Επίσκεψη Ερντογάν: Η ακτινογραφία των 15 συμφωνιών

Τα επόμενα βήματα στον διάλογο και τα δύο νέα ραντεβού σε Άγκυρα και Ουάσιγκτον. Μετά την επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών, ξεκινά ένα κρίσιμο επτάμηνο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, κατά τη διάρκεια του οποίου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα συναντήσει τον Τούρκο Πρόεδρο, άλλες δύο φορές. Μία στην Αγκυρα, την άνοιξη (του 2024 πιθανότατα τον Απρίλιο), και μία στην Ουάσιγκτον, στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ, που θα διεξαχθεί από τις 9 ως τις 11 Ιουλίου.

Των Π. ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΥ, ΕΥ. ΑΡΕΤΑΙΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews

Αυτά ανακοινώθηκαν από τον πρωθυπουργό στις κοινές δηλώσεις. Πιθανόν να υπάρξει και τρίτη συνάντηση, στην Κωνσταντινούπολη τον Φεβρουάριο. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται Τούρκοι δημοσιογράφοι, που συνόδευσαν τον Ερντογάν στην Αθήνα και ήταν μαζί του στο προεδρικό αεροπλάνο. Η αφορμή υπάρχει, αφού τον Φεβρουάριο πρόκειται να επισκεφθεί την πόλη μια πολυμελής επιχειρηματική αποστολή με επικεφαλής τον υφυπουργό Εξωτερικών Κώστα Φραγκογιάννη. Η αποστολή αυτή γίνεται στο πλαίσιο της θετικής ατζέντας και σε συνέχεια των 15 συμφωνιών που υπογράφηκαν στην Αθήνα, την ακτινογραφία των οποίων παρουσιάζει η Realnews.

Τον Φεβρουάριο συνεχίζεται η διαδικασία της επαναπροσέγγισης με έναν νέο γύρο πολιτικού διαλόγου και συζητήσεων για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά τους προηγούμενους μήνες, η ελληνική πλευρά εμφανίζεται αισιόδοξη πως όλα αυτά μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή συζήτηση για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ ή και στην από κοινού προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Όχι τυχαία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε τη βούληση της ελληνικής πλευράς, αναφέροντας το ενδεχόμενο αυτό στις δηλώσεις του, «όταν οι συνθήκες ωριμάσουν». Την ίδια φράση χρησιμοποίησε και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης στη συνέντευξη που παραχώρησε στην ΕΡΤ την Πέμπτη το απόγευμα.

Πήγε, όμως, και ένα βήμα παρακάτω, λέγοντας ότι «υπάρχει διάθεση να προχωρήσουμε στη σχέση μας, να σταθεροποιήσουμε τους δεσμούς μας και να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα όταν ωριμάσουν οι συνθήκες». Προσέθεσε, μάλιστα, ότι «έχουμε φτάσει σε ένα επίπεδο στο οποίο μπορούμε να προχωρήσουμε με γοργότερους ρυθμούς». Έχει μια σημασία ότι και ο Ερντογάν, παρόλο που δεν φάνηκε να κάνει πίσω στις πάγιες θέσεις του, δήλωσε πως είναι «ειλικρινής» η επιθυμία του «να επιλύσουμε τα υφιστάμενα προβλήματά μας μέσω εποικοδομητικού διαλόγου, καλής γειτονίας και κοινών προσπαθειών στη βάση του Διεθνούς Δικαίου». Η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο ικανοποίησε την ελληνική πλευρά, αφού σπανίζει στις ομιλίες του.

