Κι όμως οι ευρωεκλογές επιτείνουν την οικονομική αβεβαιότητα

Του Κώστα Μελά

Στην Ελλάδα, το 2019 είναι μια χρονιά που θα σημαδευτεί από τρεις εκλογικές αναμετρήσεις (εθνικό, τοπικό και ευρωπαϊκό επίπεδο). Οι συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις είναι πολύ πιθανό να αυξήσουν την αβεβαιότητα. Ο εκλογικός κύκλος είναι σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση του οικονομικού κλίματος. Ο επιχειρηματικός κόσμος, αλλά και τα νοικοκυριά ενδεχομένως να μεταθέσουν επενδυτικές ή καταναλωτικές δαπάνες στο μέλλον.

Συνεπώς, η επικρατούσα αβεβαιότητα, επηρεάζει την οικονομική συμπεριφορά των ατόμων, που συνήθως αποτυπώνεται σε μια πιο συγκρατημένη επενδυτική και καταναλωτική δαπάνη.
Όμως, η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης είναι ανοικτή σε όλους τους επηρεασμούς από τα συμβαίνοντα εκεί. Το 2019 σίγουρα θα είναι ένα δύσκολο όσο και ενδιαφέρον έτος για την ΕΕ αλλά και την Ευρωζώνη.

Τα ζητήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν από τους ηγέτες των 28 ευρωπαϊκών χωρών, αλλά κυρίως από τις μεγάλες και ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έχουν τον πρώτο λόγο στις αποφάσεις είναι αρκετά. Είναι διαφορετικών ειδών, αλλά και αλληλεξαρτώμενα μεταξύ τους. Πρόκειται για ζητήματα πολιτικής και οικονομικής φύσεως.

Το κύριο πολιτικό πρόβλημα συνιστούν οι επερχόμενες ευρωεκλογές του Μαΐου. Αναμένεται εκλογική πτώση των δύο κυρίαρχων, μέχρι σήμερα ομάδων, των χριστιανοδημοκρατών και των σοσιαλιστών. Παράλληλα, αναμένεται άνοδος των ακροδεξιών-ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων. Η εξέλιξη αυτή πιθανά θα οδηγήσει σε σχετική αναδιάταξη των δυνάμεων του Ευρωκοινοβουλίου. Βεβαίως είναι δύσκολο να είμαστε μάρτυρες μεγάλων ανατροπών. Παρόλα αυτά μια συμπαγής ομάδα ακροδεξιών αντιλήψεων μπορεί να θέτει προβλήματα που βρίσκονται σε αντίθεση με την καθεστωτική τάξη των πραγμάτων, όπως ισχύει μέχρι σήμερα.

Η εκλογή νέου προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου αποτελεί ως εκ τούτου σημαντικό  ζήτημα λόγω και των σχετικά διευρυμένων αρμοδιοτήτων του οργάνου. Την ίδια περίοδο θα πρέπει να τοποθετηθεί και ο νέος επικεφαλής οικονομολόγος στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), σε αντικατάσταση του Peter Praet. Η επιλογή θα αποτελέσει το πρώτο δείγμα για το πως θα πορευθεί η ΕΚΤ τα επόμενα έτη.

Το Φθινόπωρο (μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου) η ΕΕ θα πρέπει να προχωρήσει στην τοποθέτηση νέων προσώπων στα τρία βασικά της όργανα, στην προεδρία της Ένωσης, στην προεδρία της Επιτροπής (και των επιτρόπων) και στην προεδρία της ΕΚΤ, σε αντικατάσταση του Τάσκ, του Γιούνκερ και του Ντράγκι. Γίνεται κατανοητό ότι πρόκειται για ζητήματα άκρως σημαντικά τα οποία αφορούν τα υψηλότερα αξιώματα της Ένωσης και κατά συνέπεια την πολιτική που θα ακολουθηθεί την επόμενη πενταετία.

Αναμένεται, εκ των πραγμάτων, όπως συμβαίνει πάντοτε στην ΕΕ, συνδιαλλαγή και σύγκρουση μεταξύ των χωρών μέχρι την οριστικοποίηση και την εγκαθίδρυση των νέων οργάνων, γεγονός που θα μεγαλώσει τις υπάρχουσες αβεβαιότητες. Ειδικά η επιλογή του προσώπου που θα διαδεχθεί τον Ντράγκι στη θέση του του προέδρου της ΕΚΤ είναι μεγάλης σημασίας.

