Δυνατή Ελλάδα

Τα ψηφιακά χρήματα και ο πολιτισμικός πόλεμος

Εισαγωγικά, το θέμα των ψηφιακών χρημάτων και της κατάργησης των μετρητών, είναι κάτι που οφείλει να απασχολεί σοβαρά τις ανθρώπινες κοινωνίες – σημειώνοντας πως ο D. Trump, σε μία πρόσφατη προεκλογική του ομιλία στο New Hampshire, τα χαρακτήρισε επικίνδυνα, λέγοντας τα εξής:

«Απόψε δίνω μία άλλη υπόσχεση για την προστασία των Αμερικανών από την κυβερνητική τυραννία. Ως πρόεδρος σας, δεν θα επιτρέψω ποτέ τη δημιουργία ενός ψηφιακού νομίσματος κεντρικής τράπεζας – ενός CBDC.

Ένα τέτοιο νόμισμα θα έδινε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση τον απόλυτο έλεγχο των χρημάτων σας. Θα μπορούσαν να σας πάρουν τα χρήματα. Δεν θα γνωρίζατε καν πως τα πήραν. Το ενδεχόμενο αυτό αποτελεί μία επικίνδυνη απειλή για την ελευθερία».

Εν προκειμένω, οι συνέπειες από μία τέτοια ενέργεια δεν είναι κατανοητές στους περισσότερους ανθρώπους – όπως στο παράδειγμα της περαιτέρω προώθησης της «πράσινης απάτης», όπου οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να αποφασίσουν ότι, η βενζίνη θα έπρεπε να διανεμηθεί με δελτίο.

Σε μία τέτοια περίπτωση, τα ψηφιακά χρήματα θα μπορούσαν να αχρηστευθούν, εάν κάποιος αγόραζε μία συγκεκριμένη ποσότητα βενζίνης μέσα σε ένα μήνα – όπου εάν προσπαθούσε να γεμίσει το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου του με περισσότερη, θα λάμβανε απλά το μήνυμα «η συναλλαγή απορρίφθηκε».

Με απλά λόγια, οι κυβερνήσεις θα εφεύρισκαν νέους τρόπους, έτσι ώστε να μπορούν να ελέγξουν πόσες ποσότητες μπορεί να αγοράσει κανείς από ένα εμπόρευμα – περιορίζοντας τες κατά το δοκούν. Θα ήταν σε θέση δε, να βαθμολογήσουν κάθε οικονομική απόφαση που λαμβάνεται από κάθε άτομο – να γνωρίζουν ακόμη και τη φυσική θέση των ανθρώπων στο σημείο αγοράς, να τους επιβάλουν κυρώσεις, να τους δεσμεύουν τις καταθέσεις κοκ.

Εύλογα λοιπόν θεωρείται πως τα ψηφιακά χρήματα θα αποτελούσαν απειλή για τις συνταγματικές ελευθερίες των ανθρώπων – δίνοντας στις κυβερνήσεις τον απόλυτο έλεγχο των ιδιωτικών μας οικονομικών πληροφοριών. Το γεγονός αυτό σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι ως Πολίτες, να απαιτούμε να πάρουν θέση στο κρίσιμο θέμα των ψηφιακών χρημάτων όλα τα πολιτικά κόμματα – έτσι ώστε να κάνουμε σωστές επιλογές στις εκλογές, είτε στις εθνικές, είτε στις ευρωπαϊκές.

Για να μην παρεξηγηθούμε, γνωρίζουμε πολύ καλά πως ο Trump είναι ναρκισσιστής, αλαζονικός, λαϊκιστής, ενώ αρκετά συχνά συμπεριφέρεται χυδαία – η διαφορά του όμως με τον B. Obama ή με τον J. Biden είναι το ότι, οι δύο τελευταίοι συμπεριφέρονται εκλεπτυσμένα και επομένως μπορούν να κρύβουν αυτά τους τα χαρακτηριστικά που δεν διαφέρουν καθόλου, από τα αντίστοιχα του Trump. Το κρίσιμο στοιχείο είναι βέβαια πως ο Trump, σε αντίθεση με τους άλλους δύο, δεν υπηρετεί το βαθύ αμερικανικό κράτος – ενώ ο λαϊκισμός του είναι διαφορετικός.