Η Αθήνα αντιλαμβάνεται πως, μετά την επιτυχία της Διακυβερνητικής, στην οποία συνέβαλε η άψογη προετοιμασία από την πλευρά του υπουργείου Εξωτερικών, και την υπογραφή της Διακήρυξης Φιλίας και καλής Γειτονίας, έχει ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Διακήρυξη μπορεί μεν να μην αποτελεί νομικά δεσμευτικό κείμενο, εισάγει όμως έναν κώδικα συμπεριφοράς στις διμερείς σχέσεις που δύσκολα μπορεί να ανατραπεί. Ελλάδα και Τουρκία δεσμεύονται να «απέχουν από κάθε δήλωση, πρωτοβουλία ή ενέργεια που θα μπορούσε να υπονομεύσει ή να απαξιώσει το γράμμα και το πνεύμα αυτής της Διακήρυξης ή να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή τους». Και όπως τονίζουν διπλωματικές πηγές, σε κάθε περίπτωση, ο κώδικας αυτός δεν πρόκειται να ανατραπεί άμεσα. Ως εκ τούτου, η Αθήνα εκτιμά πως έχει εξασφαλίσει ακόμα ένα εξάμηνο ηρεμίας και προόδου στα διμερή, κάτι που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την επιστροφή σε ένα ψυχροπολεμικό κλίμα. Όπως δήλωσε την Πέμπτη ο Γ. Γεραπετρίτης, «η πραγματικότητα είναι ότι τους τελευταίους 10 περίπου μήνες έχουμε μια περίοδο ήρεμων νερών. Είναι κάτι το οποίο αισθάνομαι ότι έχει παγιωθεί».

Οι εκλογές στις ΗΠΑ

Αυτό το παράθυρο ευκαιρίας μπορεί να κλείσει ξανά μετά τις αμερικανικές εκλογές και μια πιθανή αλλαγή των συσχετισμών στην Ουάσιγκτον που θα είναι πιο ευνοϊκοί για την Τουρκία. Όπως λένε κυβερνητικές πηγές, ωστόσο, η Ελλάδα δεν θα αποκλίνει από τη στρατηγική τής βήμα προς βήμα εξομάλυνσης, η οποία αποδείχθηκε επιτυχής και παράγει αποτελέσματα.

Όπως αναφέρουν διπλωματικές πηγές, αυτή τη στιγμή η στάση της Τουρκίας απέναντί μας μοιάζει σε εκείνην απέναντι στην Αίγυπτο και στις χώρες του Κόλπου – το ζητούμενο είναι να κλείσουν τα μέτωπα. Οι πηγές αυτές εκτιμούν ότι η αντιπαλότητα με την Ελλάδα είχε αποδειχθεί αδιέξοδη για την Τουρκία του Ερντογάν, λόγω της ελληνικής αποφασιστικότητας, των ελληνικών εξοπλισμών αλλά και των προβλημάτων που προκαλούσε στις σχέσεις με την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ, και ότι ο Τούρκος Πρόεδρος εκμεταλλεύτηκε τη «διπλωματία των σεισμών» για να προχωρήσει σε αλλαγή πορείας. Το ότι η μεταστροφή του παράγει θετικά αποτελέσματα και για τον ίδιο στη χώρα του (οι Τούρκοι πολίτες πανηγύρισαν τη συμφωνία για τις βίζες στα ελληνικά νησιά, που έγινε πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες) μπορεί να τον πείσει να παραμείνει σε αυτή τη ρότα.

Σε αυτό βοηθά, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η θετική ατζέντα. Η κοινή βούληση που εξέφρασαν Μητσοτάκης και Ερντογάν για διπλασιασμό του διμερούς εμπορίου στα 10 δισ. δολάρια θα υλοποιηθεί μέσα από τη λεγόμενη θετική ατζέντα. Αυτός, άλλωστε, είναι ο στόχος της επίσκεψης της ελληνικής επιχειρηματικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη τον Φεβρουάριο. Οι περισσότερες από τις 15 συμφωνίες που υπέγραψαν οι Έλληνες και οι Τούρκοι υπουργοί στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής, άλλωστε, θα έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του διμερούς εμπορίου και των συναλλαγών ή την αύξηση των επενδύσεων και των τουριστικών αφίξεων και στις δύο χώρες.

Σε αυτή την κατεύθυνση ήταν τα μνημόνια κατανόησης για τη δημιουργία νέας διασυνδετικής γραμμής ανάμεσα στη Νέα Σάντα και το Μπαμπαέσκι με στόχο την αύξηση της αμφίδρομης ροής ενέργειας κατά 600 ΜW, τo μνημόνιο κατανόησης για τη συνεργασία στον τομέα των εξαγωγών ανάμεσα στον φορέα Export Credit Greece και την TurkEximbank, το μνημόνιο για τη συνεργασία των δύο επενδυτικών φορέων Enterprise Greece και Invest in Turkiye, αλλά και οι κοινές διακηρύξεις στους τομείς του τουρισμού, της έρευνας και της καινοτομίας, την αγροτική ανάπτυξη, τη σύγκληση Κοινής Επιτροπής Οικονομίας και Εμπορίου, την τελωνειακή συνεργασία και την κατασκευή της 2ης Γέφυρας στο συνοριακό πέρασμα στον Εβρο. Η ελληνική πλευρά θα εντείνει τις προσπάθειές της για αύξηση του διμερούς εμπορίου και τη βελτίωση των οικονομικών σχέσεων, κάτι που θα έχει οφέλη και για τις δύο χώρες.

