Ακρίβεια, πανδημία και βαρυχειμωνιά συνθλίβουν τα φτωχά νοικοκυριά της Ευρώπης

Δεν είναι μόνο οι κρατικοί προϋπολογισμοί που «στριμώχνονται» από την εκτίναξη των τιμών ενέργειας. Είναι και οι οικογενειακοί. Και αν οι κυβερνήσεις έχουν τη δυνατότητα να δανειστούν και να μεταθέσουν χρονικά το πρόβλημα γι’ αργότερα, τα νοικοκυριά δεν την έχουν. Ο σχεδόν τετραπλασιασμός της τιμής του φυσικού αερίου το χειμώνα που διανύουμε, σε συνδυασμό με την επέλαση της παραλλαγής Όμικρον του κορωνοϊού, δημιουργούν ένα μείγμα εκρηκτικό για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά που βλέπουν τις δαπάνες τους να «παίρνουν φωτιά» και τα έσοδά τους να συμβαδίζουν με τις εξωτερικές θερμοκρασίες της εποχής.

Η Ευρώπη βρίσκεται εφέτος αντιμέτωπη με ένα «λογαριασμό ενέργειας» που θα φτάσει το 1 τρισ. δολάρια (872 δισ. ευρώ), εκτιμά η Citigroup. Πρόκειται ασφαλώς για ένα κονδύλι που θα κληθούν να πληρώσουν οι καταναλωτές. Πού θα βρουν τα χρήματα; Περιορίζοντας τις δαπάνες τους για άλλα αγαθά και υπηρεσίες. Οι ιδιωτική κατανάλωση προκαλεί ανάπτυξη, όμως. Ενώ τα αυξημένα τιμολόγια για ηλεκτρικό ρεύμα, για πετρέλαιο και για φυσικό αέριο όχι – τουλάχιστον όχι στο βαθμό που ξοδεύει κάποιος το περίσσευμά του για να φάει ένα σουβλάκι, ας πούμε.

 

Το σουβλάκι βέβαια για τον Έλληνα καταναλωτή, όπως εξάλλου η πίτσα για τον Ιταλό, η κρέπα για το Γάλλο, το μπράτβουρστ για το Γερμανό και η τορτίγια για τον Ισπανό, είναι ανελαστικά αγαθά και ως εκ τούτου από τα τελευταία που θα «κόψουν» οι Ευρωπαίοι καταναλωτές. Οι δαπάνες για άλλα, όμως, αγαθά και υπηρεσίες που θα αναγκαστούν να περιορίσουν έχουν ήδη ένα οδυνηρό αντίκτυπο για την ευρωοικονομία.

Οι εκτιμήσεις των ειδικών

Το μοντέλο αποτύπωσης της κατανάλωσης των νοικοκυριών στο ΑΕΠ της Ευρωζώνης, που έχουν σκαρώσει οι ειδικοί του Bloomberg Economics, δείχνει ότι μόνο η εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου κατά 300% εφέτος το χειμώνα θα φτάσει να φρενάρει την ανάπτυξη των «27» κατά περισσότερο από 1% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2022 που διανύουμε. Και ότι θα συνεχίσει να λειτουργεί ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης για τουλάχιστον ένα δωδεκάμηνο ακόμη, έως τα τέλη δηλαδή του πρώτου εξαμήνου του 2023.

Δεν είναι μόνο οι ειδικοί του Bloomberg που εκτιμούν ότι η εκτίναξη των τιμών ενέργειας θα ροκανίσει εφέτος την ανάπτυξη της Ευρωζώνης. Μόλις την Τρίτη η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποίησε για κάτι τέτοιο, ενώ οι οικονομολόγοι της Banque Pictet & Cie εκτιμούν ότι το πρώτο τρίμηνο του 2022 η συγκυρία θα κοστίσει στο ΑΕΠ της Ευρωζώνης 0,2% και οι οικονομολόγοι της ελβετικής τράπεζας UBS AG προ ολίγων ημερών επίσης αναθεώρησαν την πρόβλεψή τους για το ρυθμό αύξηση της Ευρωζώνης τη χρονιά αυτή στο 4,2% από 4,8% που ήταν η αρχική τους πρόβλεψη. Εξαιτίας της εκτόξευσης του ενεργειακού κόστους βεβαίως.

Τα θύματα του Μινώταυρου

Οι ανατιμήσεις, βέβαια, φέρνουν ακρίβεια. Ο πληθωρισμός ήδη έχει ξεφύγει, αν συγκριθεί το ρυθμό με τον οποίο «έτρεχε» τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Και η ευρωοικονομία «υφίσταται ήδη τις πιέσεις από τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών», όπως παρατηρεί σε πρόσφατη έκθεσή της η Bank of America.

Οι οικονομικοί αναλυτές της τράπεζας εκτιμούν ότι το ενεργειακό κόστος που θα καταβάλουν συνολικά καθ’ όλη τη διάρκεια του 2022 τα νοικοκυριά των κρατών-μελών της Ευρωζώνης θα είναι αυξημένο κατά 50% και ότι τα προγράμματα αρωγής που θα εφαρμόσουν οι κυβερνήσεις θα απορροφήσουν μόνο το ένα τέταρτο περίπου της αύξησης του κόστους αυτού.