Η κυριαρχία της πολιτικής

Συνεχίζοντας, η εστίαση μας είναι στα οικονομικά – οπότε η πολιτική δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί. Στη σημερινή εποχή όμως, η πολιτική επηρεάζει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την οικονομία, από ότι στο παρελθόν – σημειώνοντας πως ταυτόχρονα βιώνουμε ένα εντυπωσιακό παράδοξο. Ποιο είναι αυτό;

Το ότι αρκετοί πολιτικοί δεν μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με τη διαφορά των ανδρών και των γυναικών, ούτε καν με την έννοια του γάμου – κάτι που θα ήταν αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια, ενώ οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση θα θεωρούταν γελοία. Ακόμη περισσότερο, το Επιτελικό Κράτος που η Ελλάδα μιμήθηκε και δεν εφηύρε, γνωστό και ως «βαθύ κράτος», ψηφίζει νόμους που δεν υποστηρίζονται από το εκάστοτε Σύνταγμα – ενώ αψηφούν την κοινή λογική.

Η πολιτική πάντως με τη σειρά της έχει μία αμφίδρομη σχέση με τον πολιτισμό, με την κουλτούρα – την οποία επηρεάζει και από την οποία επηρεάζεται. Επομένως, η οικονομία εξαρτάται μέσω της πολιτικής από την κουλτούρα – οπότε έχει χάσει το αρχικό της νόημα.

Όλα αυτά θυμίζουν μία παλαιά συνέντευξη ενός σοβιετικού αποστάτη της KGB στις ΗΠΑ (πηγή) – ο οποίος περιέγραψε τις ψυχολογικές και προπαγανδιστικές τεχνικές που χρησιμοποιούσε τότε η KGB, για να υπονομεύσει τις ΗΠΑ εκ των έσω. Ειδικότερα, εξήγησε πώς ο έλεγχος της σημασίας των λέξεων και των αφηγημάτων (narratives), μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπονομεύσει τις πεποιθήσεις που έχουν οι Πολίτες στη δική τους κοινωνία – με τελικό αποτέλεσμα να οδηγείται η κοινωνία στην παρακμή.

Φυσικά δεν είναι ο μοναδικός με αυτές τις απόψεις – αφού η ανάλυση του συμφωνεί απόλυτα με αυτήν του Orwell στο «1984», καθώς επίσης με του Huxley στο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος». Ως οικονομολόγος όμως, προτιμάει κανείς τις αναφορές του J. Schumpeter, σχετικές με την παρακμή των καπιταλιστικών και δημοκρατικών κοινωνιών – στο βιβλίο του «Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία» που έγραψε το 1942.

Ο J. Schumpeter προέβλεψε σε αυτό το βιβλίο την αποτυχία του καπιταλισμού, τον οποίο θα ξεπερνούσε ο σοσιαλισμός – όχι όμως λόγω μίας μαρξιστικής επανάστασης που θεωρούσε ανοησία, αλλά επειδή θα ήταν θύμα της δικής του επιτυχίας.