Το μεταναστευτικό

Στο μεταναστευτικό, τα σημεία που είχαν συμφωνηθεί ανάμεσα στον Δημήτρη Καιρίδη και τον Τούρκο υπουργό Εσωτερικών Αλί Γερλίκαγια έχουν τεθεί ήδη σε εφαρμογή, δηλαδή η ανταλλαγή αξιωματικών και η ενημέρωση σε 12ωρη βάση από την τουρκική πλευρά, ενώ η ελληνική πλευρά εξασφάλισε την έγκριση των Βρυξελλών για τις βίζες διάρκειας επτά ημερών σε 10 ελληνικά νησιά. Στο χαρτί, πάντως, η συμφωνία αυτή δεν πρόκειται να μπει, τουλάχιστον έως τις δημοτικές εκλογές στην Τουρκία, καθώς, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, το θέμα των επιστροφών μεταναστών προκαλεί δυσφορία στην τουρκική κοινή γνώμη. Η ελληνική πλευρά, που παρακολουθεί στενά την υλοποίηση των συμφωνηθέντων, περιμένει ότι οι Τούρκοι θα προσπαθήσουν να μηδενίσουν τις ροές προς τα ελληνικά νησιά.

Παρά την καλή εικόνα και την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων, πάντως, είναι σαφές ότι η απόσταση που χωρίζει τις δύο πλευρές στα σημαντικά (καθορισμός ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας, Θράκη, Κυπριακό ) δεν έχει μειωθεί. Η Αθήνα γνωρίζει πως αυτά πολύ δύσκολα θα γεφυρωθούν και σε αυτή τη φάση του ελληνοτουρκικού διαλόγου επιδιώκει οι όποιες διαφωνίες προκύψουν να μην οδηγήσουν σε κρίσεις και εντάσεις.

«Έγιναν μικρά βήματα, θα γίνουν μεγαλύτερα»

Ιδιαίτερα θετικές και ενθουσιώδεις είναι οι αναλύσεις στην Τουρκία για την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα

Ενθουσιώδης είναι ο τουρκικός Τύπος για την επίσκεψη Ερντογάν στην Ελλάδα. Η μεγάλη πλειονότητα των πρώτων αναλύσεων είναι ιδιαίτερα θετική, ενώ εκτιμάται ότι η διαδικασία που ξεκίνησε ανάμεσα στις δύο χώρες θα είναι μακράς διάρκειας.

Με τίτλους όπως «Ας γίνουμε παράδειγμα ειρήνης στον κόσμο» και «Δεν υπάρχει πρόβλημα μεταξύ μας που δεν μπορεί να λυθεί», ακόμα και οι πιο σκληρές στα εθνικά θέματα φιλοκυβερνητικές εφημερίδες χαιρέτισαν τη συνάντηση στην Αθήνα.

Ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Μilliyet» Οζάι Σεντίρ, ο οποίος βρισκόταν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ελλάδα, εκτιμά ότι «τα βήματα θα επιταχυνθούν και θα γίνουν μεγαλύτερα. Τώρα έχουν γίνει μικρά βήματα. Θα δούμε μια διαδικασία που θα αφήσει τους πάντες έκπληκτους. Το εμπόριο των 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ των δύο χωρών θα αυξηθεί στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Θα αντικρίσουμε μια εικόνα που θα εκπλήξει στον τομέα της ενέργειας. Ενα σημείο υπογραμμίστηκε στις συνομιλίες. Τονίστηκε ότι η γραφειοκρατία θα πρέπει να συμμορφωθεί με αυτές τις αποφάσεις». O Τούρκος πρέσβης ε.τ. Γιαλίμ Εράλπ έγραψε στον ιστότοπο Serbestiyet ότι ο Ερντογάν ήταν «ένας εντελώς διαφορετικός Ερντογάν. Στην Αθήνα, φαινόταν να τρέχει μέλι από το στόμα του. Αποκαλεί τον Ελληνα πρωθυπουργό, “αδελφό μου”, ενώ ο Μητσοτάκης τον αποκαλεί “αγαπητέ Ταγίπ”. Οι Ελληνες μπορεί να έπαθαν έμφραγμα!».

