Naomi Klein: «Μην αφήσετε τους γίγαντες του διαδικτύου να πάρουν τον έλεγχο της ζωής μας!»

«Καθώς ο κορονοϊός συνεχίζει να σκοτώνει χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά, οι εταιρείες τεχνολογίας εκμεταλλεύονται την ευκαιρία για να επεκτείνουν την εμβέλεια και την ισχύ τους», γράφει η Naomi Klein σε ένα εκτενές άρθρο της στο The Intercept, που αναδημοσιεύει η βρετανική εφημερίδα The Guardian.

Στις 6 Μαΐου, για μια φευγαλέα στιγμή κατά τη διάρκεια της καθημερινής «ενημέρωσης για τον κορονοϊό» από τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Andrew Cuomo, τα απαίσια στοιχεία που έχουν γεμίσει τις οθόνες μας για εβδομάδες έδωσαν τη θέση τους σε αυτό που έμοιαζε με ένα χαμόγελο. Η αιτία του συγκρατημένου χαμόγελου ήταν μια εμφάνιση σε βίντεο του πρώην γενικού διευθυντή της Google, Έρικ Σμιντ, ο οποίος έκανε παρέμβαση στην συνέντευξη Τύπου του κυβερνήτη προκειμένου να ανακοινώσει ότι μόλις ανέλαβε την αποστολή να διαμορφώσει το μετα-Covid μέλλον της Νέας Υόρκης [το επίκεντρο της επιδημίας Covid-19 στις Ηνωμένες Πολιτείες], με έμφαση στη συστηματική ολοκλήρωση της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς της τοπικής ζωής.

«Η προτεραιότητα, είπε ο Σμιντ, είναι η τηλεϊατρική, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση και η υψηλή ταχύτητα … Πρέπει να αναζητήσουμε λύσεις που μπορούμε να προτείνουμε τώρα, να τις εφαρμόσουμε το συντομότερο δυνατό και να χρησιμοποιήσουμε αυτή την τεχνολογία για τη βελτίωση της κατάστασης.»…

Την προηγούμενη μέρα, ο Andrew Cuomo είχε ανακοινώσει μια παρόμοια συνεργασία με το Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέητς, με στόχο τη δημιουργία ενός «διασυνδεδεμένου εκπαιδευτικού συστήματος». Ο Andrew Cuomo εξήγησε ότι η πανδημία άνοιξε «ένα ιστορικό παράθυρο για την ολοκλήρωση και την προώθηση των ιδεών [του Μπιλ Γκέητς]», τον οποίο αποκάλεσε «οραματιστή». «Όλα αυτά τα κτίρια, όλες αυτές οι αίθουσες διδασκαλίας, τι νόημα έχουν με όλη αυτή την τεχνολογία που έχουμε στη διάθεσή μας;» ρώτησε ρητορικά.

Πείραμα…

Χρειάστηκε λίγος χρόνος, αλλά αυτό που μοιάζει με την πανδημική εκδοχή της «στρατηγικής του σοκ» αρχίζει να διαμορφώνεται [σ.σ. σύμφωνα με τη «στρατηγική σοκ», οι καπιταλιστές επωφελούνται από μεγάλες καταστροφές για να περάσουν εξαιρετικά νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις]. Ας την ονομάσουμε «Ψηφιακή Νέα Συμφωνία» [σ.σ. όπως το μοντέλο του «Νιου Ντηλ» του Προέδρου Ρούσβελτ που ξεκίνησε το 1933 μετά την κρίση του 1929, και την «Πράσινη Νέα Συμφωνία», που υποστηρίζει σήμερα ένα μέρος των Αμερικανών Δημοκρατικών]. Πολύ πιο τεχνολογικό από οτιδήποτε έχουμε δει μετά από προηγούμενες καταστροφές, το μοντέλο στο οποίο πηγαίνουμε πλησίστιοι, ενώ το μακελειό συνεχίζεται, παρουσιάζεται αυτούς τους μήνες φυσικής απομόνωσης όχι ως κάτι κακό αλλά ως κάτι καλό (για τη διάσωση των ζωών).

Ο Anuja Sonalker, γενικός διευθυντής της Steer Tech, μιας εταιρείας με έδρα το Μέρυλαντ που σχεδιάζει λογισμικό αυτόματης στάθμευσης, συνοψίζει ως εξής την κατάσταση: «Υπάρχει μια ξεκάθαρη τρέλα για ανέπαφες τεχνολογίες. Οι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν έναν βιολογικό κίνδυνο. Ενώ το μηχάνημα όχι.»

