Ντόναλντ Τραμπ: Τι προσπαθεί να πετύχει και πόσο πιθανό είναι να λειτουργήσει το σχέδιό του

Ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε μία από τις πιο επιθετικές πολιτικές που βασίζονται στους δασμούς στην πρόσφατη ιστορία, ανακοινώνοντας σημαντικές αυξήσεις για χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και μια γενική αύξηση 10% για όλες τις υπόλοιπες χώρες.

Παρότι η σκληρή εξωτερική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ έχει προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές, η προσέγγισή του δεν αποτελεί κάτι καινούργιο.

Ο Τραμπ δηλώνει ότι επιθυμεί να εξισορροπήσει τους όρους ανταγωνισμού μέσω της πολιτικής των δασμών που ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα. Ενώ οι οικονομικές κυρώσεις ίσως συμβάλλουν εν μέρει στην επίτευξη των στόχων του, το Fortune σε ανάλυσή του αναφέρει ότι οι ειδικοί εκφράζουν φόβους πως η επιθετική εξωτερική πολιτική ενδέχεται να απομονώσει τη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη.

Αυτή την εβδομάδα, ο Λευκός Οίκος αψήφησε τις εμπορικές στρατηγικές δεκαετιών ακόμη και με τους πιο στενούς εταίρους των ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, θα βρεθεί αντιμέτωπη με δασμούς 20%, ενώ η Κίνα θα υποστεί σωρευτική αύξηση που φτάνει το 54%.

Και όταν ο Πρόεδρος Τραμπ δήλωσε πως «όλες οι χώρες» θα υπόκεινται στην Ημέρα Απελευθέρωσης, το εννοούσε. Τα κράτη που δεν κατονομάστηκαν με την επιβολή συγκεκριμένου δασμού, θα αντιμετωπίσουν άμεσα έναν ενιαίο δασμό της τάξης του 10%.

Στις ώρες που ακολούθησαν την ομιλία του στον Κήπο των Ρόδων, ξένοι ηγέτες άρχισαν να επεξεργάζονται σταδιακά τις απαντήσεις τους. Ορισμένοι, όπως ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας, σερ Κιρ Στάρμερ, δήλωσαν πως θα κρατήσουν μία «ψύχραιμη στάση» όσο συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις, ενώ η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, υποσχέθηκε άμεση και συνεχιζόμενη αντίδραση εάν δεν επιτευχθούν συμφωνίες.

Το βασικό ερώτημα παραμένει, σύμφωνα με το περιοδικό Fortune: Θα αποδώσει η προστατευτική ατζέντα του Προέδρου Τραμπ; Θα καταφέρει να «Κάνει την Αμερική Πλούσια Ξανά» με τίμημα τις παραδοσιακές συμμαχίες των ΗΠΑ; Ή θα πέσει στις ίδιες παγίδες που αντιμετώπισαν και οι προκάτοχοί του;

Ο στόχος του Τραμπ

Ο Υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, παρουσίασε κατά τη διάρκεια των ακροάσεων για την επικύρωση του διορισμού του τους στόχους του σχεδίου δασμών του Προέδρου Τραμπ.

Ορισμένοι στόχοι σχετίζονται άμεσα με τον αμερικανικό λαό και τις επιχειρήσεις, όπως για παράδειγμα, η δημιουργία και προστασία θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ, η αύξηση της βιομηχανικής ικανότητας μέσω της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των εγχώριων προϊόντων, και η αύξηση των εσόδων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων υπέρ των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Άλλοι στόχοι αφορούν την ενίσχυση της θέσης των Ηνωμένων Πολιτειών στη διεθνή σκηνή, όπως η μείωση της εξάρτησης από ανταγωνιστικές χώρες, ιδιαίτερα σε ζητήματα που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια, καθώς και η αξιοποίηση των οικονομικών κυρώσεων για την προώθηση των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ.

