Τουρκικός επεκτατισμός: Αποτροπή ή υποχώρηση;

Aπό τον Έβρο μέχρι το Λιβυκό Πέλαγος κι από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου μέχρι το Καστελόριζο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο, απλώνεται το φάντασμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η τουρκική απειλή σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου δεν αποτελεί σχήμα λόγου ή προπαγανδιστικό κατασκεύασμα με στόχο τον εκφοβισμό και την «εσωτερική κατανάλωση». Υπάρχει πραγματικά. Μπορεί να έχουν περάσει 46 χρόνια από την τελευταία έμπρακτη απόδειξη του τουρκικού επεκτατισμού, με την εισβολή και κατοχή του 36% της Κύπρου, αλλά όλο αυτό το διάστημα η Τουρκία υπήρξε ένας δύστροπος γείτονας, ο οποίος επιδείκνυε μια σταθερή πολιτική αμφισβήτησης και αναθεώρησης του Status quo στο Αιγαίο, με συχνές παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου χώρου της Ελλάδας και κάθε είδους προκλήσεις, καταπατώντας κάθε έννοια διεθνούς δικαίου -και με το ΝΑΤΟ πάντα στο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου.

Στόχος μια «γκρίζα» Μεσόγειος

Ο τουρκικός εθνικισμός, ο οποίος διαποτίζει σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα στο εσωτερικό της Τουρκίας αποπροσανατολίζοντας τον τουρκικό λαό, έβρισκε πάντα διέξοδο και “βαλβίδα εκτόνωσης” με προκλητικές ενέργειες και επίδειξη δύναμης εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, το χώρο των οποίων η Άγκυρα εκλάμβανε πάντα ως “αδύναμο κρίκο” στο περιφερειακό της γεωπολιτικό σύστημα. Τελευταία όμως οι τουρκικές προκλήσεις, σε όλο το φάσμα των περιοχών γειτνίασης με την Ελλάδα και την Κύπρο, λαμβάνουν ξεκάθαρα επιθετικό και ακραία διεκδικητικό χαρακτήρα.

To tvxs.gr, μέσα στην πανδημία, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ενημέρωσης. Στις αντίξοες αυτές συνθήκες, στήριξε την ανεξαρτησία του tvxs.gr

Στόχος της Τουρκίας είναι το “γκριζάρισμα” μιας τεράστιας γεωγραφικής ζώνης στο ανατολικό Αιγαίο και στη Μεσόγειο, ακόμη και η πρόκληση ενός “θερμού επεισοδίου” ώστε να συρθεί η Αθήνα σε μια εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση με την αναθεωρητική Άγκυρα με στόχο τον επανακαθορισμό του καθεστώτος νησίδων και βραχονησίδων και των θαλάσσιων ζωνών, και τη “συνεκμετάλλευση”, δηλαδή την επίσημη αναγνώριση ότι “κανένα σχέδιο στην περιοχή δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη συμμετοχή της Τουρκίας” (Ρ. Τ. Ερντογάν).

Από τη «Στρατιά Αιγαίου» στη «Γαλάζια Πατρίδα»

Σήμερα, σχεδόν δύο αιώνες από την ανεξαρτησία της Ελλάδας και 108 χρόνια από την απελευθέρωση των περισσοτέρων νησιών του Αιγαίου από την οθωμανική κατοχή, το υπάρχον καθεστώς του Αρχιπελάγους, διαμορφωμένο από τη Συνθήκη του Λονδίνου, τη Συνθήκη της Λωζάννης (24.7.1923) και τη Συμφωνία των Παρισίων (1947), τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η γειτονική μας Τουρκία, ως κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τρέφοντας υπό τον Ερντογάν φιλοδοξίες αναβίωσής της, και με τον αέρα της ανερχόμενης περιφερειακής δύναμης, θέτει υπό αμφισβήτηση το καθεστώς του Αιγαίου, προβάλλοντας απαιτήσεις για συγκυριαρχία, ενώ προβάλει μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις στην Ανατολική και Κεντρική Μεσόγειο υπό το νέο επεκτατικό δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”. Η εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 και η παράνομη κατοχή του 36% του βόρειου τμήματος της μεγαλονήσου, καθώς και η συγκρότηση το 1975 της 4ης Στρατιάς, της λεγόμενης “Στρατιάς Αιγαίου” με έδρα τη Σμύρνη και προσανατολισμένης προς δυσμάς, με δύναμη 100.000 ανδρών και εξοπλισμένη με ένα μεγάλο στόλο αποβατικών σκαφών, αποτελούν αποδείξεις πως οι τουρκικές απειλές και διεκδικήσεις μπορούν, όταν εμφανιστούν οι κατάλληλες συνθήκες, να λάβουν σάρκα και οστά.

