Τι θέλει και τι μπορεί να κάνει ο Σαμαράς…

Οι γνωρίζοντες τον χαρακτήρα του ανδρός αποκαλούν τον Αντώνη Σαμαρά “επίμονο άνθρωπο”. Ορισμένοι, λιγότερο καλοπροαίρετοι, ακόμα και εμμονικό. Εκείνο που είναι δύσκολο να απαντηθεί είναι εάν η συνέντευξή του στην “Καθημερινή” και στον πολύ καλό πολιτικό συντάκτη Σταύρο Παπαντωνίου αποτελεί “προάγγελο” ή είναι μόνο μια στιγμιαία έκρηξη ενός θυμωμένου ανθρώπου.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Στο Μέγαρο Μαξίμου είναι προφανές πως όσα είπε στην “Καθημερινή” ο πρώην πρωθυπουργός προκάλεσαν δυσφορία και ανησυχία. Όταν η επιχειρηματολογία στελεχών της κυβέρνησης εστιάζει στην μικρή “βαβέλ” των τάσεων του ΣΥΡΙΖΑ, ή στο κείμενο ολίγων για τον Κουφοντίνα, το να διαπιστώνεται μια μεγάλη “τρύπα” στο κυβερνητικό αφήγημα του “όλα βαίνουν καλώς”, και δη από έναν πρώην πρωθυπουργό, αποτελεί σοβαρό πολιτικό θέμα.

Για να είμαστε ειλικρινείς, μικρότερη αξία έχουν όσα υποστηρίζει ο Αντώνης Σαμαράς σε αυτή τη συνέντευξη, από το γεγονός ότι επιλέγει να τα πει την παραμονή των διερευνητικών επαφών στην Κωνσταντινούπολη και μάλιστα με το ύφος της μομφής προς το σύνολο της κυβερνητικής στρατηγικής στην εξωτερική πολιτική. Διότι ως προς την ουσία των λεχθέντων, ο πρώην πρωθυπουργός εκπροσωπεί μια μειοψηφία του πολιτικού φάσματος. Υπέρ των διερευνητικών επαφών (εξ΄ επιλογής ή εξ΄ανάγκης) έχουν ταχθεί τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, μάλιστα, με υψηλό φρόνημα συναίνεσης. Υπέρ της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, εφόσον καταστεί εφικτή η εκπόνηση συνυποσχετικού, επίσης τάσσονται οι περισσότεροι. Άρα, ως προς τούτα, η άποψη Σαμαρά είναι μειοψηφική έως απομονωμένη. Ο ίδιος, όμως, ο πρώην πρωθυπουργός καθόλου απομονωμένος δεν είναι. Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα.

Οι απόψεις του έχουν αναμφίβολα οπαδούς στην υπερδεξιά πτέρυγα της Ν.Δ και στο πιο δεξιό –εκτός Ν.Δ- τμήμα του πολιτικού φάσματος. Πριν την Συμφωνία των Πρεσπών διατεινόταν πως η καλύτερη λύση ήταν να αφεθεί ο βόρειος γείτονας στις εσωτερικές φυγόκεντρες τάσεις του (εθνικιστές του VMRO και αλβανόφωνοι) μέχρις διαμελισμού. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις τον διέψευσαν αλλά δεν αναμένει κανείς να αποστεί τώρα από τις πάγιες θέσεις του. Εκείνο, βεβαίως, που τον εξοργίζει είναι πως ενώ η Ν.Δ είχε στεγαστεί κάτω από την σημαία που ο ίδιος περιέφερε στα συλλαλητήρια των “μακεδονομάχων” τώρα υιοθετεί πλήρως την στρατηγική των “μειοδοτών” της προηγούμενης διακυβέρνησης.