Φυσικά, το πρώτο κύμα δασμών που ανακοίνωσε ο Πρόεδρος Τραμπ δεν αφορούσε άμεσα κανέναν από τους παραπάνω στόχους: Τα εργαλεία χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα διαπραγμάτευσης σε μια συζήτηση γύρω από τη μετανάστευση και την εισαγωγή φαιντανύλης στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, Μπρετ Χάουζ, υποστηρίζει ότι υπάρχει και ένα άλλο κίνητρο πίσω από τις ενέργειες του Τραμπ, το οποίο αποτυπώνεται στο γεγονός ότι ο Λευκός Οίκος έχει επιβάλει τόσο στοχευμένους όσο και καθολικούς δασμούς. Όπως δήλωσε στο Fortune: «Ο πρόεδρος λατρεύει να δημιουργεί καταστάσεις στις οποίες άλλες χώρες ή άτομα πρέπει να προσέλθουν και να διαπραγματευτούν μαζί του. Ορίζοντας διαφορετικά ποσοστά δασμών ανά χώρα, δημιουργεί μια κατάσταση όπου κάθε χώρα αναγκάζεται να ικετεύει, να παρακαλά και να διαπραγματεύεται ξεχωριστά με τον Λευκό Οίκο.

Αυτή είναι η ουσία του είδους εξουσίας που επιδιώκει ένας νταής και ένας αυτόκλητος ηγέτης, με το να διαιρεί τους άλλους και να διασφαλίζει ότι είναι πολύ δύσκολο να ενωθούν και να διαπραγματευτούν με μία ενιαία φωνή».

Αποκωδικοποιώντας τους δασμούς

Άλλοι οικονομολόγοι βλέπουν το ζήτημα από διαφορετική σκοπιά, εν μέρει λόγω της απόφασης του Λευκού Οίκου να δημοσιοποιήσει τη μεθοδολογία με την οποία υπολόγισε τα ποσοστά των δασμών: Ουσιαστικά, λαμβάνεται υπόψη το εμπορικό έλλειμμα μεταξύ των ΗΠΑ και μιας συγκεκριμένης χώρας, διαιρείται με τη συνολική αξία των εισαγόμενων αγαθών από τη χώρα αυτή, και στη συνέχεια διαιρείται ξανά δια δύο.

«[Οι δασμοί] έχουν πρωτίστως να κάνουν με την εξάλειψη της εξάρτησης από τον υπόλοιπο κόσμο – ή τουλάχιστον με αυτό που θεωρείται υπερβολική εξάρτηση της Αμερικής από άλλες χώρες», εξήγησε ο Ζοάο Γκόμες, αναπληρωτής κοσμήτορας έρευνας στη Σχολή Wharton του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια.

«Η εξάλειψη του εμπορικού ελλείμματος είναι ο σημαντικότερος στόχος. Όταν κοιτάξεις τους αριθμούς και κατανοήσεις πώς έχουν υπολογιστεί, γίνεται προφανές ότι θέλουν κυριολεκτικά να εξαλείψουν τις εμπορικές ανισορροπίες. Τις θεωρούν ως μια μη αποδεκτή μορφή ευαλωτότητας… Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική, ούτε για προώθηση εθνικισμού».

«Αυτό αφορά πραγματικά θεμελιώδεις οικονομικές αρχές. Μπορεί να μην συμφωνώ μαζί τους, αλλά τουλάχιστον τώρα καταλαβαίνω καλύτερα τι προσπαθούν να πετύχουν, και νομίζω ότι αυτό βοηθά στην προβλεψιμότητα».

Έχει ξαναγίνει κάτι παρόμοιο;

Για να μπορέσουν οι οικονομολόγοι να κάνουν συγκρίσεις με πολιτικές -έστω και ελάχιστα παρόμοιες- από τον Λευκό Οίκο, θα πρέπει να ξεσκονίσουν τα βιβλία της ιστορίας — και να γυρίσουν πίσω σχεδόν έναν αιώνα.

Το 1930, καθώς ο κόσμος βυθιζόταν στη Μεγάλη Ύφεση, ο Πρόεδρος Χούβερ υπέγραψε τον Νόμος Smoot-Hawley περί Δασμών (Smoot-Hawley Tariff Act), σε μια προσπάθεια να προστατεύσει τις αμερικανικές επιχειρήσεις και τους αγρότες από τον ανταγωνισμό φθηνότερων γεωργικών προϊόντων που εισάγονταν από το εξωτερικό.