 

Οι καταναλωτές είναι κατά παράδοση τα συνήθη θύματα του «τέρατος του πληθωρισμού». Και πάλι όμως, το τίμημα που πληρώνουν τα νοικοκυριά στο σύγχρονο αυτό Μινώταυρο (αν συνεχίσουμε με όρους Στέφανου Μάνου) διαφέρει από χώρα σε χώρα και από νοικοκυριό σε νοικοκυριό.

Διαφέρει πρώτον επειδή η κρατική αρωγή που θα παρασχεθεί δεν θα είναι ίδια σε κάθε χώρα και δεύτερον επειδή το βιοτικό επίπεδο και η καθημερινότητα του κάθε νοικοκυριού από τις ανατιμήσεις επηρεάζονται ανάλογα με τα εισοδήματα και τον αποταμιευμένο πλούτο του κάθε νοικοκυριού (το «λίπος», όπως συνηθίσαμε να λέμε κατά τη δεκάχρονη ελληνική κρίση).

«Δεν είναι αμελητέα τα ποσά που θα βγουν από τις τσέπες των καταναλωτών, ειδικά στα φτωχότερα νοικοκυριά. Αυτών η αγοραστική δύναμη και η κατανάλωση είναι που θα επηρεαστούν», δήλωσε στο Bloomberg ο Γκέρογκ Ζάχμαν, ειδικευμένος στις αγορές ενέργειας αναλυτής του Ινστιτούτου Bruegel.

Κάποιοι ειδικοί παρατηρούν βέβαια ότι οι οικονομίες που έκαναν αναγκαστικά λόγω της πανδημίας και των εγκλεισμών οι Ευρωπαίοι καταναλωτές θα τους βοηθήσουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες από τις πρωτοφανείς ανατιμήσεις του ενεργειακού κόστους. «Οι αναγκαστικές αποταμιεύσεις που έγιναν θα βοηθήσουν τον τομέα των νοικοκυριών στο σύνολό του να απορροφήσει το κόστος», σημειώνει ο Ράινχαρντ Κλούζε της UBS.

Τα φτωχά νοικοκυριά, όμως, και κυρίως αυτά που κατά τη διάρκεια της πανδημίας χτυπήθηκαν από την ανεργία, δεν είχαν τη δυνατότητα να κάνουν αποταμιεύσεις. Στη Βρετανία τα φτωχότερα νοικοκυριά θα κληθούν να αντιμετωπίσουν πιέσεις ύψους 3 δισ. στερλινών (3,6 δισ. ευρώ) στο βιοτικό τους επίπεδο τον ερχόμενο Απρίλιο, όταν οι παροχές τους θα αυξηθούν μόλις κατά το ήμισυ σε σχέση με τον εκτιμώμενο πληθωρισμό, εκτίμησε το βρετανικό Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών (IFS).

Το ευρώ και τα βατράχια

Η Βρετανία βέβαια δεν μετέχει καν στην ΕΕ. Τα νοικοκυριά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που μετέχουν στην ΕΕ (αλλά όχι στην Ευρωζώνη) εκτιμάται ότι θα αντιμετωπίσουν επίσης τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Κι αυτό επειδή εκεί το «τέρας του πληθωρισμού» καταβροχθίζει με μεγαλύτερη λαιμαργία τα εισοδήματά τους.

Ενώ στη ζώνη του ευρώ ο πληθωρισμός έφτασε από το 4,9% στο 5% το μήνα αυτό (στην Ελλάδα ειδικότερα έφτασε στο 5,1% κυρίως εξαιτίας των αυξήσεων στο φυσικό αέριο, στο ηλεκτρικό ρεύμα και στο πετρέλαιο θέρμανσης κατά 135,7%, κατά 45% και κατά 34,1% αντίστοιχα), στην Πολωνία καλπάζει με ρυθμό 8,6%, ενώ στη  Λιθουανία και την Εσθονία «τρέχει» με διψήφια ποσοστά – η Εσθονία μετέχει στο ευρώ, αλλά αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα αντιπληθωριστικής προστασίας που προσφέρει το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα σε όσους το χρησιμοποιούν ως εθνικό.

Ιδιαίτερα αλγεινά και διογκωμένα είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Δημοκρατία της Τσεχίας, λόγω της οικονομικής κατάρρευσης 14 μικρότερων παρόχων ενέργειας το περασμένο φθινόπωρο υπό το βάρος της εκτίναξης των τιμών φυσικού αερίου. Η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο είναι πολύ μεγαλύτερη για τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Και βεβαίως για τη Γερμανία, αφού το «παιχνίδι» με τη Gazprom το κάνει εδώ και μια 15ετία ο πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Σε κάθε περίπτωση, παντού και πάντα οι μικροί και οι αδύναμοι είναι οι πλέον ευάλωτοι στις διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές αναταράξεις. Είναι δα γνωστό και χιλιοεπιβεβαιωμένο ότι… όταν μαλώνουν τα βουβάλια, την πληρώνουν τα βατράχια. Είτε έχουν το ευρώ για εθνικό τους νόμισμα είτε όχι.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.