Παλιά Ελληνικά Χριστούγεννα

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ  ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Παλιά Ελληνικά Χριστούγεννα ! Χωριάτικα σπιτάκια σφιχταγκαλιασμένα  με χιονισμένα κεραμίδια και καμινάδες , που ρουθουνίζουν καπνό από δέντρο και πουρνάρι . Βουνοπλαγιές κάτασπρες που σελαγίζει ο βοριάς και ουρανός σκυθρωπός με μαύρα συννεφιασμένα φρύδια Τα ζώα κλεισμένα στα παχνιά μασουλίζουν ξερό χόρτο και νοσταλγούν τις πράσινες, ανοιξιάτικες ραχούλες . Ο σπόρος , θαμμένος στο χιόνι , κοιμάται υπομονετικά και καρτερά την άνοιξη να τον ξυπνήσει . Το κρασί είναι στο βαγένι και το κελάρι , κάτω απ’ την παλιά καμάρα , είναι γεμάτο με το ταΐνι του χειμώνα . Μαύρα κοράκια τραμπαλίζονται στις κορφές των κυπαρισσιών , αναποφάσιστα για πού να τραβήξουν . Σπουργίτες βιαστικοί τσιμπολογάνε το καλαμπόκι και το στάρι στα κοτέτσια μαζί με τα πουλερικά κι ύστερα «τρέχουν» ξανά στις ζεστές «δανεικές» φωλιές τους . Τζάμια θολά από τη χύτρα με τον τραχανά και τις χυλοπίτες που βράζει στη γωνιά και μυτούλες παιδικές κολλημένες πάνω τους ν’ αγναντεύουν το χιόνι και να τραγουδούν λαχανιασμένα το τραγουδάκι που έχουνε μάθει στο αλφαβητάρι με το Μίμη , την Άννα , την Έλλη και τη Λόλα :

«Κάνει κρύο παγωνιά

Θέλω τζάκι και γωνιά .»

Ολόκληρη η οικογένεια , συμμαζεμένη γύρω από τ’ αναμμένο τζάκι , θρέφει μέσα στις κόκκινες γλώσσες της φωτιάς τ’ όνειρο για τη φετινή σοδειά , σκαλίζει τα κούτσουρα και μιλάει γι’ αυτά που πέρασαν και για κείνα που θα ‘ρθουνε . Τ’ «Αγιο-Φιλίππου» απόκρεψαν για τα Χριστούγεννα , καθώς έκανε κι ο φτωχός ζευγάς ο Φίλιππας , ο Απόστολος του Χριστού , που για να αποκρέψει με την οικογένειά του έσφαξε το μοναδικό του βόιδι , που το ‘χε για καμάτεμα , αλλά το πρωί το βρήκε στο στάβλο ζωντανό , αφού ο Θεός του ανταπόδωκε την Αγάπη του και την Ανθρωπιά του . Καταπόδι τ’ Αγιο-Φιλίππου  γιορτάσανε τα «ΝικολοΒάρβαρα» και τώρα , το βράδυ της παραμονής , καρτεράνε τη Γέννηση του Χριστού τους να μερέψει τις καρδιές των ανθρώπων και να ξαναγεννήσει την Ελπίδα  και το Φως .

Το Χριστόξυλο , ο «Δωδεκαμερίτης» , είναι κιόλας έτοιμο μέσα στο τζάκι . Το ’κανε διαλεχτό απ’ το δάσος , εδώ και καιρό ,  ο νοικοκύρης και σε λίγο θ’ ανάψει την τεράστια φλόγα του , για να ζεστάνει το νεογέννητο Χριστούλη και δε θα σβήσει ως να τελειώσουν οι δώδεκα μέρες , από την παραμονή του Χριστού ως τα Θεοφάνεια , στις 6 του Γενάρη .

«Σαν απόψε η κυρά μας , η Παναγιά , θα γεννήσει τον αφέντη το Χριστό . Ανάβουμε τη φωτιά στο τζάκι για να ζεσταθούνε Μάνα και Παιδί» , λένε οι Άγιες Γιαγιάδες .

Εκεί , πλάι ακριβώς στη λαμπρή χριστουγεννιάτικη φωτιά  , μαζί με τη μασιά και την τσιμπίδα , είναι ακουμπισμένο και το υνί του αλετριού , για να πάρει κι αυτό την ιερή δύναμή της και να φέρνει το όργωμά του την καλή σοδειά .

Τούτη η χριστουγεννιάτικη φωτιά , «πυρ ιερόν και αποτρόπαιον» , θα κρατήσει μακριά και τα καλικατζάρια που , αφήνοντας στη μέση το πριόνισμα του δέντρου που βαστάει από κάτω τη γη , θ’ ανεβούν στον απάνου κόσμο για να πειράξουν τους ανθρώπους και να μαγαρίσουν τα σπίτια τους  , μπαίνοντας μέσα από ανοιχτά ξεχασμένα παραθύρια και πόρτες  , ή , ακόμα καλύτερα , από τις καμινάδες .