Πριν από τον νόμο Smoot-Hawley, ο μέσος δασμός εισαγωγών βρισκόταν στο περίπου 35,7%, σύμφωνα με υπολογισμούς του καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Ντάρτμουθ, Ντάγκλας Έρβιν. Μετά την ψήφιση του νόμου, ο μέσος δασμός ανέβηκε στο 41,1%. Παρομοίως, ο νόμος Fordney-McCumber που θεσπίστηκε το 1922, αύξησε τους δασμούς από 21% σε 38,8%.

Συγκριτικά, ο δασμός 10% που επέβαλε ο Τραμπ στο Ηνωμένο Βασίλειο, ή ο δασμός 20% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, φαίνονται σχετικά πιο συγκρατημένοι.

Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομία έχει εξελιχθεί σημαντικά στα 100 χρόνια που πέρασαν από τις τελευταίες μεγάλες αλλαγές στους δασμούς, η παγκοσμιοποίηση έχει διευρυνθεί και η οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών είναι σήμερα πολύ πιο στενά συνδεδεμένη με την ευημερία των εμπορικών της εταίρων.

Όπως επισημαίνει ο Έρβιν, το 1930 και το 1922 οι εισαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ αντιστοιχούσαν μόλις σε 1,4% και 1,3% αντίστοιχα. Μέχρι το 2025, ακόμη και οι δασμοί που είχαν ήδη ανακοινωθεί πριν από τις 2 Απριλίου (όπως εκείνοι στον Καναδά, στο Μεξικό και ο αρχικός ύψους 20% στην Κίνα) αφορούσαν εισαγωγές που αντιπροσώπευαν σχεδόν το 5% του ΑΕΠ των ΗΠΑ.

Ως εκ τούτου, οι χαμηλότεροι δασμοί σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό αγαθών -σε συνδυασμό με ενδεχόμενους αντίστοιχους δασμούς από ανταγωνιστικές χώρες— μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο επώδυνοι από τους υψηλότερους δασμούς σε περιορισμένο αριθμό προϊόντων που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν.

Αν και ο ίδιος ο Πρόεδρος Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει τον νόμο Smoot-Hawley ως δικαιολογία για τη δική του δασμολογική πολιτική, ο Ζοάο Γκόμες της Wharton δήλωσε στο Fortune πως οι δύο περιπτώσεις είναι τόσο διαφορετικές που η σύγκριση είναι «γελοία».

Με απλά λόγια, εξήγησε: «Θα έλεγα, Α) [τη δεκαετία του 1930] ήμασταν ήδη σε ύφεση, και Β) υπήρχε ο κανόνας του χρυσού και η νομισματική πολιτική είχε ως κύριο στόχο την προστασία του χρυσού προτύπου, κάτι που οδήγησε σε τεράστιο αποπληθωρισμό».

Διατλαντικά παραδείγματα

Οι δασμοί μπορούν να λειτουργήσουν ως χρήσιμα διαπραγματευτικά χαρτιά και – ανάλογα με το ποιον ρωτάει κανείς – ενδέχεται να αποφέρουν ορισμένα οικονομικά οφέλη.

Ο καθηγητής μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, Μάικλ Κίτσον, παραδέχεται πως ανήκει στη μειοψηφία των συναδέλφων του, όταν τονίζει ότι ο γενικός δασμός που επέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο το 1932 ενδεχομένως να είχε κάποια θετικά αποτελέσματα για την οικονομία, παραπέμποντας, για παράδειγμα, σε μια έκρηξη της βιομηχανικής παραγωγής μεταξύ του 1932 και του 1937.

Ωστόσο, ο δασμός 10% που επέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο απέχει πολύ από τις σαρωτικές αλλαγές που ανακοίνωσε ο Πρόεδρος Τραμπ, και ο καθηγητής Κίτσον τονίζει ότι οι συνθήκες που επέτρεψαν οποιοδήποτε όφελος για την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου δεν υπάρχουν στην Αμερική του 2025.