Αμφισβητώντας υπάρχουσες συνθήκες, και καταπατώντας κάθε έννοια διεθνούς δικαίου και δικαίου της θάλασσας, η Άγκυρα, χρησιμοποιώντας το αναχρονιστικό επιχείρημα ότι “η ισχύς παράγει δίκαιο”, αντιλαμβάνεται τις θαλάσσιες περιοχές στην Ανατολική Μεσόγειο ως “ζωτικό χώρο” (Lebensraum) προβολής και επέκτασης της ισχύος της, αλλά και ως πρώην τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που θα πρέπει σταδιακά να “επιστραφούν” στο σύγχρονο εκπρόσωπό της, την Ερντογανική Τουρκία.

Σύμφωνα με τον Δημήτρη Καραϊτίδη, διευθυντή του διπλωματικού γραφείου των Ανδρέα Παπανδρέου και Κώστα Σημίτη και πρέσβυς ε.τ., η τουρκική επιθετικότητα κλιμακώνεται επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια: «Επί πολλά έτη, η στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μια προϊούσα διεκδικητικότητα. Σταδιακά, από την αμφισβήτηση του ελληνικού εναέριου χώρου, πέρασε στις λεγόμενες ‘’γκρίζες ζώνες’’, εν συνεχεία στη ρητή διεκδίκηση ελληνικών νησίδων και νησιών, με αβάσιμα από πλευράς διεθνούς δικαίου επιχειρήματα, για να φτάσει στο δόγμα της ‘’Γαλάζιας Πατρίδας’’ και στην εξωφρενική θεωρία ‘’των συνόρων της τουρκικής καρδιάς’’.

Κοκτέιλ Μολότοφ: Το φάσμα των ελληνοτουρκικών διαφορών και ζητημάτων

Συνοπτικά οι τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας περιλαμβάνουν ζητήματα, όπως η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο, η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), το ζήτημα του θαλάσσιου και εναέριου εθνικού χώρου και την “απαγόρευση” επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των 6 ναυτικών μιλίων υπό την απειλή Casus Belli, την ευθεία αμφισβήτηση του καθεστώτος ελληνικής κυριαρχίας σε τουλάχιστον “18 νησίδες και δύο βραχονησίδες στο Αιγαίο” (εκτός από τις βραχονησίδες Ίμια, τις οποίες θεωρεί τουρκικές), το ζήτημα του συμπλέγματος του Καστελόριζου, το οποίο κατά την Άγκυρα δεν έχει κανένα δικαίωμα ΑΟΖ, την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίο, το ζήτημα του εναέριο επιχειρησιακού ελέγχου (FIR), αλλά και ζητήματα όπως χερσαίες συνοριακές διεκδικήσεις στον παραμεθόριο ποταμό Έβρο, ζητήματα που αφορούν το καθεστώς της μουσουλμανικής (“εθνικά τουρκικής” κατά την Άγκυρα) μειονότητας στη Δυτική Θράκη, το καθεστώς και οι περιουσίες της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη και στα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης και το καθεστώς του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καθώς και μια σειρά από επιμέρους άλλα ζητήματα π.χ. το καθεστώς των 2.000 Τούρκων μουσουλμάνων των Δωδεκανήσων, την προστασία οθωμανικών μνημείων στην Ελλάδα, την απειλή μετατροπής της Αγία Σοφίας σε τζαμί κ.ά.