Είναι ένα μέλλον στο οποίο τα σπίτια μας δεν θα είναι ποτέ ξανά εντελώς ιδιωτικοί χώροι, αλλά θα λειτουργούν επίσης, χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία, ως σχολείο, ιατρικό γραφείο, γυμναστήριο και, εάν το κράτος το διατάξει, και ως φυλακή. Προφανώς, για πολλούς από εμάς, το σπίτι ήταν ήδη μια επέκταση του γραφείου και του χώρου διασκέδασης, ακόμη και πριν από την πανδημία, ενώ η παρακολούθηση των κρατουμένων σε ένα ανοιχτό περιβάλλον [χάρη στο ηλεκτρονικό βραχιόλι] ήταν γενικευμένη. Το γεγονός παραμένει ότι, κάτω από την επίδραση της φρενίτιδας λόγω της πανδημίας, όλες αυτές οι τάσεις θα πρέπει να ακολουθήσουν μια ιλιγγιώδη επιτάχυνση.

«Ένα μέλλον στο οποίο για τους προνομιούχους, σχεδόν τα πάντα θα φτάνουν σπίτι τους με delivery, είτε εικονικά μέσω του streaming και της cloud τεχνολογίας, είτε κυριολεκτικά μέσω οχημάτων χωρίς οδηγούς ή μέσω drones για να “διαμοιραστούν” ακολούθως στην οθόνη μιας διαμεσολαβητικής πλατφόρμας. Ένα μέλλον όπου δεν θα γίνονται αποδεκτά ούτε τα μετρητά ούτε οι πιστωτικές κάρτες (με την πρόφαση του ελέγχου των ιών) και που δεν θα υπάρχει παρά μόνο ελάχιστη κυκλοφορία μέσων μαζικής μεταφοράς και ακόμα λιγότερη ζωντανή τέχνη».

«Ένα μέλλον που, όπως μας λένε, θα λειτουργεί με καύσιμο την “τεχνητή νοημοσύνη”, αλλά στην πραγματικότητα θα στηρίζεται στα δεκάδες εκατομμύρια ανώνυμων εργατών, στριμωγμένων σε αποθήκες, σε “κέντρα πληροφορίας”, σε εργοτάξια συντονισμού και εποπτείας ψηφιακού περιεχομένου, σε ηλεκτρονικά sweatshops, σε ορυχεία λιθίου, σε βιομηχανικές φάρμες και σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας κρέατος, όπου θα μένουν απροστάτευτοι από τις ασθένειες και από την υπερ-εκμετάλλευση. Ένα μέλλον όπου κάθε μας κίνηση, κάθε μας λέξη και κάθε μας σχέση θα είναι ανιχνεύσιμη και εκμεταλλεύσιμη ως πληροφορία από ένα σύστημα που θα έχει προκύψει από μια άνευ προηγουμένου διαπλοκή ανάμεσα στο κράτος και στους γίγαντες της τεχνολογίας». «Αν όλα αυτά δεν μοιάζουν τόσο ανοίκεια, είναι επειδή, πριν από την πανδημία, αυτό ακριβώς το γεμάτο ψηφιακές εφαρμογές μέλλον μας το πουλούσαν στο όνομα της ευκολίας και της εξατομίκευσης…».

«Αυτό όμως συνέβαινε στο αρχαίο παρελθόν, δηλαδή μέχρι και τον Φεβρουάριο. Σήμερα, όλες οι προηγούμενες ανησυχίες μας έχουν σκεπαστεί από ένα παλιρροϊκό κύμα πανικού, καθώς αυτή η ξαναζεσταμένη δυστοπία έχει μπει σε ταχεία διαδικασία rebranding και μας σερβίρεται πλέον με την υπόσχεση ότι αυτές οι τεχνολογίες είναι ο μόνος τρόπος να ασφαλίσουμε τις ζωές μας από τις επιδημίες». «Τώρα, εν μέσω αυτής της σφαγής, αλλά και εν μέσω του φόβου και της αβεβαιότητας για το μέλλον που έχει σπείρει η πανδημία, είναι ξεκάθαρο ότι οι εταιρείες αυτές έχουν διαπιστώσει πως τώρα είναι η στιγμή για να αποκτήσουν αντίστοιχη εξουσία με εκείνη που απολαμβάνουν οι Κινέζοι ανταγωνιστές τους, οι οποίοι έχουν την πολυτέλεια να λειτουργούν απερίσπαστοι από ενοχλήσεις όπως οι δημοκρατικοί θεσμοί και τα εργασιακά και πολιτικά δικαιώματα».