Θεώρησε δηλαδή πως ο καπιταλισμός θα έκανε τόσο πλούσιες τις κοινωνίες, ώστε θα ξεχνούσαν από πού προήλθε ο πλούτος τους – ενώ σε αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο, το οποίο τοποθέτησε μετά από 50 χρόνια,  θα δρομολογούσαν το σοσιαλισμό, χωρίς βέβαια επανάσταση, πιστεύοντας πως θα μπορούσαν να τον αντέξουν οικονομικά. Εδώ θυμίζει σε κάποιο βαθμό τον Hayek, ο οποίος είχε γράψει τα εξής στο βιβλίο του «Ο δρόμος προς τη Δουλεία»:

«Η κατάσταση της ελευθερίας εμπεριέχει πάντοτε τους σπόρους της διάβρωσης και της πιθανής καταστροφής της. Ισχύει ακόμη περισσότερο, όταν η ελευθερία γίνεται πολύ γρήγορα αντιληπτή ως αυτονόητη και υποχωρεί πίσω από άλλες λέξεις ή σκοπούς – όπως, για παράδειγμα, η υλική ευημερία ή η ασφάλεια.

Η σε ιστορική σύγκριση πολύ μεγάλη ελευθερία, την οποία απολαμβάνουν σήμερα πολλοί άνθρωποι, κρύβει από μόνη της έναν κίνδυνο. Με την ελευθερία συμπεριφέρεται κανείς όπως τα ψάρια στο νερό. Τα ψάρια δεν νοιώθουν το νερό, εντός του οποίου κολυμπούν, επειδή το έχουν συνηθίσει (όπως οι Έλληνες σήμερα δεν νοιώθουν τη μνημονιακή πολιτική, επειδή την έχουν συνηθίσει). Μόνο όταν η λίμνη αποξηραθεί, αντιλαμβάνονται τι έχουν χάσει. Το αυτονόητο δηλαδή της ελευθερίας απομακρύνει το βλέμμα συχνά από τους κινδύνους, οι οποίοι απειλούν την ελευθερία.

Όταν λοιπόν ένας μεγάλος αριθμός του πληθυσμού ζει από τις κρατικές επιδοτήσεις (όπως συμβαίνει σήμερα, από τα κουπόνια ή pass για τους φτωχούς, έως τις επενδυτικές επιδοτήσεις στους πλουσίους για ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ψηφιακά μέσα κλπ.), αποτελεί απειλή για την ελευθερία – αφού αυτή η εξάρτηση οδηγεί στην καταστροφή της ατομικής πρωτοβουλίας και υπευθυνότητας».

Άλλοι στοχαστές που συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν τη γραμμή, είναι οι μεταμοντερνιστές και αποδομιστές – ενώ η κύρια ιδέα τους είναι  πως οι λέξεις δεν έχουν αντικειμενική σημασία. Ότι οι λέξεις σημαίνουν αυτό που λένε πως εννοούν εκείνοι που ευρίσκονται στην εξουσία – χρησιμοποιούνται δε για την «κατασκευή» αφηγημάτων, ιστοριών δηλαδή που ορίζουν οι ίδιες την πραγματικότητα.

Εν προκειμένω, η «αλήθεια» του αφηγήματος είναι άσχετη – αφού αυτό που έχει σημασία είναι η δύναμη του αφηγήματος, με την έννοια της δυνατότητας της να επηρεάζει τις αντιλήψεις και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό, εκείνοι που νέμονται την εξουσία, ορίζουν λέξεις, κατασκευάζουν αφηγήματα και ελέγχουν τις αντιλήψεις – ενώ αυτός είναι ο σκοπός της ανάληψης του ελέγχου Πανεπιστημίων όπως του Harvard., ιδρυμάτων, ΜΜΕ, εταιριών δημοσκοπήσεων κλπ., αφού έτσι ελέγχονται τα αφηγήματα και η προπαγάνδα.

Παράδειγμα εδώ το «success story» της ελληνικής κυβέρνησης, όσον αφορά την οικονομία – όπου ενώ οι Έλληνες βιώνουν μία φτώχια άνευ προηγουμένου, με το δεύτερο χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα στην ΕΕ μετά τη Βουλγαρία, ενώ τους έχουν ξεπεράσει σχεδόν όλες οι ανατολικές χώρες (γράφημα), με το δημόσιο χρέος σε πρωτοφανή επίπεδα (406,5 δις), επίσης με το ιδιωτικό, παρά το ότι ξεπουλιούνται τα πάντα και πλειστηριάζεται η ιδιωτική περιουσία, ισχυρίζονται πως «όλα βαίνουν καλώς», αφού αυτό αναφέρουν οι εταιρίες αξιολόγησης και αυτό γράφει το Economist!