Όλα αυτά είναι για την αναθεωρητική Τουρκία “ανοιχτά ζητήματα προς επίλυση” και συνθέτουν, κατά την πάγια άποψή της, το φάσμα των ελληνοτουρκικών διαφορών, αν και στην ουσία πρόκειται απλώς για μονομερείς διεκδικήσεις της Άγκυρας. Από την πλευρά της Αθήνας όλα αυτά είναι “ανύπαρκτα ζητήματα”, καθώς αφορούν επικυρωμένα με διεθνείς συνθήκες νόμιμα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, και τα μόνο ανοικτά ζητήματα με την Τουρκία, τα οποία είναι προς συζήτηση και διαπραγμάτευση (ακόμη και προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης), είναι ο καθορισμός της υφαλοκρηπίδας, της αιγιαλίτιδας ζώνης και κατ’ επέκταση της ΑΟΖ. Η Άγκυρα ωστόσο επιδιώκει τη “διμερή επίλυση”, μέσω της πρόκλησης ενός θερμού επεισοδίου μέσω του οποίου θεωρεί ότι θα εξαναγκάσει την ελληνική πλευρά σε υποχωρήσεις και διαπραγματεύσεις για μια “λύση-πακέτο”.

Καθώς εμφορείται από νοοτροπία μιας μεγάλης περιφερειακής δύναμης 84 εκατομμυρίων κατοίκων, που θα ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια ως το 2050 (με αντίστοιχες ανάγκες σε φυσικούς πόρους και ενέργεια) πριν αρχίσει να μειώνεται πληθυσμιακά μετά το 2060, η Τουρκία επιθυμεί να αναγνωρίζεται ως διεθνής παίκτης και διαμορφωτής των εξελίξεων, τόσο στη γεωγραφική της περιφέρεια, όπου επιδιώκει την επέκτασή της, όσο και διεθνώς. Στο πλαίσιο αυτό η Τουρκία εφαρμόζει μια επιθετική πολιτική προς τους γείτονές της, όπως φαίνεται στην περίπτωση της Κύπρου, της Συρίας, του Ιράκ και φυσικά της Ελλάδας. Όχι άδικα απέκτησε τη φήμη του “νταή” της περιοχής και ενός “ταραχοποιού”, παραβιάζοντας εμπράκτως τις αρχές της καλής γειτονίας και το διεθνές δίκαιο, ειδικά όσο βλέπει την πόρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κλειστή και τον εαυτό της στο περιθώριο μιας όλο και πιο διχασμένης και αποδυναμωμένης Δύσης.

Τουρκολιβυκό μνημόνιο και «Γαλάζια Πατρίδα»

Έτσι η Τουρκία προχωρά σε προκλητικές και επιθετικές ενέργειες, οι οποίες κανονικά δεν θα έπρεπε να είναι ανεκτές από τη διεθνή κοινότητα, επειδή προεξοφλεί πως αυτή η συμπεριφορά της θα τύχει ανοχής ή έστω αναιμικής αντίδρασης. Ειδικά όταν γνωρίζει πως, λόγω της γεωστρατηγικής, γεωπολιτικής, οικονομικής και δημογραφικής της σημασίας, η Δύση δε θα ρισκάρει την απώλεια της ως σύμμαχο στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Υπό τη σιωπηρή ανοχή της Δύσης λοιπόν η Τουρκία κινήθηκε στο θέμα της Λιβύης, παραβιάζοντας την απόφαση του ΟΗΕ για απαγόρευση αποστολής όπλων στις αντιμαχόμενες πλευρές, και ενισχύοντας στρατιωτικά την κυβέρνηση της Τρίπολης (GNA) του Σαράτζ, εναντίον των δυνάμεων του στρατηγού Χαφτάρ (NLA). Και εκμεταλλευόμενη ακριβώς αυτή την κατάσταση επιδίωξε, με την υπογραφή του “πειρατικού” τουρκολιβυκού μνημονίου, να κάνει ένα αποφασιστικό βήμα για την υλοποίηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» -τη νέα τουρκική “Μεγάλη Ιδέα”- σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.

Το δόγμα της υποστηρίζει αυθαίρετα πως “τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα”, παρά μόνον περιορισμένα χωρικά ύδατα, κι έτσι το σύμπλεγμα του Καστελόριζου εμφανίζεται σχεδόν ”αόρατο” στους τουρκικούς χάρτες, ενώ η μεγαλόνησος Κρήτη με δυσανάλογα μικρή επήρεια επί της ΑΟΖ της. Η Άγκυρα επιδίωξε η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση (GNA) της Λιβύης να είναι η πρώτη κυβέρνηση στη Μεσόγειο η οποία θα υποστήριζε τις αναθεωρητικές απόψεις και πρακτικές της, προχωρώντας μάλιστα σε αμοιβαία οριοθέτηση ΑΟΖ, επιτρέποντας στην Τουρκία να κάνει ένα βήμα στη στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» εις βάρος των νόμιμων ελληνικών δικαιωμάτων στη Μεσόγειο.

