Η ηθική χρεοκοπία: Συνηθίσαμε τον βούρκο

Μανώλης Κοττάκης

Σήμερα θα είμαι ολίγον εξομολογητικός. Ως φιλελεύθερος και ως χριστιανός, θέτω τακτικώς τον εαυτό μου στη διαδικασία του αναστοχασμού και της αξιολόγησης. Ex post. Δεν είναι λίγες οι φορές που, αν έχω αμφιβολία για κάτι και υποπτεύομαι πως «ξεφεύγω», θέτω τα κείμενά μου στην κρίση των συναδέλφων δημοσιογράφων, διορθωτών, του ατελιέ, που είναι οι μέσοι αναγνώστες, μη τυχόν και μου διαφεύγει κάτι. Ex ante.

«Τα καλάμια στην Ελλάδα είναι αυτοφυή» έλεγε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, και εμείς οι δημοσιογράφοι έχουμε υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας και στην κοινωνία να πατάμε στο έδαφος. Και κυρίως να ακούμε. Εχοντας μελετήσει την ιστορία των κεντροδεξιών αρθρογράφων, θέλω σίγουρα να αποφύγω τα λάθη κάποιων χαρισματικών που θεώρησαν ότι είναι ισοϋψείς με πολιτικούς και φαντασιώθηκαν τους εαυτούς τους ως συναρχηγούς της παράταξης.

Σίγουρα, όμως, θέλω να αποφύγω και το αντίθετο: το παράδειγμα των δεδομένων αναλυτών που, όπως και να πήγαινε η χώρα, τα έβλεπαν όλα καλά – κανένα πρόβλημα. Και, για να είμαι ειλικρινής, κοιμάμαι καλά με το μαξιλάρι μου ως προς αυτό: άσκησα κριτική στη διακυβέρνηση της χώρας από τη Ν.Δ. το 2004-2009 με το βιβλίο μου «Ηγεσίες» (2008). Ασκησα κριτική και την περίοδο 2012-2015. Ασκώ και τώρα. Το ζήτημα που τίθεται κάθε φορά από φίλους και γνωστούς είναι το μέτρο, η ένταση της κριτικής, όχι η άσκησή της καθαυτήν.

Τις προάλλες με σταμάτησε ένας ευγενής κύριος στην πλατεία Χαλανδρίου και μου είπε: «Eχεις δίκιο σε όλα όσα επισημαίνεις, αλλά μήπως είσαι πολύ αυστηρός;» Η δικαιοσύνη είναι μiα έννοια που πάντοτε απασχολεί τον δημοσιογράφο. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζει από τα χείλη του ίδιου ότι ο πρωθυπουργός της χώρας διαβάζει πρωί πρωί τα κείμενά του και ενδεχομένως του… χαλάει τη μέρα. Ανάμεσα στις «αντένες» που έχω λοιπόν για αξιολόγηση είναι δύο εκλεκτοί άνθρωποι.

Ο πρώτος είναι ο μέντοράς μου στη δημοσιογραφία Τίτος Αθανασιάδης, με τον οποίο γευματίσαμε το περασμένο Σάββατο στον εξαιρετικό Ζέφυρο της Ακτής Αλέξανδρου Κουμουνδούρου στο Μικρολίμανο. Ο Τίτος -ελάχιστοι το γνωρίζουν αυτό- είναι ο άνθρωπος που φιλοτέχνησε το σήμα της Ν.Δ. με τη φλόγα και τον πυρσό το 1974, και υπήρξε συνεργάτης δύο πρωθυπουργών: του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο πρώτο γραφείο Τύπου της Ν.Δ. και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Το 1990-1993 συμμετείχε στον πρωινό καφέ στο Μέγαρο Μαξίμου.

Η δεύτερη είναι η συμβολαιογράφος φίλη μου Ματίνα από την κεντροδεξιά Πιερία, η οποία όμως ψηφίζει Αριστερά. Της αρέσει πολύ η κριτική, αλλά πάντοτε έχει ένα… παράπονο: «Μα, δεν υπάρχει ένα παράθυρο αισιοδοξίας για να πιαστούμε;»

Ο Τίτος Αθανασιάδης, βαθύς γνώστης της ιστορίας του Τύπου, στην τελευταία συνάντησή μας μου εξήγησε με παραδείγματα πόσο δύσκολο είναι αυτό που κάνω, όταν ασκώ κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Διατηρώντας την αναλογία των μεγεθών -θα αναφερθούμε τώρα σε ιερά τέρατα της δημοσιογραφίας, από τα οποία εμείς απέχουμε χιλιόμετρα-, μου θύμισε ότι στην ιστορία του ελληνικού Τύπου δύο δημοσιογράφοι έκαναν σκληρή κριτική σε πρωθυπουργούς: ο Γεώργιος Βλάχος στον Ελευθέριο Βενιζέλο, για τον οποίο έγραφε «όπου τον βρείτε δολοφονήστε τον!», και ο Ηλίας Μπρεδήμας (μετέπειτα βουλευτής της ΕΔΑ, γεννήτωρ του όρου «ανένδοτος αγών»), ο οποίος ασκούσε κριτική στον Κωνσταντίνο Καραμανλή την περίοδο διακυβέρνησης της ΕΡΕ (οι οικείοι του πολιτεύτηκαν με τη Ν.Δ.!). Και οι δύο όμως ασκούσαν κριτική σε πρωθυπουργούς του αντίπαλου κόμματος.

