση της φορολογίας για τον ενεργό πληθυσμό, εισαγωγή νομικής υποχρέωσης για τα ενήλικα παιδιά να στηρίζουν οικονομικά τους συνταξιούχους γονείς τους, μείωση της χρηματοδότησης των υπηρεσιών για τους ηλικιωμένους και μείωση του ύψους της κρατικής σύνταξης.
Παρά το υψηλό κόστος παροχής συντάξεων, η πλειονότητα των ερωτηθέντων θεωρεί ότι το ύψος της εθνικής κρατικής σύνταξης είναι ανεπαρκές (53% – 83%). Η άποψη αυτή είναι ακόμα πιο έντονη μεταξύ των ήδη συνταξιούχων (72% – 88%).
Οι πιο δημοφιλείς επιλογές ως προς τα μέτρα, τόσο μεταξύ συνταξιούχων όσο και εργαζομένων στις πέντε χώρες της ΕΕ, είναι η παροχή στήριξης στους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους ώστε να παραμένουν περισσότερο στην εργασία αντί να συνταξιοδοτούνται, καθώς και η εισαγωγή νομικής υποχρέωσης για τους εργαζομένους να καταβάλλουν επιπλέον εισφορές σε ιδιωτικό ή επαγγελματικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ή σε αποταμιευτικό σχήμα.
Οι Πολωνοί ερωτηθέντες έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση στη στήριξη των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων, ενώ οι Γερμανοί προτίμησαν τις πρόσθετες εισφορές σε ιδιωτικά ή επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα.
Η Ιταλία ήταν το μόνο κράτος-μέλος όπου υπήρξε στήριξη στη μείωση ή ακόμα και στην πλήρη κατάργηση της κρατικής σύνταξης για τους συνταξιούχους με υψηλά εισοδήματα.
Οι λιγότερο δημοφιλείς λύσεις ήταν η αύξηση της φορολογίας για τον ενεργό πληθυσμό, η μείωση της χρηματοδότησης των κρατικών υπηρεσιών που στηρίζουν τους ηλικιωμένους και η μείωση του ποσού της κρατικής σύνταξης για όλους τους συνταξιούχους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παρουσιάσει μια προσέγγιση δύο πυλώνων για την ενίσχυση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης και τη διοχέτευση έως και 10 τρισ. ευρώ τραπεζικών καταθέσεων σε ολόκληρη την Ένωση, με στόχο τη στήριξη στρατηγικών ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων, κυρίως στην άμυνα, την ασφάλεια και τις ψηφιακές και πράσινες μεταβάσεις.
Οι κρατικές συντάξεις στις περισσότερες χώρες της ΕΕ λειτουργούν με το σύστημα «pay-as-you-go», δηλαδή οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τους σημερινούς συνταξιούχους. Με τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας να συρρικνώνεται και τις μη τυπικές μορφές απασχόλησης να αυξάνονται, πολίτες σε αρκετά κράτη-μέλη στερούνται τη βεβαιότητα ότι θα εξασφαλίσουν επαρκή σύνταξη στο μέλλον.
Ιδίως οι γυναίκες εμφανίζονται οι πλέον εκτεθειμένες στον επερχόμενο κίνδυνο, καθώς το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων επεκτείνεται και στο συνταξιοδοτικόλ, με τη διαφορά στο μέσο εισόδημα ανδρών και γυναικών συνταξιούχων να ανέρχεται στο 24,5%.