Μοιάζει από την αντίθετη πλευρά σαν να κοιτάζει κανείς από το παράθυρο και να βλέπει μία ηλιόλουστη ημέρα, αλλά να πιστεύει πως ο καιρός είναι άθλιος, επειδή αυτό είπαν οι μετεωρολόγοι των ΜΜΕ – ή απλά να φοβάται να βγει έξω, θεωρώντας πως σύντομα θα ξεσπάσει η καταιγίδα που προβλέφθηκε.  Εναλλακτικά σαν να βλέπει την τσέπη του άδεια, αλλά να είναι ικανοποιημένος αφού οι Financial Times σχολίασαν με καλά λόγια την οικονομική πολιτική της Ελλάδας – υπενθυμίζοντας εδώ πως η Ελλάδα χρεοκόπησε, με πολύ καλύτερη πιστοληπτική αξιολόγηση από τη σημερινή, καθώς επίσης με υγιέστερα οικονομικά μεγέθη.

Ο πολιτισμικός πόλεμος

Περαιτέρω, όλη αυτή η πολύπλοκη φιλοσοφία έχει τις ρίζες της στους Γερμανούς Friedrich Nietzsche και Martin Heidegger – σημειώνοντας πως κανένας εκ των δύο δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τη Δημοκρατία. Οι πρακτικές δε συνέπειες του ελέγχου των λέξεων και του αφηγήματος, είναι παντού γύρω μας – από τον κλιματικό συναγερμό και την πανδημία, έως το δικαιωματισμό και το γάμο των ομοφυλοφίλων (που αποκαλούνται πλέον ομόφυλοι, σαν να ανήκουν στην ίδια φυλή ή «ΛΟΑΤΚΙ+», με το «+» να περιλαμβάνει ότι μπορεί και δεν μπορεί να φαντασθεί κανείς) .

Αυτός ο επαναπροσδιορισμός των λέξεων και η αναθεώρηση του πολιτισμού, εφαρμόσθηκαν εν πρώτοις στις ΗΠΑ, σε επίπεδο πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – εκεί δηλαδή που μπορούσε να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Αποσκοπούσε δε κυρίως στην εξάλειψη της κριτικής σκέψης – ενώ αποτέλεσε επιτακτική ανάγκη το σταμάτημα της διδασκαλίας της ιστορίας, έτσι ώστε να μπορεί να γραφτεί ξανά, κατά το δοκούν.

Παράδειγμα αναθεώρησης της ιστορίας εδώ τα έργα του Netflix – από τους έγχρωμους ως σερίφηδες στην Άγρια Δύση ή ως ευγενείς σε αριστοκρατικά σαλόνια του παρελθόντος, έως τον Μέγα Αλέξανδρο σε αυθαίρετες ομοφυλοφιλικές περιπτύξεις στην αρχή του έργου.

Θα μπορούσε λοιπόν να θεωρήσει κανείς πως πρόκειται για έναν «πολιτισμικό πόλεμο» – ο οποίος έχει δημιουργήσει μέσω της ιδεολογικής πλύσης εγκεφάλου ανθρώπους που γνωρίζουν τι έχουν προγραμματισθεί να πιστεύουν, αλλά δεν έχουν την ικανότητα να αμφισβητήσουν τις δικές τους απόψεις, να ακούσουν αντίθετες απόψεις ή να επεξεργασθούν γεγονότα. Εν προκειμένω έχουμε γράψει τα εξής:

«Ο τέταρτος παγκόσμιος πόλεμος έχει ήδη ξεκινήσει και δεν είναι πυρηνικός. Ενώ εσείς χαλαρώνετε, ενώ καταναλώνετε, ενώ απολαμβάνετε τη διασκέδαση που σας προσφέρει το σύστημα, ένας αόρατος στρατός προσπαθεί να κυριαρχήσει στη σκέψη σας, στη συμπεριφορά και στα συναισθήματα σας, ληστεύοντας σας.

