Θα φέρει η πανδημία το τέλος της κυριαρχίας του δολαρίου;

Γράφει ο Ευάγγελος Θεοδώρου

Πολλοί αναλυτές, ειδικά από τον Απρίλη και ύστερα, βλέποντας την αξία του δολαρίου να πέφτει ολοένα και περισσότερο, έχουν διατυπώσει τα ερωτήματα τους, σχετικά με το «τέλος της κυριαρχίας του δολαρίου» ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος.

«Μέσα στο 2021, το δολάριο θα απωλέσει το 20% της αξίας του», «μέσα στο 2021, ενδέχεται το δολάριο να καταρρεύσει και οι ΗΠΑ να βυθιστούν σε κρίση», είναι μόνο ορισμένες από τις εκφράσεις που έχουν γραφτεί για το θέμα, το τελευταίο διάστημα. Η πρώτη, ανήκει σε εκπρόσωπο της CitiBank. Η δεύτερη, στον Stephen Roach, διακεκριμένο οικονομολόγο του Πανεπιστημίου Yale.

Ο τελευταίος μάλιστα, με άρθρο του στο Bloomberg, εξηγούσε τον ισχυρισμό του, αναφερόμενος κυρίως σε έναν πολύ σημαντικό συνδυασμό παραγόντων: Στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ, το οποίο αυξάνεται, σε συνδυασμό με τα στοιχεία για το λεγόμενο καθαρό εθνικό ποσοστό αποταμίευσης (net domestic savings), δηλαδή, το άθροισμα των αποταμιεύσεων ατόμων, επιχειρήσεων και του κυβερνητικού τομέα, το οποίο κατέγραψε ρεκόρ μείωσης στο β’ και το γ’ τρίμηνο του 2020.

Οι δύο αυτές εξελίξεις είχαν ένα αποτέλεσμα: Οι ΗΠΑ να ζητούν «απεγνωσμένα», κεφάλαια από το εξωτερικό, καθώς, από τη μια δεν υπήρχε αποταμίευση εγχώριων κεφαλαιών, ενώ, από την άλλη, έπρεπε να τονωθεί η ανάπτυξη της οικονομίας. Η συγκεκριμένη πρακτική βέβαια, ήταν ένας από τους παράγοντες που συνέβαλε στην πτώση του αμερικανικού νομίσματος, καθώς, αύξησε ακόμα περισσότερο, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της αμερικανικής οικονομίας.

Παράλληλα, τα μηδενικά επιτόκια που διατηρεί η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED), ώθησαν τους επενδυτές να «τραβήξουν» χρήματα από τις  ΗΠΑ και να αναζητήσουν υψηλότερες αποδόσεις σε άλλες αγορές. Από την άλλη βέβαια, μ’ αυτόν τον τρόπο η FED, κατέστησε τους όρους των δανεισμών των νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ευνοϊκότερους, σε μια περίοδο που που η ανεργία αυξάνεται και η ύφεση της αμερικανικής οικονομίας, μεγαλώνει.

Όπως σημειώνει βέβαια ο Roach, εκτός από την πτώση του δολαρίου, ενδεχομένως να πρέπει να εστιάσει κανείς και στην άνοδο του ευρώ, για να αντιληφθεί πλήρως το ζήτημα: «Η Ευρωζώνη, χαρακτηριζόταν πάντα από ένα μείζον σφάλμα: Ναι μεν, είχε ένα κοινό νόμισμα, όμως δεν είχε κοινή δημοσιονομική πολιτική. Η στιγμή όμως που υπήρξε η συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης, ήταν ιστορική, παρέχοντας στην Ευρωζώνη το κομμάτι που της έλειπε και οδηγώντας στην άνοδο του Ευρώ», που αποτέλεσε μια δελεαστική λύση, για όσους επενδυτές ήθελαν να διαφοροποιηθούν από το δολάριο.

Στα παραπάνω, ασφαλώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει το Global Risks Insight, το δολάριο θεωρείται από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ένα ασφαλές «καταφύγιο» σε περιόδους αβεβαιότητας (εξ’ ού και η «ανθεκτικότητα» του κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2008, όταν πολλοί αναλυτές και πάλι έκαναν λόγο για «κατάρρευση του δολαρίου») και αυτός ήταν και ο λόγος που η αξία του αυξήθηκε σημαντικά μέχρι τον Απρίλη. Η ελπίδα όμως ότι, με την πάροδο του χρόνου και την αύξηση των εμβολιασμών, η παγκόσμια οικονομία θα ανακάμψει, ενδέχεται να ωθήσει τους επενδυτές σε πιο «ριψοκίνδυνα» περιουσιακά στοιχεία, ρίχνοντας την αξία του δολαρίου ακόμα περισσότερο.