Αυτές οι «ιδιάζουσες συνθήκες» περιλάμβαναν: υψηλά ποσοστά ανεργίας (η ανεργία στις ΗΠΑ σήμερα παραμένει σταθερή στο 4,1%), οι δασμοί επιβάλλονταν σε ανταγωνιστικές εισαγωγές και όχι σε συμπληρωματικές, όπως πρώτες ύλες και τρόφιμα (ο Τραμπ έχει ήδη ανακοινώσει αύξηση 25% στον χάλυβα και στο αλουμίνιο) και τέλος, η ισοτιμία του νομίσματος δεν επιτρεπόταν να ανατιμηθεί σε επίπεδο που θα εξουδετέρωνε τα όποια οφέλη των δασμών.

Και το πιο σημαντικό: δεν υπήρχε μεγάλη πιθανότητα για αντίποινα από άλλες χώρες (ενώ τώρα η Ε.Ε., για παράδειγμα, μπορεί να επιβάλει τέλη στις εξαγωγές υπηρεσιών των ΗΠΑ, κάτι που προηγουμένως δεν μπορούσε να κάνει).

«Οι περισσότερες από αυτές τις συνθήκες δεν ισχύουν για τις ΗΠΑ σήμερα», δήλωσε ο Κίτσον στο Fortune, προσθέτοντας ότι όχι μόνο δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, αλλά υπάρχουν και παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάσταση. «Αυτό που έχουμε τώρα είναι πολύ πιο σύνθετες εφοδιαστικές αλυσίδες σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1930, κάτι που καθιστά τις συνέπειες των δασμών πολύ πιο περίπλοκες και πιο πιθανό να είναι αρνητικές», τόνισε.

Υπάρχει βάση στη θεωρία της “σκληρής επανεκκίνησης”;

Η πτώση κατά 5% του δείκτη S&P 500, εξαιτίας των ανακοινώσεων Τραμπ για τους δασμούς, είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ ό,τι ανέμεναν πολλοί αναλυτές όταν κέρδισε τις αμερικανικές εκλογές.

Αυτό έχει οδηγήσει κάποιους στο να υποθέτουν πως ο Πρόεδρος Τραμπ ίσως στοχεύει σε μία «σκληρή επανεκκίνηση» της οικονομίας — μια τεχνητή επιβράδυνση, ώστε να μειωθεί ο πληθωρισμός, να πέσουν τα επιτόκια και να εξασθενίσει το δολάριο, διαμορφώνοντας έτσι ένα πιο σταθερό οικονομικό περιβάλλον για μια Ρεπουμπλικανική διακυβέρνηση.

Αρχικά, πολλοί αναλυτές απέρριψαν αυτή τη θεωρία ως συνωμοσιολογία. Όμως ο Κέβιν Φορντ, στρατηγικός αναλυτής σε θέματα συναλλάγματος και μακροοικονομίας στην Convera, αρχίζει να την εξετάζει σοβαρά: «Αρχίζω να καταλαβαίνω το σκεπτικό, έστω και μερικώς, ειδικά όταν βλέπω τον Τραμπ και το επιτελείο του να μετατοπίζουν την προσοχή τους προς την αγορά χρέους».

Σε τρεις από τις τέσσερις τελευταίες ομιλίες ενώπιον του Κογκρέσου για την Κατάσταση του Έθνους, ο Τραμπ έδωσε έμφαση στο χρηματιστήριο, διαφημίζοντας τις ισχυρές του επιδόσεις. Όμως πρόσφατα, τόσο ο ίδιος όσο και η ομάδα του έχουν σιωπήσει για αυτό το θέμα, στρέφοντας την προσοχή τους στην απόδοση του 10ετούς ομολόγου. Πολλοί ανέμεναν την εμφάνιση του λεγόμενου “Trump put” για να σταθεροποιήσει τις πρόσφατες πτώσεις της αγοράς, κάτι που δεν συνέβη.

Ο Φορντ πρόσθεσε ότι η αποδοχή της «αναστάτωσης» σε αντίθεση με τις υποσχέσεις για μια Χρυσή Εποχή υπό τον Τραμπ αποτελεί έναν ακόμη δείκτη, λέγοντας: «Δεν νομίζω ότι η κυβέρνηση στοχεύει σε μια πτωτική αγορά ή μια απότομη οικονομική ύφεση. Αλλά αν η αποπληθωριστική διόρθωση των φουσκωμένων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων είναι το τίμημα, φαίνεται ότι είναι πρόθυμοι να υποστούν τις συνέπειες. Η ρητορική τους είναι ενιαία, ο Τραμπ, ο Λούτνικ, ο Μπέσεντ—είναι όλοι ευθυγραμμισμένοι στο μήνυμα του βραχυπρόθεσμου πόνου».