Χωρίς να το παίρνετε καθόλου είδηση, χωρίς να το νοιώθετε ή να το συνειδητοποιείτε, η θέληση σας καταλαμβάνεται από αόρατες κατοχικές δυνάμεις. Οι μάχες δεν διεξάγονται σε μακρινούς τόπους, αλλά μέσα στο ίδιο σας το μυαλό. Δεν πρόκειται πλέον για έναν πόλεμο με στόχο τη στρατιωτική κατάκτηση κάποιων περιοχών, αλλά για έναν πόλεμο που έχει αντικείμενο την κατάκτηση του εγκεφάλου σας – για μάχες που εσείς οι ίδιοι ως άτομα, όπου και αν βρίσκεστε, αποτελείτε τον κύριο στόχο.

Ο στόχος δεν είναι πλέον ο θάνατος του εχθρού, αλλά ο έλεγχος του. Οι σφαίρες δεν κατευθύνονται πια στο κεφάλι σου, αλλά στις αντιφάσεις, στους ενδόμυχους φόβους και στις ψυχολογικές σου ευπάθειες – στα κρυφά και ευάλωτα σημεία σου. Η συμπεριφορά σου θα ερευνάται συνεχώς από ειδικούς, θα καθοδηγείται και θα ελέγχεται. Η σκέψη και η ψυχή σου θα υποβάλλονται στις ακραίες δοκιμασίες του πολέμου της 4ης γενιάς.

Ενός πολέμου χωρίς στρατιωτικά μέτωπα, χωρίς δυνατότητες υποχώρησης, χωρίς τεθωρακισμένα και χωρίς όπλα – ενός πολέμου, στον οποίο εσύ θα είσαι ταυτόχρονα θύμα όσον αφορά τον εαυτό σου και δράστης σε σχέση με το περιβάλλον σου» .

Με απλά λόγια, στο συγκεκριμένο πόλεμο το πεδίο της μάχης δεν είναι πια έξω από τον άνθρωπο, αλλά στο εσωτερικό του, στο μυαλό και στα συναισθήματα του – ενώ διενεργείται με στόχο τον διανοητικό αποικισμό, για τον έλεγχο της κοινωνίας.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς πως συνδέονται τα ψηφιακά χρήματα και η κατάργηση των μετρητών, με τον πολιτισμικό πόλεμο που βιώνουμε – όπου η απάντηση είναι στην ουσία πολύ εύκολη, αφού ο στόχος και των δύο είναι κοινός: ο έλεγχος και η κυριαρχία των κοινωνιών από μία μειοψηφική αλλά πανίσχυρη ολιγαρχική ελίτ που σύντομα θα κατέχει τα πάντα, με σκοπό τη διατήρηση της κυριαρχίας και του πλούτου της που συνεχώς θα αυξάνεται.

Του 1% της ανθρωπότητας που γίνεται λιγότερο και πλουσιότερο, στο 99% που σύντομα δεν θα έχει στην κατοχή του τίποτα – ενώ δεν θα χρειάζεται καν ως εργατικό δυναμικό, αλλά θα ζει σε μία «σοσιαλιστική κοινωνία», με επιδόματα που θα εξασφαλίζουν απλά την επιβίωση και τη μη εξέγερση του. Το «σχέδιο» αυτό προπαγανδίζεται ήδη από τους ελίτ συντελεστές της «Μεγάλης Επαναφοράς» – οι οποίοι διακηρύττουν πως οι άνθρωποι θα είναι ευτυχισμένοι, χωρίς να έχουν καμία ιδιοκτησία.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.