Η ιστορία των πακέτων στήριξης που πήραν το όνομα του Jacques Delors και οι αμφιλεγόμενες συνέπειές τους για την Ελλάδα

Ήδη από το 1982 o -ως τότε πολέμιος της ΕΟΚ- Ανδρέας Παπανδρέου ξεκινούσε μία σκληρή επαναδιαπραγμάτευση με την τότε Κοινότητα, νυν Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ των δέκα κρατών.
Η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε, έτσι, σε συμμαχία με άλλες δύο μεσογειακές χώρες της ΕΟΚ, την Ισπανία και την Πορτογαλία, προκειμένου να διοχετευθούν κονδύλια και πόροι προς τον φτωχότερο μεσογειακό Νότο.
Το αίτημα εν τέλει βρίσκει ευήκοα ώτα στην Κοινότητα, τελεσφορεί, και ως αποτέλεσμα συγκροτούνται τα πρώτα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγραμμάτα.
Κατά τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα συνέβαλε και από τη δική της μεριά στην αντίληψη ότι η Κοινότητα οφείλει να μεριμνά για την πολιτική, αλλά κυρίως την οικονομική σύγκλιση μεταξύ των μελών της.
Την ίδια αντίληψη συμμεριζόταν και ο Γάλλος οικονομολόγος και πολιτικός Jacques Delors, ο οποίος το 1985 αναδείχθηκε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συνέδεσε, έστω και έμμεσα, το όνομά του με αρκετά αναπτυξιακά έργα στη χώρα μας.

Τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης ή αλλιώς «Πακέτα Delors»

Η προεδρία Delors συνέπεσε ακριβώς με το αίτημα για δικαιότερη κατανομή χρημάτων στην ΕΕ και με τη διαμάχη για το κατά πόσο οι φτωχότερες χώρες (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία και Ιρλανδία) πρέπει να λαμβάνουν περισσότερα χρήματα ώστε να μη μείνουν πίσω συγκριτικά με τις πιο πλούσιες χώρες της κοινότητας.
Χάρη, λοιπόν σε συστηματική πίεση από τον Ισπανό πρωθυπουργό Felipe Gonzalez αλλά και το πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jacques Delors, αποφασίστηκε πως οι τέσσερις αυτές χώρες θα λαμβάνουν συγκεκριμένα ποσά για την οικονομική και κοινωνική συνοχή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Έτσι, ώς ώριμο προϊόν αυτής της ηγεμονικής αντίληψης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δημιουργήθηκε το 1987 το πρώτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης ή, αλλιώς, «πακέτο Delors».
Η Γερμανία που θα «σήκωνε το μεγαλύτερο βάρος του λογαριασμού» δέχτηκε το 1987 να το κάνει κυρίως λόγο της επιθυμίας του Γερμανού Καγκελάριου Helmout Kohl να προχωρήσει η κοινότητα γρήγορα προς την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς.
Ως προς την Ελλάδα, το πρόγραμμα αφορύσε σε 7,2 περίπου δισ. ECU (οι λογιστικές μονάδες που προηγήθηκαν του ευρώ), στα οποία όφειλαν να προστεθεί η δημόσια συμμετοχή, καθώς και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, φθάνοντας συνολικά τα 14,3 δισ. ECU.
Ωστόσο, θα παρατηρηθούν αρκετές αστοχίες, ενώ ορισμένα ποσά θα μεταφερθούν στο επόμενο «Πακέτο Delors» (1994-1999)
Το δεύτερο πακέτο Delors, το 1992 ήταν παρόμοιο, με τη μόνη διαφορά πως η Γερμανία δέχτηκε να πληρώσει πάλι το κοινοτικό λογαριασμό, αλλά επειδή οι ευρωπαίοι ηγέτες δέχτηκαν χωρίς αντιρρήσεις τη Γερμανική επανένωση.
Ως εκ τούτου, στο Β΄ ΚΠΣ διατέθηκαν συνολικά 14,333 δισεκατομμύρια ευρώ, περίπου όσα και στην Πορτογαλία, όμως και πάλι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα ήταν μικρότερη του αναμενομένου.
Το Β΄ ΚΠΣ ήταν κατεξοχήν αυτό που συγκρότησε ένα ορισμένο υπόδειγμα, σύμφωνα με το οποίο η απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων και επιδοτήσεων λειτούργησε ως βασικός μοχλός ανάπτυξης της χώρας.
Τέλος, το Τρίτο Κοινοτικό Πλαίσιο στήριξης, ήταν το πλέον φιλόδοξο και αυτό που σηματοδότησε την περίοδο των «μεγάλων αναπτυξιακών έργων», καθώς ανήλθε σε 22,7 δισεκατομμύρια ευρώ.
Παρόλα αυτά, η διαχείρισή του από τις ελληνικές κυβερνήσεις παρουσίασε αρκετά προβλήματα, με αναθεωρήσεις, μεταφορές κεφαλαίων από πρόγραμμα σε πρόγραμμα και απώλειες πόρων.
Ενδεικτικό αυτού ήταν το γεγονός, ότι ένα σημαντικό ποσό του εν τέλει δεν απορροφήθηκε ποτέ ακόμα και μετά το πέρας της τυπικής λήξης του προγράμματος.

Οι επικρίσεις

Παρά την ώθηση που έδωσαν σε μεγάλα έργα υποδομών, τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, βρέθηκαν στο στόχαστρο της κριτικής, κυρίως επειδή σηματοδότησαν μιαν ορισμένη αντίληψη για την ελληνική οικονομία.
Μια αντίληψη, μάλιστα, που εξέφρασαν σχεδόν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις ανεξαρτήτως κομματικής απόχρωσης.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τεράστια ευρωπαϊκά κονδύλια μεταφέρθηκαν στην ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα, των υπηρεσιών, του τουρισμού, των επικοινωνιακών συστημάτων, όμως αυτή η εξέλιξη ήρθε με τον παράλληλο μαρασμό του πρωτογενούς (αγροτικού) και του δευτερογενούς (βιομηχανικού) τομέα της χώρας.
Έτσι, με τον εν λόγω μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, η ελληνική οικονομία προσανατολίστηκε προς την μονοκαλλιεργεία του τουρισμού ως «βαριάς βιομηχανίας της χώρας».
Η σχεδόν ταυτόχρονη υπαγωγή της χώρας στην Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΟΚ και η συνακόλουθη υπαγωγή της γεωργικής παραγωγής σε ευρωπαϊκές και όχι εθνικές προτεραιότητες έδωσε τη χαριστική βολή.
Επίσης, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η διοχέτευση των «Πακέτων Delors» συνοδεύθηκε από πλήθος επικρίσεων, τόσο για το ότι ευνόησαν συγκεκριμένους επιχεριηματικούς ομίλους όσο και για την κακοδιαχείριση – στα όρια του μεμπτού – από πλευράς ελληνικών κυβερνήσεων.
Σημειωτέον, ότι ο Jacques Delors έπαιξε καθοριστικό ρόλο και για την ίδρυση της Ευρωζώνης, και κατ’ επέκτασιν την εισαγωγή του Ευρώ ως εθνικού μας νομίσματος.
Ωστόσο, οι συνέπειες αυτές της εξέλιξης αποτελούν κομμάτι μιας διαφορετικής και σίγουρα πολύ ευρύτερης συζήτησης…

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.