Τα συμφέροντα του Έρικ Σμιντ

Όλα περιστρέφονται γύρω από τον Ερικ Σμιντ. Πολύ πριν τον Covid-19, ο Eric Schmidt διεξήγαγε μια επιθετική εκστρατεία λόμπινγκ και επικοινωνίας με στόχο την προώθηση του οράματος της κοινωνίας «Black Mirror» για το οποίο έλαβε εντολή εφαρμογής από τον Andrew Cuomo. Στην καρδιά αυτού του οράματος βρίσκεται η στενή σχέση μεταξύ του κράτους και μιας χούφτας από γίγαντες της Silicon Valley – που θα αναλάβουν με μεγάλο κέρδος τα δημόσια σχολεία, τα νοσοκομεία, τα ιατρικά γραφεία, την αστυνομία και το στρατό…

Είναι ένα όραμα που ο Σμιντ προώθησε ως πρόεδρος του Συμβουλίου Καινοτομίας στην Άμυνας, το οποίο συμβουλεύει το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ σχετικά με την αυξημένη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στον στρατό, καθώς και ως πρόεδρος της ισχυρής Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας για την Τεχνητή Νοημοσύνη(NSCAI), που συμβουλεύει το Κογκρέσο για την «πρόοδο στην τεχνητή νοημοσύνη…» με στόχο την αντιμετώπιση των «εθνικών και οικονομικών αναγκών ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού κινδύνου». Και τα δύο διοικητικά συμβούλια είναι γεμάτα με ισχυρούς διευθύνοντες συμβούλους της Silicon Valley και ανώτερα στελέχη εταιρειών όπως η Oracle, η Amazon, η Microsoft, το Facebook και φυσικά, οι πρώην συνάδελφοι του Σμιντ στην Google.

Ο Σμιντ εξακολουθεί να κατέχει περισσότερα από 5,3 δισεκατομμύρια δολάρια σε μετοχές της Alphabet (μητρική εταιρεία της Google), καθώς και μεγάλες επενδύσεις σε άλλες εταιρείες τεχνολογίας… Ο κύριος σκοπός των δύο διοικητικών συμβουλίων στα οποία προΐσταται ο Σμιθ είναι να απαιτήσουν εκθετικές αυξήσεις των κυβερνητικών δαπανών για έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη και σε υποδομές τεχνολογίας όπως το 5G – επενδύσεις που θα ωφελούσαν άμεσα τις εταιρείες στις οποίες ο Σμιντ και άλλα μέλη αυτών των συμβουλίων έχουν εκτεταμένες συμμετοχές.

Πρώτα σε κλειστές παρουσιάσεις σε βουλευτές και ύστερα σε άρθρα και συνεντεύξεις, το επιχείρημα του Σμιντ είναι ότι από τη στιγμή που η κινεζική κυβέρνηση είναι πρόθυμη να δαπανήσει απεριόριστα χρήματα για την κατασκευή της υποδομής παρακολούθησης υψηλής τεχνολογίας, επιτρέποντας παράλληλα σε κινεζικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, όπως η Alibaba, η Baidu και η Huawei να κερδίζουν από τις εμπορικές εφαρμογές, η κυρίαρχη θέση των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει να καταρρεύσει. (Ο ανταγωνισμός με την Κίνα χρησιμοποιείται από τους κολοσσούς της Σίλικον Βάλεϊ για την απορρόφηση κρατικού χρήματος στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και της κβαντικής πληροφορικής). […]

Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, ωστόσο, η NSCAI επισημαίνει την προθυμία της Κίνας να προωθήσει τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα στον τομέα της μαζικής παρακολούθησης και τη συλλογή δεδομένων ως τον λόγο που της παρέχει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η παρουσίαση επισημαίνει την «ρητή κυβερνητική υποστήριξη και συμμετοχή της Κίνας, π.χ. στην ανάπτυξη αναγνώρισης προσώπου»… [σ.σ. «Η επιτήρηση» είναι στην πρώτη θέση της ιεράρχησης]

Η μητρική εταιρεία της Google, Alphabet, προωθούσε το ακριβές όραμα μέσω του τμήματος Sidewalk Labs, επιλέγοντας ένα μεγάλο μέρος του Τορόντο ως μοντέλο «έξυπνης πόλης». Αλλά το έργο στο Τορόντο σταμάτησε μετά από δύο χρόνια αδιάκοπης διαμάχης σχετικά με τον τεράστιο όγκο προσωπικών δεδομένων που θα συλλέγει η Alphabet, την έλλειψη προστασίας της ιδιωτικής ζωής και τα αμφισβητήσιμα οφέλη για την πόλη στο σύνολό της. […]

Τώρα, εν μέσω της σφαγής αυτής της συνεχιζόμενης πανδημίας, και της αβεβαιότητας για το μέλλον, αυτές οι εταιρείες βλέπουν ότι ήρθε η στιγμή για να εξαλείψουν τη δημοκρατική δέσμευση. Να έχουν το ίδιο είδος δύναμης με τους Κινέζους ανταγωνιστές τους, οι οποίοι έχουν την πολυτέλεια να λειτουργούν χωρίς να παρεμποδίζονται από τα εργατικά ή τα πολιτικά δικαιώματα.