Ένοπλη αντίδραση ή υποχώρηση;

Το επόμενο επιθετικό βήμα της Τουρκίας ήταν η χάραξη βυθοτεμαχίων (οικοπέδων) στην καταπατημένη ελληνική ΑΟΖ, που βαπτίστηκε αυθαίρετα “τουρκική” και “λιβυκή”, και οι απειλές για έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, αλλά και η προαναγγελία γεωτρήσεων σε αυτές, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της Αθήνας και τα -όχι και τόσο αυστηρά- «χαστούκια» από ΗΠΑ και Ε.Ε. που ζήτησαν να σταματήσει τις παραβιάσεις. Έτσι η Τουρκία είναι έτοιμη να παραβιάσει και τις τελευταίες “κόκκινες γραμμές” της Ελλάδας ρισκάροντας ένα ακόμη “θερμό επεισόδιο” από το οποίο θεωρεί πως θα βγει κερδισμένη. Πιθανόν αυτό να είναι και το σχέδιο της, ξεκινώντας π.χ. μια άκρως επιθετική ενέργεια μέσω μιας γεώτρησης στις θαλάσσιες ζώνες που περιλαμβάνονται στο τουρκολιβυκό σύμφωνο, δηλαδή νοτιοανατολικά της Κρήτης, που θα αναγκάσει την Ελλάδα να λάβει στρατιωτικά μέτρα αποτροπής.

Επισκιάζοντας τον Κεμάλ

Με αυτόν τον τρόπο η Τουρκία θα επιδιώξει να εκβιάσει την Ελλάδα οδηγώντας την κατάσταση στα άκρα και φέρνοντας τη χώρα μας προ του διλήμματος της “έμπρακτης ένοπλης αντίδρασης ή της υποχώρησης”. Η Άγκυρα θέλει να πιστεύει πως θα υποχωρήσουμε και θα διαπραγματευτούμε, αντί να “ανοίξουμε την πόρτα του φρενοκομείου”. Έτσι ο Ερντογάν ελπίζει πως μέχρι το 2023, την επέτειο του ενός αιώνα από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, θα επισκιάσει τη δόξα του Κεμάλ Ατατούρκ και θα “θάψει τον Κεμαλισμό” ως κυρίαρχο αφήγημα. Από την άλλη ελπίζει να επεκτείνει γεωγραφικά, μέσω της “Γαλάζιας Πατρίδας”, την Τουρκία εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, ανατρέποντας τις ισορροπίες στην περιοχή, προωθώντας το ιδεολόγημα του νεοοθωμανισμού και πυροδοτώντας τις φιλοδοξίες για μια νέα οθωμανική αυτοκρατορία του 21ου αιώνα.

Αποτροπή μέσω μιας ευέλικτα δυναμικής ανταπόδοσης;

Απέναντι σε όλο αυτό το φάσμα των τουρκικών απειλών και επιθετικών ενεργειών η Ελλάδα θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, ψύχραιμη και αποφασιστική -μακριά όμως από εθνικιστικές κραυγές και παραληρήματα για εσωτερική κατανάλωση, όπως έγινε με τη Συμφωνία των Πρεσπών- ώστε να μην πέσει στην προσχεδιασμένη παγίδα της Άγκυρας. Η αποτροπή μέσω μιας ευέλικτα δυναμικής ανταπάντησης στις τουρκικές προκλήσεις και ενέργειες είναι πάντα η καλύτερη μέθοδος άμυνας. Αρχικά μέσω μιας κατηγορηματικής διακήρυξης ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να υποκύψει στους τουρκικούς εκβιασμούς και να αποδεχθεί απώλεια των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και των νόμιμων συμφερόντων της, μετατρεπόμενη έτσι σε “χώρα περιορισμένης κυριαρχίας” και μελλοντικά ακόμη και υποτελής μιας ανερχόμενης νεοοθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτή η διακήρυξη έχει νόημα μόνον όταν στηρίζεται από μια ισχυρή αποτρεπτική δυνατότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, να απαντήσει ευέλικτα και αποφασιστικά, όταν και άμα χρειαστεί. Αλλιώς θα πρόκειται για μπλόφα και η Τουρκία δε θα αργήσει να το καταλάβει.

