Οι επόμενες κινήσεις Ελλάδας και Ισραήλ

Τα συμπεράσματα μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη και Νετανιάχου, και ο αμερικανικός παράγοντας 

Του Αλέξανδρου Τάρκα*

Αν και ένας πρωθυπουργός που καταρρέει στο εσωτερικό, όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι δυσχερέστατο να εξασφαλίσει χρήσιμες συμφωνίες στο εξωτερικό, οι προ ημερών συνομιλίες στο Ισραήλ με τον ομόλογό του Μπενιαμίν Νετανιάχου έχουν θετικό πρόσημο.

Άλλωστε, η πολιτική και αμυντική συνεργασία των δύο χωρών είναι στενή ήδη επί 15 χρόνια, με διακομματική συναίνεση. Τον Αύγουστο του 2010, στον Πόρο, οι κύριοι Παπανδρέου και Νετανιάχου σφράγισαν τη συναντίληψη των δύο χωρών για τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τη στάση της Τουρκίας. Τον Οκτώβριο του 2013, στην Ιερουσαλήμ, υπογράφτηκε μεγάλος αριθμός συμφωνιών στο Διακυβερνητικό Συμβούλιο υπό τη συμπροεδρία των κυρίων Σαμαρά και Νετανιάχου. Οι ίδιες επιλογές επιβεβαιώθηκαν την περίοδο 2015-2019 από τον Αλέξη Τσίπρα. Μεγάλη… πρόοδος για την Αριστερά, αφού το 2012 ο κ. Τσίπρας (ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης) είχε χρειαστεί ειδική άδεια από τη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ για να συναντήσει τον -επισκεπτόμενο την Αθήνα- πρόεδρο Σιμόν Πέρες, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα φωτογραφιζόταν μαζί του!

Μετά την εκλογή του κ. Μητσοτάκη, το 2019, θα μπορούσαν να γίνουν πολύ περισσότερα στις διμερείς σχέσεις. Ωστόσο, η μακρά αναστολή διπλωματικών επαφών επί κορονοϊού, η υποβάθμιση του σχήματος «3+1» (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ με ΗΠΑ) επί προεδρίας Μπάιντεν, η άρση της αμερικανικής στήριξης στον σχεδιαζόμενο αγωγό EastMed, η πολιτική κρίση στην Ιερουσαλήμ, οι τρομοκρατικές ενέργειες του Οκτωβρίου 2023 και οι έκτοτε πολεμικές επιχειρήσεις μετέβαλαν τις ισραηλινές προτεραιότητες, χωρίς ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι τρέχουσες επαφές μπορούν να συνοψιστούν στα εξής σημεία:

-Πρώτον, αρκετοί -Έλληνες και ξένοι- γνώστες των εξελίξεων επισημαίνουν ότι ο κ. Μητσοτάκης εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μείζον πρόβλημα στις απόπειρες θεμελίωσης αποτελεσματικών διαύλων επικοινωνίας με το άμεσο περιβάλλον και τους βασικούς συνεργάτες του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Ο κ. Νετανιάχου αξιολογείται ως ένας από τους ελάχιστους ξένους παράγοντες -ενδεχομένως ο μοναδικός- που διατηρούν όχι μόνον προσωπική επαφή με τον κ. Τραμπ, αλλά και πειθώ στα θέματα που συζητούν. Υπό αυτή τη λογική, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός θα μπορούσε να διευκολύνει την προσέγγιση του Έλληνα ομολόγου του με την Ουάσινγκτον. Ίσως ο κ. Νετανιάχου δεχθεί να το πράξει, αλλά ουδείς γνωρίζει πότε, πώς και σε ποιον βαθμό. Επίσης, δεν είναι σαφές αν το επιτελείο του κ. Τραμπ και οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες, που έχουν ταύτιση απόψεων με τον κ. Νετανιάχου για τη Μέση Ανατολή, θα συμμερίζονταν τις απόψεις του και για τη στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη ως προς τις σχέσεις Ε.Ε. – ΗΠΑ, τις νέες αμυντικές δομές της Ευρώπης, το Ουκρανικό κ.ά.