Οπως μου εξήγησε ο Τίτος, «είσαι μάλλον ο πρώτος που ασκεί κριτική διαρκείας στον πρωθυπουργό της παράταξής του. Δεν είναι καθόλου εύκολο αυτό». Πόσο μάλλον όταν γνωρίζεις τον άνδρα, είχες το προνόμιο να τον συναντάς όσες φορές το ζητούσες στο Μαξίμου και είχες μια ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων μαζί του, θα προσέθετα εγώ.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι συζήτησα επί της ουσίας με τον Τίτο Αθανασιάδη, ο οποίος είναι δημοσιογραφικός πατέρας μου. Είμαστε εδώ για να κάνουμε το χρέος μας απέναντι στους πολίτες, οι οποίοι πράγματι ξαφνιάζονται και δυσαρεστούνται όταν τους αποσταθεροποιείς με πληροφορίες ήδη διαμορφωμένα ιδεολογήματα, που είναι τακτοποιημένα στο μυαλό τους και αρνούνται να τα αλλάξουν. Η μεγάλη μεταρρύθμιση, όμως, είναι να απαρνιέσαι την αγάπη των άλλων, αν θεωρείς, βάσει στοιχείων, ότι αυτό μπορεί να αποβεί προς όφελος του κοινού καλού. Στην πολιτική, τα πράγματα δεν είναι ποτέ προσωπικά. Γι’ αυτό και κατά βάση αποφεύγω τα κοσμητικά επίθετα και τους προσωπικούς χαρακτηρισμούς. Τα γεγονότα αρκούν.

Δεν άρεσε στην ηγεσία της Ν.Δ. το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το κράτος δικαίου – το πρώτο κατά της Ελλάδας από την ένταξή της στην Ε.Ε. Η αρνητική έκθεση του ΚΕΦΙΜ της Μιράντας Ξαφά τής αρέσει; Προφανώς, για να προλάβω την ερώτησή σας, δεν τα έκανε όλα στραβά αυτή η κυβέρνηση. Εκανε και πολλά καλά: μείωσε τη φορολογία στην πρώτη τετραετία, ήταν πιο επαγγελματική στη διαχείριση των διαδοχικών κρίσεων, εξόπλισε τις Ενοπλες Δυνάμεις.

Ομως, σταδιακά, τα οφέλη από τη διακυβέρνηση υποχωρούν μπροστά στις ζημιές της πλήρους μετάλλαξης της ιδεολογικής φυσιογνωμίας της Ν.Δ. Η Ιστορία δεν χρέωσε στην παράταξη την οικονομική χρεοκοπία της Ελλάδος, κινδυνεύει να της χρεώσει όμως την ηθική χρεοκοπία της. Οσο καιρό η συζήτηση περιοριζόταν στις μετεγγραφές προσώπων από το ΠΑΣΟΚ υπήρχε αντίδραση, αλλά όχι σε επίπεδο επικράτειας – περιοριζόταν στο κόμμα.

Με την περίφημη ισότητα στον γάμο, η Ν.Δ. θέλησε να εισβάλει στο άβατο της ψυχής εκατομμυρίων ανθρώπων (που έχει μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία για τη ζωή και τη Γένεση), να την παραβιάσει για να τους αλλάξει τον ορισμό της ζωής! Βαρύ… Δεν χωνεύεται. Αυτό άλλαξε τις ισορροπίες. Και θα φανεί σε επόμενες δημοσκοπήσεις που μετρούν την άποψη των νέων, οι οποίοι -έκπληξη- συμφωνούν με την Ιερά Σύνοδο.

Σε αυτή τη δεύτερη θητεία της, η Ν.Δ., που νομοθέτησε ερήμην της βάσης της τη νομιμοποίηση των παράνομων μεταναστών, έβαλε έκτακτη φορολογία στους ελεύθερους επαγγελματίες και αδιαφόρησε για τους αγρότες, φαίνεται ότι μετεξελίσσεται σε κάτι άλλο! Τι να κάνουμε/κάνω εγώ, λοιπόν; Για να έχει ωραίο ξύπνημα ο πρωθυπουργός και να μην του χαλάμε τη μέρα, να μην τα γράφουμε; Θα τα γράφουμε.

Οσον αφορά το ζήτημα της αισιοδοξίας: θέλουμε πολύ να είμαστε αισιόδοξοι. Αλλά, από το 2010 και μετά, η Ελλάς σέρνεται διαρκώς. Ο θεσμικός κατήφορος επιτείνεται από χρόνο σε χρόνο. Προεδρία της Δημοκρατίας, κυβέρνηση, Κοινοβούλιο, κόμματα, Δικαιοσύνη, ΜΜΕ, Εκκλησία, τράπεζες. Ενοπλες Δυνάμεις, Σώματα Ασφαλείας, συνδικάτα, πανεπιστήμια, σχολεία, οικογένεια έχουν πάρει την κατιούσα. Η ίδια η κοινωνία εξαχρειώνεται.

Το να κρυφακούς τα τηλέφωνα των άλλων αναγορεύθηκε σε πράξη για βραβείο. Το να λες ότι η μισή Κύπρος είναι «τουρκική» θεωρείται φυσιολογικό! Το να δολοφονεί η Greek Mafia εν μέση οδώ αντιμετωπίζεται με κυνισμό: «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» Το να σε ραντίζουν οι ξένοι και να λες ότι ψιχαλίζει είναι εξοργιστικό. Καθημερινά ανακαλύπτουμε ότι ο βούρκος είναι το μέλλον μας. Και, δυστυχώς, το συνηθίσαμε.

Θέλω πολύ να μεταδίδω αισιοδοξία. Ομως, δεν είμαι «ανιματέρ». Το καθήκον μου/μας είναι η αλήθεια. Και αν το κόστος για αυτήν είναι μερικά στραβά βλέμματα δικών σου ανθρώπων, ας είναι. Δεν έχω/έχουμε το δικαίωμα να αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη τους.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.