Ποια πρέπει να είναι η ελληνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία;

Το πρώτο μέλημα λοιπόν θα πρέπει να είναι η ισχυρή αμυντική αποτροπή, που θα εμπεριέχει και την αποφασιστικότητα για την ανάληψη στρατιωτική δράση για την προάσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό είναι η ενίσχυση και η διεύρυνση των συμμαχιών της Ελλάδας, τόσο περιφερειακά (Αίγυπτος, Ισραήλ κ.ά), όσο και διεθνώς (Ε.Ε. ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΟΗΕ), με την προσέγγιση ακόμη και δυνάμεων, όπως η Ρωσία και η Κίνα, που για τους δικούς τους λόγους δε θα επιθυμούσαν να δουν μια ισχυροποίηση της Τουρκίας. Το τρίτο είναι η αξιοποίηση του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της θάλασσας, αλλά και των διεθνών συνθηκών, ώστε να τονιστούν οι παρανομίες της Άγκυρας, ώστε να μπορέσει να επανέλθει η γειτονική μας χώρα στο δρόμο της λογικής, της συνεργασίας και της ειρηνικής συνύπαρξης. Το τέταρτο, αλλά προϋπόθεση όλων των υπολοίπων, θα πρέπει να είναι η χάραξη μιας ενιαίας εθνικής στρατηγικής για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το ρόλο μας στη Μεσόγειο, στην οποία θα συμμετέχουν και θα συναποφασίζουν μαζί με την κυβέρνηση και τα κόμματα της μείζονος αντιπολίτευσης, ενώ θα ζητείται και η συμβολή ανεξάρτητων θεσμών και ιδρυμάτων, ώστε να είναι ρεαλιστική, επιστημονικά σωστή και να βγαίνει όσο γίνεται πιο ενιαία προς τα έξω, τονίζοντας πως η Ελλάδα είναι μια χώρα δημοκρατική, μη επεκτατική, και πυλώνας ασφάλειας και σταθερότητας σε όλη την περιοχή.

Αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων

Το πέμπτο, και τελευταίο μέλημα, θα πρέπει να είναι η Ελλάδα να πάψει να λειτουργεί αντανακλαστικά απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα και να αναλάβει η ίδια πρωτοβουλίες για την δίκαιη επίλυση των ανοικτών ζητημάτων (υφαλοκρηπίδα, χάραξη ΑΟΖ, λύση του Κυπριακού) με γνώμονα πάντα το διεθνές δίκαιο, τις διεθνείς συνθήκες και το ευρωπαϊκό κεκτημένο, καλώντας την Τουρκία να συμβάλει θετικά και για το δικό της όφελος. Φυσικά αυτό απαιτεί και μια τολμηρή και δημιουργική εξωτερική πολιτική εκ μέρους της Ελλάδας και όχι μια συντηρητική, φοβική και παραλυμένη εξωτερική πολιτική, που ακολουθεί καταϊδρωμένη τις εξελίξεις, πουλώντας πατριδοκαπηλεία για εσωτερική κατανάλωση, ενώ θα έπρεπε να τις προβλέπει και να είναι πάντα “ένα βήμα πιο μπροστά”.

Δεν πρέπει να εκπέμπεται το σήμα ότι η Ελλάδα θέλει να αποκλείσει την Τουρκία από τη Μεσόγειο, αλλά αντίθετα να συνεργαστεί μαζί της σε όλους τους τομείς, με γνώμονα τα συμφέροντα των δύο γειτονικών λαών και την ασφάλεια κι ευημερία ολόκληρης της περιοχής, τονίζοντας τη στήριξή της στον ευρωπαϊκό δρόμο της Άγκυρας. Άλλωστε ο Ερντογάν και το καθεστώς του αργά ή γρήγορα θα τελειώσουν, αλλά η Τουρκία και ο λαός της θα συνεχίσει να είναι εδώ, δίπλα μας, να μοιραζόμαστε κοινές θάλασσες και, σε μεγάλο βαθμό κοινή μοίρα. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την γεωγραφία, δεν μπορούμε να αλλάξουμε την ιστορία. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε τη νοοτροπία και εκεί θα πρέπει να στοχεύουμε, ώστε να εξασφαλίσουμε ένα λιγότερο αβέβαιο παρόν κι ένα πιο ειρηνικό μέλλον για τις επόμενες γενιές Ελλήνων και Τούρκων, που μέσω της συνύπαρξης και της συνεργασίας θα έχουν μόνο να κερδίσουν.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.