Και συνεχίζει εκτιμώντας ότι «παρά τις υπάρχουσες διαφωνίες, ξεκινά μια σημαντική περίοδος. Ελπίζω να μη χαλάσει. Νομίζω ότι η Ελλάδα είναι ο πιο σημαντικός γείτονάς μας, παρά τα προβλήματα, και κατά κάποιον τρόπο είναι ο “ομοϊδεάτης γείτονάς” μας. Ο Ατατούρκ απέδιδε σημασία στις σχέσεις με την Ελλάδα. Είπε ότι η Ελλάδα βρίσκεται στον δρόμο προς την Ευρώπη και ότι η ελληνοτουρκική φιλία είναι απαραίτητη για τη σωτηρία των δύο εθνών και του κόσμου». Στην Τουρκία, πέρα από την ευρύτερη σημασία για τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες, ιδιαίτερη ικανοποίηση προκαλεί και η συμφωνία που επιτρέπει σε Τούρκους πολίτες να επισκέπτονται κάποια νησιά χωρίς ταξιδιωτική θεώρηση. Η κίνηση αυτή, όπως εκτιμάται από αναλυτές, έδωσε το μήνυμα στην Τουρκία ότι η Αθήνα θέλει να στηρίξει το πάγιο αίτημα της Αγκυρας για κατάργηση ταξιδιωτικών θεωρήσεων στην Ε.Ε.

Η διαδικασία καλού κλίματος που επισημοποιήθηκε από την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα είναι ιδιαίτερης πολιτικής σημασίας για την Τουρκία, διότι, όπως λένε συνομιλητές της Realnews, ο Ερντογάν έχει συνειδητοποιήσει ότι το πιο εύκολο μέτωπο των σχέσεών του με τη Δύση είναι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Την ώρα που ο αντιδυτικισμός βρίσκεται σε μόνιμη έξαρση στην Τουρκία και ο Ερντογάν διατηρεί μια σαφώς αρνητική ρητορική απέναντι στη Δύση, οι ελληνoτουρκικές σχέσεις επιτρέπουν στην Άγκυρα να κρατά έναν δίαυλο ανοιχτό, κυρίως στην Ε.Ε. Αναλυτές εκτιμούν ότι ο Τούρκος Πρόεδρος προσπαθεί πιθανότατα να εφαρμόσει το ίδιο μοντέλο σχέσεων με άλλες χώρες -κυρίως με τη Ρωσία- και στις σχέσεις του με την Ελλάδα. Βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής αυτής είναι η «διαμερισματοποίηση» των σχέσεων, δηλαδή να μένουν στην άκρη τα ζητήματα διαφωνιών και να επικεντρώνεται η προσοχή στα θέματα όπου υπάρχει σύγκλιση συμφερόντων. Αντιπολιτευόμενοι αναλυτές εκφράζουν αμφιβολίες για τη διάρκεια του θετικού αυτού κλίματος με την Ελλάδα, ενώ άλλοι, που πρόσκεινται στην κυβέρνηση, θεωρούν ότι η διαδικασία θα είναι μακράς διάρκειας.

Στο εσωτερικό, ο Ερντογάν δεν απειλείται ουσιαστικά από καμία δύναμη, ενώ οι επερχόμενες δημοτικές εκλογές του Μαρτίου 2024 δεν φαίνεται ότι θα αλλάξουν τα σημερινά δεδομένα. Η αντιπολίτευση είναι βαθιά διχασμένη και κατακερματισμένη, ενώ ενδέχεται το ΑΚΡ να πάρει πίσω μεγάλους δήμους – και κυρίως της Κωνσταντινούπολης. Οι εθνικιστές σύμμαχοι του Ερντογάν ενισχύονται δημοσκοπικά, αλλά ο ίδιος προσπαθεί να μειώσει την επιρροή και το πολιτικό βάρος τους. Συνεπώς, όπως εκτιμούν πολλοί στην Τουρκία, στις επερχόμενες εκλογές δεν φαίνεται να υπάρχει ανάγκη για τον Ερντογάν να καταφύγει πάλι σε άκρατο εθνικισμό, κάτι που θα προκαλούσε αναταράξεις στα ελληνοτουρκικά.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.