Παλαιές διαιρέσεις απειλούν την οικονομική απάντηση της Ευρώπης στον κορoνοϊό

Η ήπειρος πρέπει να συνενωθεί για να ξεπεράσει την κρίση

Καμία από τις δράσεις που έχουν ανακοινωθεί σε επίπεδο ΕΕ από μόνη της ή από κοινού δεν θα έχει το είδος της δημοσιονομικής δύναμης πυρός που είναι απαραίτητη για την αποτροπή μιας οικονομικής κρίσης. Η ευρωπαϊκή οικονομία χρειάζεται συντονισμένη δημοσιονομική προσπάθεια αρκετά μεγάλη ώστε να έχει μακροοικονομικό αντίκτυπο.

Στις 18 Μαρτίου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε ότι θα αγοράσει επιπλέον ευρωπαϊκά εταιρικά και κρατικά ομόλογα ύψους 750 δισ. ευρώ φέτος. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα δαπανήσει συνολικά 1,1 τρισεκατομμύρια ευρώ [1] σε ομόλογα της ευρωζώνης κατά τους επόμενους εννέα μήνες, τα περισσότερα που έχει ξοδέψει ποτέ σε περιουσιακά στοιχεία σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτά τα έκτακτα μέτρα, που αποσκοπούν στην αντιστάθμιση των δυσμενών οικονομικών επιπτώσεων της επιδημίας κορωνοϊού, αποτελούν ένα νομισματικό μπαζούκα που θα αυξήσει την ευρωπαϊκή προσφορά χρήματος (η ΕΚΤ εκτυπώνει ευρώ για να αγοράσει ομόλογα) και διοχετεύει κεφάλαια έμμεσα στις κυβερνήσεις που εξέδωσαν τα ομόλογα, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις αυτές να διασώσουν προβληματικές επιχειρήσεις και να κάνουν παροχές προς τους ανέργους.

Σε μια επιπρόσθετη επίδειξη δύναμης, η ΕΚΤ χαλάρωσε τους αυτοεπιβληθέντες περιορισμούς για τις αγορές κρατικών ομολόγων από αυτήν για όσο διαρκέσει η κρίση. Προηγουμένως, η ΕΚΤ είχε υποσχεθεί να αγοράσει όχι περισσότερο από το ένα τρίτο των διαθέσιμων ομολόγων οποιασδήποτε χώρας και να αγοράσει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία ανάλογα με το μέγεθος της οικονομίας της κάθε χώρας. Αυτοί οι κανόνες -όπως επεσήμαναν οι Financial Times [2]- είχαν ως στόχο να «διασφαλίσουν ότι η ΕΚΤ δεν αγοράζει τόσα πολλά ομόλογα που [θα μπορούσε] να κατηγορηθεί ότι χρηματοδοτεί άμεσα τις εθνικές κυβερνήσεις».

Οι ευρωπαϊκές χώρες που πλήττονται χειρότερα από την πανδημία του κορωνοϊού –η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες έχουν τα υψηλότερα ποσοστά θανάτων [3] στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αντιμετωπίζουν τις ισχυρότερες οικονομικές προκλήσεις- είναι επίσης οι κύριοι ωφελημένοι των νέων πολιτικών της ΕΚΤ. Με το να αγοράζει ιταλικά και ισπανικά ομόλογα, η ΕΚΤ έχει δώσει στην Ρώμη και τη Μαδρίτη περιθώρια να επικεντρωθούν στο να κρατήσουν τους πληθυσμούς τους υγιείς, χωρίς να ανησυχούν για μια οικονομική κατάρρευση στην εγχώρια οικονομία. Αυτές οι αγορές ομολόγων έχουν κάνει επίσης λιγότερο πιθανή μια κρίση δημόσιου χρέους, του είδους που η Ευρωπαϊκή Ένωση τελευταία βίωσε το καλοκαίρι του 2012.