O κίνδυνος αλλαγής

Είναι εξαιρετικά σημαντικό ο διάδοχος του να είναι κάποιος που θα συνεχίσει, τουλάχιστον, να διαβάζει την οικονομία, με τον τρόπο του Ντράγκι. Η συμβολή του στην σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας αναγνωρίζεται τουλάχιστον ως θετική, παρά τις εκφρασμένες αντιρρήσεις από χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Επομένως, όλες οι υποψηφιότητες που προέρχονται από τις χώρες αυτές εμπεριέχουν τον κίνδυνο αλλαγής της ακολουθούμενης μέχρι σήμερα νομισματικής πολιτικής.

Ίσως η υποψηφιότητα που βρίσκεται περισσότερο κοντά στην γραμμή Ντράγκι είναι αυτή του Διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας Francois Villeroy de Galhau. Οι υπόλοιποι υποψήφιοι είναι ο Γερμανός Jens Weidmann, πρόεδρος της Bundesbank, ο Erkki Liikanen, πρώην διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Φινλανδίας και διάδοχος του Olli Rehn. Αυτοί οι υποψήφιοι προμηνύουν διαφορετικές οπτικές ως προς χάραξη της νομισματικής πολιτικής, σε σύγκριση με τον Ντράγκι. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρώτο θέμα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η νέα ηγεσία της ΕΚΤ θα είναι η διαχείριση της πολιτικής της «ποσοτικής χαλάρωσης» και του ύψους των επιτοκίων.

Ίσως η πρώτη ένδειξη για το μέλλον της ΕΕ θα αποτελέσει το ποσοστό συμμετοχής των Ευρωπαίων πολιτών στις εκλογές του Μαΐου. Το 1979, στις πρώτες εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο η συμμετοχή ήταν στο 63% των εχόντων δικαίωμα ψήφου. Το 1994, 15 χρόνια μετά, μειώθηκε μόνο κατά έξι μονάδες, στο 57%. Στα επόμενα 15 έτη μειώθηκε κατά 15 μονάδες, κατρακυλώντας στο  43,2% (το ίδιο και το 2014). Είναι φανερή η προοδευτική αδιαφορία των Ευρωπαίων πολιτών για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότερο εμπεδώνεται η αντίληψη ότι οι ευρωεκλογές αποτελούν εκλογές δευτέρου επιπέδου.

Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά προβλήματα, κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν από ενδεχόμενη περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας το 2019, λόγω της αύξησης του εμπορικού προστατευτισμού, γεωπολιτικών κινδύνων και ευπαθειών στις αναδυόμενες οικονομίες. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με πιθανές αναταράξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και με το ενδεχόμενο μιας μη συντεταγμένης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ (Brexit), η οικονομική αβεβαιότητα επιτείνεται.

Σημαντική πηγή ανησυχίας

Η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας που, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με το Brexit, ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στην άνοδο των ελληνικών εξαγωγών και του τουρισμού. Στην Ευρωζώνη η επιβράδυνση το 2019 προβλέπεται πλέον σημαντικά μεγαλύτερη έναντι των προηγούμενων προβλέψεων.

Σύμφωνα με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει σε 1,1% το 2019 από 1,9% το 2018, ως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού εσωτερικών αλλά και διεθνών παραγόντων. Παραγόντων, οι οποίοι αποτελούν ανασχετικούς παράγοντες τόσο στην εγχώρια ζήτηση όσο και στις εξαγωγές της Ευρωζώνης.

Ο πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 1,2% το τρέχον έτος, έναντι 1,7% το 2018. Η οικονομική πολιτική αναμένεται να παραμείνει υποβοηθητική της ανάπτυξης, καθώς η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι εξαιρετικά διευκολυντική. Αλλά και η δημοσιονομική πολιτική προβλέπεται να είναι ελαφρώς επεκτατική το 2019. Ο εμπορικός προστατευτισμός και η αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των ΗΠΑ και των κυριότερων εμπορικών εταίρων τους εκτιμάται ότι είναι η κυριότερη αιτία της υποχώρησης των ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και των κινδύνων για τις προοπτικές της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Άλλοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί κίνδυνοι είναι το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος πολλών αναδυόμενων, αλλά και προηγμένων οικονομιών, οι έντονες διακυμάνσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς -όπως προαναφέραμε- και το ενδεχόμενο ενός Brexit χωρίς συμφωνία. Αυτονόητο είναι ότι όλες αυτές οι εξελίξεις θα επηρεάσουν την Ελλάδα, η οποία αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της ΕΕ αυτή την στιγμή, λόγω των πολλαπλών προβλημάτων που αντιμετωπίζει.

(ΠΗΓΗ)

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.