Μια τέτοια διαχωριστική γραμμή χαράσσει τώρα και στα ελληνοτουρκικά. Κατηγορώντας εμμέσως την κυβέρνηση του κόμματός του πως προσχωρεί στο “δόγμα του κατευνασμού” προσπαθεί να δείξει έναν άλλο δρόμο. Αυτόν της οχύρωσης και της αδράνειας σε συνδυασμό με ένα μοντέλο στρατιωτικής αποτροπής, δίχως, όμως, να εξηγεί επαρκώς που μπορεί να οδηγήσει κάτι τέτοιο. Ιδιαίτερα όταν οι συμμαχίες τις οποίες επικαλείται προτάσσουν την σύγκλιση της ΕΕ με την Τουρκία. Ακόμα και η ειδική αναφορά στον ρόλο της Γαλλίας μοιάζει παρωχημένη εάν σκεφτεί κανείς την “λαμπερή” απουσία του Εμανουέλ Μακρόν από το μέτωπο υπέρ των κυρώσεων στην συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο. Και σε κάθε περίπτωση, με τις συμφωνίες για τα Rafale, πιθανώς και τις φρεγάτες Belhara, αυτή η σχέση μπορεί κάπως να αποκατασταθεί.

Έχει, ωστόσο, δίκιο όταν λέει πως οι διερευνητικές επαφές με την Τουρκία είναι πολύ πιθανό να αξιοποιηθούν ως πρόσχημα για να ακυρώσουν επί της ουσίας την προσπάθεια επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μσρτίου. Εκείνο που δεν είπε, βεβαίως, είναι πως το χαρτί των κυρώσεων έχει καεί εδώ και καιρό και πως ακόμα κι αν ναυαγήσουν οι διερευνητικές οι Γερμανοί θα βρουν κάποιο νέο πρόσχημα, η δε κυβέρνηση δεν έχει επιδείξει ιδιαίτερη ζέση και ούτε φαίνεται πως θα επιδείξει στο προσεχές μέλλον.

Η συνέντευξη Σαμαρά, από την άλλη, συνιστά την αναβίωση ενός μοντέλου που το ζήσαμε πριν από 27 χρόνια, όταν ο ίδιος άνθρωπος με σημαία το Μακεδονικό συνέτριβε πολιτικά την κυβέρνηση του αείμνηστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η επιμονή του Αντώνη Σαμαρά στα εθνικά θέματα είναι εξώφθαλμη και αυτό περιορίζει σε μεγάλο βαθμό και το ίχνος της παρέμβασης του επιδιώκει. Το 2021 δεν είναι 1993.

Τώρα, εκδηλώνει μια επιθετική κίνηση προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ξανά με ατζέντα το Μακεδονικό και τα ελληνοτουρκικά. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Με τη διαφορά πως αυτή τη φορά είναι μάλλον απίθανο να προκαλέσει πολιτική ζημιά, όπως έκανε το 1993.

Είναι ενδεικτικό πως σχεδόν κανένα φιλοκυβερνητικό μέσο ενημέρωσης δεν του αφιέρωσε χώρο και χρόνο που συνήθως αρμόζει σε παρεμβάσεις –και δη ηχηρές– πρώην πρωθυπουργών. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με την επιμονή των ίδιων ΜΜΕ στις …τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, την ώρα που εκδηλώνεται η γιγαντιαία “τάση” Σαμαρά στη Ν.Δ, αλλά αφορά το ότι ακόμα και οι σύμμαχοι του πρωην πρωθυπουργού στο κόμμα του, στα μίντια και στην επιχειρηματική ελίτ δεν πρόκειται να διακινδυνεύσουν (ακόμα) την κυβερνητική σταθερότητα και τους σχεδιασμούς τους.