Να είμαστε σαφείς, η τεχνολογία είναι σίγουρα ένα βασικός τρόπος με τον οποίο πρέπει να προστατεύσουμε τη δημόσια υγεία τους επόμενους μήνες και χρόνια. Το ερώτημα είναι: αυτή η τεχνολογία θα υπόκειται στους κανόνες της δημοκρατίας και της δημόσιας εποπτείας, ή θα υπόκειται στην κατάσταση εξαίρεσης, χωρίς να μπορούμε να θέσουμε κρίσιμα ερωτήματα για το πως θα διαμορφώσουν τη ζωή μας τις επόμενες δεκαετίες; Ερωτήσεις όπως για παράδειγμα: αν πράγματι βλέπουμε πόσο κρίσιμη είναι η ψηφιακή συνδεσιμότητα σε περιόδους κρίσης, θα πρέπει αυτά τα δίκτυα και τα δεδομένα μας να βρίσκονται πραγματικά στα χέρια ιδιωτικών παικτών όπως η Google, η Amazon και η Apple; Εάν τα κράτη πληρώνουν τόσο μεγάλο μέρος, δεν θα πρέπει το κοινό να τα κατέχει και να τα ελέγχει; Εάν το Διαδίκτυο είναι απαραίτητο για τόσα πολλά στη ζωή μας, όπως είναι σαφές, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία μη κερδοσκοπική δημόσια υπηρεσία;

Μετά την δημοσιοποίηση της νέας συνεργασίας της πολιτείας της Νέας Υόρκης με το Ίδρυμα Γκέιτς, ο Andy Pallotta, πρόεδρος της ένωσης εκπαιδευτικών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, αντέδρασε άμεσα λέγοντας πως «Αν θέλουμε να επαναπροσδιορίσουμε την εκπαίδευση, ας αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την ανάγκη για περισσότερους κοινωνικούς λειτουργούς, συμβούλους ψυχικής υγείας, νοσηλευτές σχολείων, μαθήματα εμπλουτισμού των τεχνών, προχωρημένα μαθήματα και μικρότερα μεγέθη τάξεων…».

Το ζήτημα δεν είναι εάν τα σχολεία πρέπει να αλλάξουν ενόψει ενός εξαιρετικά μεταδοτικού ιού για τον οποίο δεν έχουμε ούτε θεραπεία ούτε εμβόλιο. Όπως κάθε ίδρυμα όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε ομάδες, θα αλλάξουν. Το πρόβλημα, όπως πάντα σε αυτές τις στιγμές συλλογικού σοκ, είναι η απουσία δημόσιου διαλόγου σχετικά με το πώς θα πρέπει να μοιάζουν αυτές οι αλλαγές και ποιος πρέπει να ωφεληθεί – οι ιδιωτικές εταιρείες τεχνολογίας ή οι σπουδαστές;

Οι ίδιες ερωτήσεις πρέπει να τεθούν για την υγεία… πρέπει να διεξαγάγουμε μια συζήτηση βασισμένη σε στοιχεία σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της δαπάνης δημόσιων πόρων στην τηλε-υγεία…

Σε κάθε περίπτωση, αντιμετωπίζουμε πραγματικές και δύσκολες επιλογές μεταξύ επενδύσεων σε ανθρώπους και επενδύσεων σε τεχνολογία. Επειδή η βάναυση αλήθεια είναι ότι, ως έχουν τα πράγματα, είναι απίθανο να κάνουμε και τα δύο… Δημόσια σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία και διαμετακόμιση αντιμετωπίζουν υπαρξιακά ερωτήματα σχετικά με το μέλλον τους. Εάν οι εταιρείες τεχνολογίας κερδίσουν την άγρια ​​εκστρατεία τους για την εξ αποστάσεως μάθηση, την τηλεϋγείας, τα 5G και τα οχήματα χωρίς οδηγό – η Screen New Deal τους – απλά δεν θα απομείνουν χρήματα για επείγουσες δημόσιες προτεραιότητες, όπως η Πράσινη Νέα Συμφωνία που χρειάζεται ο πλανήτης μας επειγόντως.

Αντιθέτως:

Η τεχνολογία μας παρέχει ισχυρά εργαλεία, αλλά δεν είναι κάθε λύση τεχνολογική. Και το πρόβλημα είναι η ανάθεση βασικών αποφάσεων σε άντρες όπως οι Bill Gates και Schmidt που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα που δεν μπορεί να επιλύσει η τεχνολογία.

Για αυτούς, και για πολλούς άλλους στη Silicon Valley, η πανδημία είναι μια χρυσή ευκαιρία να λάβουν όχι μόνο την ευγνωμοσύνη, αλλά την σεβασμό και την εξουσία που αισθάνονται ότι στερήθηκαν..

Αποσπάσματα από The Guardian ( The Intercept)

Επιμέλεια artinews

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.