Ήδη , έξω από τις πόρτες μερικών σπιτιών κρέμονται κόσκινα και αλλού τούφες-τούφες λινάρι .  Εκεί , ο καλικάτζαρος που θα πάει να μπει το βράδυ  στο σπίτι , σαν περίεργος που είναι , θα σταθεί να μετρήσει τις τρύπες του κόσκινου ή τις κλωστές του λιναριού . Θα χάνει όμως συνέχεια το μέτρημα και θα ξαναρχίζει απ’ την αρχή . Έτσι θα καθυστερήσει όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί , θα τον βρει ο ήλιος και θα τρέξει το μαύρο ζαγάρι να χαθεί στα έγκατα της γης , πριν προλάβει να μπει στο σπιτικό για να το μαγαρίσει , να κάνει του κόσμου τις ζημιές , να κατουρήσει και να σβήσει τη χριστουγεννιάτικη φωτιά και να πειράξει τους νοικοκυραίους .

Τη νύχτα της Παραμονής , λένε , πως τα Ουράνια ανοίγουν για μια , μόνο , στιγμή , και πολλοί άνθρωποι θα ξαγρυπνήσουν αυτή τη νύχτα ως τα μεσάνυχτα για να δουν τον Ουρανό ν’ ανοίγει , να προφτάσουν τη Θεϊκή Λάμψη και να πούνε μια ευχή , που θα πιάσει , ό,τι κι αν ζητήσουνε .

Το πρωί της παραμονής , πριν ακόμα χαράξει , τα παιδιά του χωριού , τυλιγμένα στα βαριά πανωφόρια τους , κρατώντας μεγάλα ραβδιά και αναμμένα φαναράκια , φέρνουν σ’ όλα τα χωριατόσπιτα το μεγάλο μήνυμα της Γέννησης του Χριστού , μαζί με τις ευχές τους για γεροσύνη του σπιτιού και υγεία και προκοπή των ανθρώπων του.

«Καλήν εσπέραν άρχοντες

Αν είναι ορισμός σας

Χριστού την Θεία Γέννηση

Να ειπώ στ’ αρχοντικό σας .

……………………………

Ας είν’ καλά τα’ αλέτρι σου

Θεός να το πλαταίνει

Για να θερίζεις σταυρωτά

Να δένεις αντρειωμένα .

Εδώ σε τούτες τις αυλές

Τις μαρμαροστρωμένες

Εδώ ’χουν χίλια πρόβατα

Και τρεις χιλιάδες γίδια .»

Τότες , τα σκοτεινά παράθυρα φωτίζονται , οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα και τα σακούλια των παιδιών γιομίζουν με κουλούρια , κάστανα , καρύδια , μύγδαλα , σταφίδες , γλυκίσματα αλλά και δεκαρίτσες ανάλογα με το «έχει» του κάθε νοικοκύρη . Ένα από τα παιδιά της συντροφιάς , το πιο τυχερό , που έχει ΚΑΙ τους δυο γονήδες του , το καλούνε οι νοικοκυραίοι μέσα στο σπίτι και το βάζουνε να ανακατέψει πρώτο τη χριστουγεννιάτικη φωτιά με ένα ραβδί , λέγοντας την ευχή :

 « Πουλιά , κατσίκια , αρνιά , γρόσια».

Κοντά στο ξημέρωμα των Χριστουγέννων γλυκόλαλες καμπάνες από χιονισμένα καμπαναριά σπάζουν τη γαλήνη της νύχτας με το τραγούδι τους . Το βράδυ αυτό το ευλογημένο , μέσα σε μια μακρινή σπηλιά που ήτανε για αχούρι των ζώων γεννήθηκε το Παιδί Όλων των Ανθρώπων . Οι  τσοπάνηδες είχανε την ευλογία πρώτοι να το δούνε και να το προσκυνήσουνε και ύστερα οι τρεις Μάγοι με τα Δώρα προσκυνήσανε κι εκείνοι και τώρα έχουνε πάρει το δρόμο της επιστροφής στις μακρινές τους πατρίδες . Τώρα είναι η σειρά των ανθρώπων . Τα έρημα , σκοτεινά σοκάκια του χωριού γεμίζουν φώτα ιλαρά , κουβέντες χαμηλές και γδούπους από βαριά πατήματα . Στη μέση του χωριού η εκκλησούλα λουσμένη στο φως των κεριών και των καντηλιών καλωσορίζει τούτους τους «Νήπιους» ξωμάχους με την αγνή και απονήρευτη ψυχή που σε λίγο θα ανατριχιάσουν σύγκορμοι σαν ο παπάς κι ο ψάλτης αντάμα θα ψάλλουν το μεγάλο άγγελμα :