Ωστόσο, οι πρόσφατες κινήσεις της ΕΚΤ δημιούργησαν ανατριχίλες στην Γερμανία και την Ολλανδία, όπου οι ηγέτες φοβούνται ότι οι ενέργειες της Τράπεζας θα ενθαρρύνουν τις κυβερνήσεις να διαβιούν πέραν των μέσων που διαθέτουν ή ότι θα αποφύγουν οδυνηρές προσαρμογές μόλις περάσει η κρίση. Οι ηγέτες αυτοί δέχτηκαν με δυσθυμία τις νέες πολιτικές της ΕΚΤ, αλλά αντιστέκονται στις εκκλήσεις να χορηγήσουν στην ιταλική και στην ισπανική κυβέρνηση πρόσθετη δανειοδοτική ισχύ χωρίς κάποια εγγύηση ότι τα χρήματα που διοχετεύονται για να στηρίξουν τις χώρες που έχουν ανάγκη δεν θα οδηγήσουν σε οικονομικά ανάρμοστη συμπεριφορά.

ΟΙ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΑΠΑΝΩΝΤΕΣ

Μεταξύ του 2012 και του 2015, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δημιούργησαν μια σειρά θεσμών για την γενική εποπτεία των τραπεζών, των ασφαλιστικών εταιρειών, και των χρηματοπιστωτικών αγορών. Συνέταξαν ένα κοινό βιβλίο κανόνων που περιγράφει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες μπορούν να συμπεριφέρονται με υπευθυνότητα και, ίσως πιο σημαντικό, πώς μπορούν οι τράπεζες να καταληφθούν ή να εκκαθαριστούν όταν δεν συμπεριφέρονται σωστά. Οι ηγέτες δημιούργησαν επίσης ένα μόνιμο όργανο για την εγγύηση των εθνικών δημόσιων οικονομικών όταν το κόστος αντιμετώπισης μιας κρίσης είναι υπερβολικά μεγάλο για να το διαχειριστεί η κάθε κυβέρνηση ή υπερβολικά επικίνδυνο για να το αναλάβουν οι διεθνείς επενδυτές. Γνωστό ως Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (European Stability Mechanism) [4], το σώμα αυτό λειτουργεί ως το κυρίαρχο ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης και μπορεί να χορηγήσει προληπτική πίστωση στις κυβερνήσεις σε μια διόρθωση, υπό την προϋπόθεση ότι αποδέχονται τους όρους του μηχανισμού.

Ωστόσο, ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ευρωζώνης ήθελαν να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο. Θεώρησαν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκδώσει ένα κοινό ομόλογο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν ως ασφάλεια οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί σε ολόκληρη την Ευρώπη όταν δανείζονται μεταξύ τους και από τις Κεντρικές Τράπεζες. Αυτό το λεγόμενο ευρωομόλογο θα μπορούσε να αντικαταστήσει ή να συμπληρώσει κρατικά ομόλογα που εκδίδονται από μεμονωμένα κράτη-μέλη, παρέχοντας στις κυβερνήσεις ένα εναλλακτικό μέσο για την άντληση χρημάτων και κατά την διαδικασία, μειώνοντας τον κίνδυνο μιας χρεοκοπίας. Ωστόσο, οι συγκριτικά πλουσιότερες κυβερνήσεις της Βόρειας Ευρώπης απέρριψαν την ιδέα αυτή, επικαλούμενες φόβους ότι ανεύθυνες κυβερνήσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το ευρωομόλογο για να προχωρήσουν σε μια έκρηξη δαπανών.