Το Μέγαρο Μαξίμου σιώπησε για την παρέμβασή του και ελάχιστοι –όπως ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης (ενθυμούμενος, φυσικά, ότι είναι και…Βαρβιτσιώτης) – υπενθύμισαν πως διερευνητικές επαφές και δη με διευρυμένο περιεχόμενο (και με την παρουσία 10 Τούρκων υπουργών στην Αθήνα) πραγματοποιήθηκαν και το 2014 επί κυβερνήσεως Σαμαρά.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι τι θέλει ο Αντώνης Σαμαράς αλλά τι μπορεί να κάνει με αυτή την παρέμβασή του. Επ΄ αυτού οι απόψεις ποικίλλουν. Αλλοι θεωρούν πως ακόμα και οι ευεργετηθέντες απ΄ αυτόν υπουργοί και βουλευτές (όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης που τον αποκαλούσε τον “καλύτερο πρωθυπουργό της μεταπολίτευσης”) δεν πρόκειται να θυσιάσουν τη σχέση τους με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και να διαταρράξουν τη νομή της εξουσίας στην οποία συμμετέχουν. Άλλοι, πάλι, λένε πως δεν χρειάζεται να δηλώσουν ενθουσιασμένοι για τις απόψεις του ο Άδωνις, ο Βορίδης, ο Κατσανιώτης, ο Καραγκούνης, ο Βαρτζόπουλος και άλλοι εκ των επίλεκτων της παλαιάς φρουράς του και πως αρκεί η καταγραφή και η υποφώσκουσα απειλή για το μέλλον. Αλλά ποιο μέλλον;

Τα περί νέου κόμματος ανήκουν στη σφαίρα της πολιτικής φαντασίας, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα. Ο επίμονος Σαμαράς, ωστόσο, δεν χρειάζεται να φτάσει έως εκεί. Το γάντι που έριξε στον πρωθυπουργό με την συνέντευξή του αφορά, σε πρώτη φάση, τα εφαρμοστικά νομοσχέδια που απορρέουν από την Συμφωνία των Πρεσπών και τα οποία η κυβέρνηση δεν μπορεί να καθυστερεί επ΄ άπειρον. Όταν έρθουν προς ψήφιση –και φυσικά ζητηθεί ονομαστική ψηφοφορία από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως έχει προαναγγείλει ο Αλέξης Τσίπρας-, ο Αντώνης Σαμαράς θα έχει δώσει ήδη το σήμα με την καταψήφισή τους, ή έστω με την αποχή του από την ψηφοφορία. Τι θα πράξουν, τότε, οι βουλευτές επιρροής του; Τι θα πράξουν καμια 30αριά βουλευτές της Βόρειας Ελλάδας που αντιμετωπίζουν τουλάχιστον με δυσανεξία την προσήλωση του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών στην “μειοδοτική” –κατ΄ αυτούς– Συμφωνία των Πρεσπών; Εάν βρίσκονταν οκτώ ή και λιγότεροι βουλευτές που θα ακολουθούσαν το παράδειγμα του πρώην πρωθυπουργού, οι κλυδωνισμοί θα ήταν πολύ έντονοι και θα επιβεβαιωνόταν η επισήμανση του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΚΙΝ.ΑΛ ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης τελεί υπό την ιδιότυπη πολιτική ομηρία του πρωην πρωθυπουργού.

Βεβαίως, στην πολιτική όλα λύνονται εάν υπάρχει διάθεση για συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μπορούσε να διευθετήσει το θέμα με ένα τηλεφώνημα, μια συνάντηση και την αποδοχή κάποιων όρων που ενδεχομένως θέτει ο Αντώνης Σαμαράς. Θα είναι, όμως, αυτός ένας επώδυνος συμβιβασμός που θα αναιρούσε σε κάποιο βαθμό την εικόνα ηγεμονίας που θέλει να εκπέμπει το Μέγαρο Μαξίμου.

Όπως και να’ χει, ο πρωθυπουργός πρέπει να λύσει το “θέμα Σαμαρά”. Και πρέπει να το λύσει τώρα. Διότι όταν γίνει εντονότερη η κυβερνητική φθορά και…μυρίσουν εκλογές, ο συμβιβασμός θα γίνει πιο δύσκολος και ετεροβαρής.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.