Στο σημείο αυτό όμως τίθεται ένα σημαντικό ερώτημα: Μήπως υπάρχουν κερδισμένοι εντός των ΗΠΑ από ένα υποτιμημένο δολάριο;

Λαμβάνοντας υπόψιν λοιπόν ότι, ένα πιο αδύναμο δολάριο κάνει τα αμερικανικά προϊόντα που εξάγονται, περισσότερο ανταγωνιστικά, θεωρείται δεδομένο πως, ο βιομηχανικός τομέας των ΗΠΑ, ο οποίος έβλεπε τόσο πριν, όσο και στην αρχή της πανδημίας, τα προϊόντα του να ακριβαίνουν, πλέον, καθίσταται σαφές πως δε δυσανασχετεί με τη συγκεκριμένη εξέλιξη.

 

Και σ’ αυτήν την περίπτωση όμως, το θέμα είναι αρκετά πιο πολύπλοκο και σχετίζεται ακριβώς με τη θέση του δολαρίου ως το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο αμερικάνος επιχειρηματίας Bruce Wilds, έγραφε στη σελίδα του «Seeking Alpha» (μιας από τις μεγαλύτερες επενδυτικές κοινότητες παγκοσμίως), πως η πτώση της αξίας του αμερικανικού νομίσματος «αποτελεί ένα μεγάλο ρίσκο».

Το «ρίσκο», στο οποίο αναφέρεται ο Wilds, δεν αφορά βέβαια μόνο την πτώση της αξίας του, αλλά την εξασθένιση του δολαρίου σε τέτοιο βαθμό, που θα φέρει το τέλος της κυριαρχίας του ως παγκόσμιο αποθεματικό.

Τι θα σήμαινε αυτό;

Αρχικά, όπως αναφέρουν και οι Simon Tilford και Hans Kundnani στο Foreign Affairs, σε μια τέτοια περίπτωση, οι ΗΠΑ, δε θα είχαν πλέον τη δυνατότητα να εξάγουν… δολάρια, αντί για αγαθά, όπως κάνουν τις τελευταίες δεκαετίες, κατά τις οποίες του εμπορικό τους έλλειμμα διογκώνεται συνεχώς.

«Η κυριαρχία του δολαρίου πηγάζει από την ζήτηση που υπάρχει για αυτό σε όλο τον κόσμο. Το ξένο κεφάλαιο ρέει στις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή είναι ένα ασφαλές μέρος για να τοποθετήσεις χρήματα και επειδή υπάρχουν λίγες άλλες εναλλακτικές. Αυτές οι εισροές κεφαλαίων υπερβαίνουν εκείνες που χρειάζονται για την χρηματοδότηση του εμπορίου κατά πολλές φορές, και κάνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν ένα μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ζουν πέρα από τα μέσα που διαθέτουν, αλλά φιλοξενούν το περισσευούμενο κεφάλαιο του κόσμου», εξηγούν σχετικά οι Simon Tilford και Hans Kundnani.

Κατά δεύτερον, το τέλος της κυριαρχίας του δολαρίου ως παγκόσμιο αποθεματικό, θα έφερνε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, για πρώτη φορά πραγματικά αντιμέτωπες με το τεράστιο εξωτερικό χρέος τους που ανέρχεται σε σχεδόν 30 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Τρίτον, οι ΗΠΑ, δεν θα μπορούσαν να χρηματοδοτούν και τους πολεμικούς τους εξοπλισμούς, μέσω των οποίων διατηρούν την στρατιωτική κυριαρχία τους σε όλο τον κόσμο.

Παρ’ όλα αυτά όμως, όπως γράφουν και πάλι οι Simon Tilford και Hans Kundnani, τα τελευταία χρόνια, που η Κίνα καταλαμβάνει την πρώτη θέση ως ισχυρότερη οικονομία, και ενώ η ζήτηση για δολάρια συνεχίζει να αυξάνεται, η κυριαρχία του δολαρίου προκαλεί (και εντείνει) την ήδη τεράστια πόλωση και τις ανισότητες στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τον τραπεζικό τομέα, να ασκεί υπερβολική επιρροή στην οικονομική πολιτική της χώρας, ενώ, από την άλλη πλευρά, ο βιομηχανικός τομέας και οι οι εργάτες που απασχολούνται σε αυτόν πλήττονται σε εξαιρετικό βαθμό. Μάλιστα, οι Tilfold και Kundani, διατύπωσαν το αίτημα, ώστε οι ΗΠΑ, να αποχωρήσουν «οικειοθελώς», από τη θέση του «παγκόσμιου τραπεζίτη».

Το σίγουρο είναι πάντως, ότι, μια κατάρρευση του δολαρίου, ή και αντίθετα, μια ακόμη απόδειξη της «ανθεκτικότητας» του αμερικανικού νομίσματος, θα είχε επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες, μένει να φανούν.

Πηγή

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.