Φυσικά, μια οικονομική τροχιά της καμπύλης J (μικρή πτώση πριν από ένα δραματικό κέρδος) θα χρησίμευε για να μειώσει τη δραστηριότητα χωρίς να πυροδοτήσει ύφεση, αλλά ο Φόρντ πρόσθεσε: «Η ισορροπία της πολιτικής τους είναι λεπτή—κάποιοι μπορεί να τη χαρακτηρίσουν και ως στοίχημα—ειδικά όταν συνυπολογίζουμε τη μετανάστευση, το DOGE, και τα αντίμετρα από άλλες χώρες.

«Είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό, αλλά όσο περνάει ο καιρός, η ιδέα της ενορχηστρωμένης αναδιάρθρωσης της οικονομίας μέσω μιας J-καμπύλης δεν φαίνεται πια τόσο απίθανη».

Ο ξεχασμένος τομέας των υπηρεσιών

Στην αντιπαράθεση για τους δασμούς υπάρχει μια κραυγαλέα παράλειψη σε ένα μεγάλο βαθμό: Το κίνητρο για αυτή την ενέργεια βασίζεται στο εμπορικό έλλειμμα, αγνοώντας τον τεράστιο τομέα υπηρεσιών της Αμερικής, ο οποίος αντιπροσωπεύει τα δύο τρίτα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας.

Μάλιστα, το επίσημο ενημερωτικό έγγραφο του Λευκού Οίκου που επιβεβαιώνει τους δασμούς δεν αναφέρει πουθενά τον τομέα υπηρεσιών, παρά το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας υπηρεσιών στον κόσμο.

«Ο αντίκτυπος που θα έχουν αυτοί οι δασμοί στον τομέα δεν μπορεί να αγνοηθεί», δήλωσε η Έμπεχι Ιγιόχα, καθηγήτρια διοίκησης επιχειρήσεων στο Harvard Business School.

Η Ιγιόχα πρόκειται να δημοσιεύσει ένα working paper για τις επιπτώσεις των δασμών στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε συνεργασία με το επιχειρηματικό δίκτυο Alignable, βασισμένο σε έρευνα που διεξήχθη πριν από τις 2 Απριλίου. Οι συμμετέχοντες δεν γνώριζαν για τους ήδη επιβληθέντες δασμούς σε χώρες όπως η Κίνα, ο Καναδάς και το Μεξικό, πρόσθεσε η ίδια, κάτι που είναι κατανοητό για ιδρυτές και επιχειρηματίες χωρίς μεγάλη ομάδα πίσω τους.

Ωστόσο, η Ιγιόχα υπογράμμισε ότι οι επιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής στις επιχειρήσεις του τομέα υπηρεσιών δεν μπορούν να παραβλεφθούν, λέγοντας στο Fortune: «Μερικές από τις επιχειρήσεις στο δείγμα μας ανήκουν στον τουριστικό τομέα. Αν σκεφτούμε τις έμμεσες επιπτώσεις αυτών των δασμών στην προθυμία των ανθρώπων, για παράδειγμα, να επισκεφθούν τις Ηνωμένες Πολιτείες, να ξοδέψουν σε αυτούς τους τομείς υπηρεσιών στους οποίους δραστηριοποιούνται οι μικρές επιχειρήσεις, τότε πώς εξισορροπούμε αυτή την κατάσταση;».

«Υπάρχει μεγάλη έμφαση στη ρητορική εμπορικής πολιτικής στα αγαθά, αλλά δεν υπάρχει η εξής σκέψη: “Πώς έχει ωφεληθεί η Αμερική από το παγκόσμιο εμπόριο υπηρεσιών, και πώς έχουν ωφεληθεί οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις από αυτή την παγκόσμια εμπορική ενοποίηση;”. Είναι κάτι που νομίζω ότι συνεχώς απουσιάζει από τη συζήτηση».

Απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.