Η συζήτηση για την συγκεκριμένη αλλά και άλλες πολιτικές που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών συνεχίζεται σήμερα, αν και σε ελαφρώς διαφορετική μορφή, καθώς η ευρωζώνη αντιμετωπίζει μια μοναδική μέσα σε εκατό χρόνια πανδημία που έχει φέρει διάφορους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας σε ουσιαστική ακινησία. Και οι διαφωνίες παραμένουν ριζωμένες σε πολύ πραγματικές διαφορές [5] σε εθνικό επίπεδο: Μέχρι το τέλος του 2019, η Γερμανία και η Ολλανδία είχαν λόγο χρέους προς ΑΕΠ 59% και 49% αντίστοιχα˙ ο λόγος αυτός στην Ιταλία και στην Ισπανία ήταν πολύ υψηλότερα στο 136% και το 97% αντίστοιχα.

Αυτές οι ανισότητες αντανακλούν διαφορές στην κυβερνητική πολιτική. Από το 2014, η Γερμανία και η Ολλανδία έχουν καταβάλει συντονισμένες προσπάθειες για την εξισορρόπηση των εθνικών λογαριασμών τους, μειώνοντας τους αντίστοιχους δείκτες χρέους προς ΑΕΠ κατά 16% και 17%. Η Ισπανία, αντιθέτως, μείωσε μόνο κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ. Και η Ιταλία έχει μειώσει το ποσοστό μόνο κατά μια ποσοστιαία μονάδα. Δεν ήταν, λοιπόν, περίεργο ότι οι επενδυτές θα μετέφεραν τα χρήματά τους από την Ιταλία και την Ισπανία στην Γερμανία και την Ολλανδία σε μια κάμψη όπως αυτή -ή ότι ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών θα παραπονιόταν πως η ισχύς των δημόσιων οικονομικών στην χώρα του ήταν το αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς που κάποιοι άλλοι θα ήταν σοφό να μιμηθούν.

Ωστόσο, όταν αντιμετωπίζει ένα κοινό σοκ όπως ο κορωνοϊός, ένα σοκ που θα προσβάλλει τόσο τις πλούσιες χώρες όσο και τις φτωχές αν δεν συμπεριληφθούν σωστά, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να κοιτάζει πέρα από τις εθνικές διαφορές και να διατηρεί την θεσμική συνοχή. Υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να ενθαρρυνθεί η Ρώμη και η Μαδρίτη να αναλάβουν σκληρές οικονομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.

ΕΝΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Σε μια ακρόαση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2019, η Christine Lagarde υποστήριξε ότι η εμπειρία της ως υπουργού Οικονομικών της Γαλλίας και ως διευθύνουσας συμβούλου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, θα την εξυπηρετούσε καλά ως μελλοντική πρόεδρο της ΕΚΤ [6]. Τόνισε την ικανότητά της να μιλάει με πολιτικούς σε εθνικό επίπεδο. Υποστήριξε ότι εάν πρόκειται οι ευρωπαϊκές οικονομικές επιδόσεις να ανακάμψουν πλήρως από την τελευταία κρίση, οι Υπουργοί Οικονομικών σε όλη την ευρωζώνη θα πρέπει να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους με την ΕΚΤ. Εν πάση περιπτώσει, ένα νομισματικό κίνητρο θα είναι αποτελεσματικό μόνο εάν συνοδεύεται από κατάλληλα δημοσιονομικά μέτρα.

Με την σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Lagarde ανέλαβε τον ρόλο του διοικητή της ΕΚΤ τον περασμένο Νοέμβριο. Αλλά οι πληγές από την κρίση του 2012 δεν έχουν ακόμη επουλωθεί. Και ως αποτέλεσμα της επιδημίας του κορωνοϊού, το μήνυμα της Lagarde είναι ακόμη πιο επείγον. Τα μέτρα που θεσπίστηκαν για την καταπολέμηση του κορωνοϊού θα κάνουν τις οικονομικές επιδόσεις να καταρρεύσουν [7], με το να κρατούν τους εργαζόμενους και τους καταναλωτές στο σπίτι. Μόνο ένα ισχυρό δημοσιονομικό κίνητρο μπορεί να αντισταθμίσει τον αντίκτυπο στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αλλά αυτά τα μέτρα θα αναγκάσουν τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης να αναλάβουν τεράστια ποσά χρέους.