-Δεύτερον, ως προς την απόκτηση μαχητικών F-35 από την Τουρκία, ο κ. Νετανιάχου φέρεται ότι έχει εκφράσει τις αντιρρήσεις του στον Αμερικανό πρόεδρο από τις αρχές Φεβρουαρίου και πως έχει ενημερώσει σχετικά την ελληνική κυβέρνηση, πριν από τις συνομιλίες με τον κ. Μητσοτάκη. Λόγω αυστηρής τήρησης απορρήτου δεν έχουν γίνει γνωστές λεπτομέρειες για τα συζητηθέντα μεταξύ των κυρίων Τραμπ και Νετανιάχου, αλλά το αρχικό συμπέρασμα της ισραηλινής πλευράς ήταν ότι η Ουάσινγκτον διατηρούσε τις αντιρρήσεις της έναντι των αιτημάτων της Άγκυρας. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι προ εβδομάδος -για πρώτη φορά- το Στέιτ Ντιπάρτμεντ μετέβαλε τη φρασεολογία του. Αντί της υπενθύμισης των κυρώσεων κατά της Άγκυρας και της απαίτησης απόσυρσης του ρωσικού συστήματος S-400, τονίστηκε ότι «δεν πρόκειται να σχολιάσουμε συγκεκριμένες λεπτομέρειες των συζητήσεών μας με την Τουρκία». Σύμφωνα με ξένες πηγές, για το θέμα των F-35 πολλά θα κριθούν από την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του Ισραηλινού πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον Γέκιελ Λάιτερ, ο οποίος έχει συνολική αντίληψη για τα πολιτικά και στρατιωτικά θέματα της Μεσογείου.

-Τρίτον, ως προς τα θέματα ενέργειας, η ισραηλινή πλευρά στηρίζει τις ελληνικές προσπάθειες για την πραγματική λειτουργία του «3+1». Το ιδανικό θα ήταν η αναβίωση της διαδικασίας σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, και, σε αυτό το σημείο, ήταν θετικές οι διατυπώσεις της αμερικανικής ανακοίνωσης μετά τη συνάντηση των κυρίων Μάρκο Ρούμπιο και Γιώργου Γεραπετρίτη τον Φεβρουάριο. Πάντως, πιο ρεαλιστικές πιθανότητες υλοποίησης, τους προσεχείς μήνες, έχουν οι τρέχουσες κινήσεις για τη σύγκληση του «3+1», τουλάχιστον, σε επίπεδο ανώτατων διπλωματών.

-Τέταρτον, οι ηγεσίες Ελλάδας και Ισραήλ επιβεβαίωσαν τη συνεργασία τους στον αμυντικό τομέα. Ειδικά ως προς τα θέματα εξοπλισμών την παρούσα περίοδο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ανάληψη έργου από την ισραηλινή Rafael για τη θωράκιση ενός -μείζονος σημασίας- κυβερνητικού κτιρίου στην Αθήνα, ενώ συνεχίζονται οι συζητήσεις για την επέκταση του συμβολαίου των συστημάτων Spike και οι προσπάθειες πώλησης των πυραύλων πολλαπλής εκτόξευσης Puls.

Παράλληλα, πέραν του Ισραήλ, ενδιαφέρον για τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα αρχίζει να εκφράζεται -ύστερα από πολλά χρόνια, λόγω της χρεοκοπίας του 2010- και από άλλες χώρες. Βέβαια, το ερώτημα των περισσότερων πρεσβειών παραμένει, αν οι ανακοινώσεις του πρωθυπουργού και του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια θα περιέχουν αξιόπιστα στοιχεία και για τις δυνατότητες χρηματοδότησης των νέων εξοπλισμών.

*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

Απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.