Στις 24 Μαρτίου, η Lagarde συνέστησε στους Ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών να συγκεντρώσουν από κοινού την δανειοδοτική τους ισχύ ώστε να ανταποκριθούν στην κρίση. Οι κυβερνήσεις τους θα μπορούσαν να εκδώσουν από κοινού ένα εφάπαξ ευρωομόλογο -ένα λεγόμενο κορωνο-ομόλογο [8]- για να συγκεντρωθούν χρήματα και να διανεμηθούν μεταξύ τους, χωρίς να τεθούν όροι για τον τρόπο με τον οποίο θα δαπανηθούν τα κεφάλαια. Οι αντίπαλοι αυτού του σχεδίου συνιστούν αντί γι’ αυτό η Ιταλία και η Ισπανία να πάνε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας για διάσωση. Στους Γερμανούς και τους Ολλανδούς δεν αρέσει η ιδέα της έκδοσης κορωνο-ομολόγου˙ οι Ιταλοί και οι Ισπανοί, εν τω μεταξύ, αρνούνται να αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας εν όψει μιας παγκόσμιας πανδημίας την οποία δεν έκαναν τίποτα για να την αξίζουν.

Όσο συνεχίζεται αυτό το αδιέξοδο, η ΕΚΤ θα παραμείνει το μόνο όργανο ικανό να διατηρήσει την ευρωπαϊκή οικονομία στην ζωή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να επιτύχει να προσφέρει υποστήριξη με πρόσθετα κεφάλαια για την ασφάλιση ανεργίας [9] στο πλαίσιο του προγράμματος SURE που ανακοινώθηκε από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, την 1η Απριλίου. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων μπορεί να προσφέρει περισσότερους πόρους στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Και η ολλανδική κυβέρνηση μπορεί να συμφωνήσει να συνεισφέρει σε κάποιο είδος φιλανθρωπικού ταμείου [10] που θα βοηθήσει στην ανακούφιση των δεινών στις χώρες που πλήττονται περισσότερο, όπως πρότεινε ο Ολλανδός πρωθυπουργός, Mark Rutte, ως απάντηση στην κριτική για την αντίθεσή του στο κορωνο-ομόλογο. Ωστόσο, καμία από αυτές τις δράσεις από μόνη της ή από κοινού δεν θα έχει το είδος της δημοσιονομικής δύναμης πυρός που είναι απαραίτητη για την αποτροπή μιας οικονομικής κρίσης.

Η ευρωπαϊκή οικονομία χρειάζεται συντονισμένη δημοσιονομική προσπάθεια αρκετά μεγάλη ώστε να έχει μακροοικονομικό αντίκτυπο. Η ΕΚΤ έχει αγοράσει χρόνο με τα τελευταία μέτρα της. Ωστόσο, δεν έχει λύσει τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη ως αποτέλεσμα του κορωνοϊού.

Ο ERIK JONES είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών και Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στην Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών Johns Hopkins.

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.ft.com/content/711c5df2-695e-11ea-800d-da70cff6e4d3
[2] https://www.ft.com/content/d775a99e-13b2-444e-8de5-fd2ec6caf4bf
[3] https://www.npr.org/sections/coronavirus-live-updates/2020/04/03/8266996…
[4] https://www.esm.europa.eu/
[5] https://ec.europa.eu/eurostat/documents/2995521/10064364/2-22102019-AP-E…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2019-11-05/christine-laga…
[7] https://www.ft.com/content/f8e58c8a-de5e-44ac-84c4-dac767e6cfca
[8] https://www.reuters.com/article/us-health-coronavirus-ecb-coronabonds-ex…
[9] https://www.ft.com/content/55ffe3e9-b97c-45af-880c-21fa6c7bd332
[10] https://www.reuters.com/article/uk-health-coronavirus-netherlands-europe…

foreignaffairs.gr

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.