«Χριστός γεννάται δοξάσατε * Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε * Χριστός επί γης υψώθητε * . Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη * και εν ευφροσύνη  * ανυμνήσατε λαοί  * ότι δεδόξασται.…»

Μεσημέρι Χριστουγέννων και το γιορτινό τραπέζι είναι καλοστρωμένο . Χτες , την Παραμονή , όσοι είχανε , σφάξανε τα χοιρινά τους . Οι άλλοι μιαν όρνιθα … έναν πετεινό … ένα κατσίκι … . Σήμερα , ανήμερα τα Χριστούγεννα , το κρέας , μαγειρεμένο με τη σοφία των χρόνων από τη νοικοκυρά , αχνιστό και μυρωδάτο , περιμένει την οικογένεια να κάτσει στο τραπέζι . Στο βάθος του τζακιού ξεχωρίζει το κατωσάγονο του χοιρινού που ξεκοκαλισμένο και γυμνό κρέμεται εκεί για γούρι αλλά και για φόβητρο στους καλικάτζαρους . Στη μέση του τραπεζιού , πλάι στη γυάλινη καράφα με το κοκκινέλι , μαζί με τους κουραμπιέδες , τα μελομακάρονα και τη γαλατόπιτα , καμαρώνει το μεγάλο Χριστόψωμο που ζύμωσε η νοικοκυρά με τις οδηγίες της σοφής γιαγιάς  . Στο κέντρο του ένας μεγάλος Σταυρός και γύρω – γύρω κάθε λογής πλουμίδια από ζυμάρι , που παρασταίνουνε προβατίνες , κατσίκια , βόδια, αλέτρια  και οτιδήποτε άλλο έχει σχέση με τη σοδειά και την προκοπή του σπιτιού . Γύρω στο τραπέζι το χριστουγεννιάτικο κάθονται όλοι : Παιδιά , εγγόνια , γιαγιάδες , παππούδες και γονιοί , νύφες και πεθερές  και συγγενήδες όλοι , καμιά φορά και ξενιτεμένοι που βρήκαν το δρόμο του γυρισμού . Ο πατέρας , «ο στύλος του σπιτιού», σταυρώνει με το μεγάλο μαχαίρι το Χριστόψωμο και εύχεται : « Χρόνια Πολλά και του Χρόνου»! Ύστερα κόβει το ψωμί και μοιράζει σ’ όλους  από μια φέτα , χωρίς να λησμονάει τους ξένους και τον φτωχό ζητιάνο που θα χτυπήσει τη μέρα εκείνη την πόρτα του . Αν ίσως το ’χουνε έθιμο σε τούτο το χωριό , δεν κόβουνε το Χριστόψωμο , μόνο καρτερούνε να περάσει πρώτα ο παπάς του χωριού . Την ώρα που ο παπάς διαβάζει την ευχή , οι άνθρωποι του σπιτιού σηκώνουνε , όλοι μαζί , ψηλά το Χριστόψωμο με το δεξί τους χέρι . Ύστερα ο παπάς , αφού τελειώσει την ευχή , παίρνει το Χριστόψωμο , το κρατάει πάνω απ’ το κεφάλι του και με μια απότομη κίνηση το σπάζει στη μέση . Αν το μεγαλύτερο κομμάτι βρεθεί στο δεξί του χέρι , τότε όλα προμηνύονται καλά για τη χρονιά που έρχεται . Αν το μεγαλύτερο κομμάτι βρεθεί στο αριστερό του χέρι , τότε η χρονιά θα ’ναι δύσκολη για τα ζωντανά και τα γεννήματα .  Πριν αρχίσουνε να φάνε ο νοικοκύρης , για να τιμήσει τους φιλοξενούμενους , αρχίζει ένα τραγούδι  :

«Απόψε στο σπιτάκι μου έχω χαρά μεγάλη

τον άγγελό μου φίλευα και το Χριστό κερνούσα

και την κυρά την Παναγιά τη σταυροπροσκυνούσα,

να μου χαρίσει τα κλειδιά , κλειδιά του παραδείσου».

Μετά , αφού σταυροκοπηθούνε όλοι , ρίχνονται με όρεξη στο χριστουγεννιάτικο φαγητό , τα ποτήρια αδειάζουν και γεμίζουν ξανά και ξανά και το ευλογημένο κρασί κυλάει στις φλέβες , φτάνει στο κεφάλι , «πνίγει» κάθε στεναχώρια και σκοτούρα και φέρνει τα τραγούδια και τα τραγούδια τους χορούς :

«Τούτη η γης , κυρά Γιώργαινα

Τούτη η γης που την πατούμε

Τούτη η γης που την πατούμε

Ούλοι μέσα θε να μπούμε» !

Ο αθάνατος , αιώνιος Έλληνας που τραγουδάει και χορεύει το θάνατο , επειδή αγαπάει τη ζωή .

Κι όταν αποστάσουνε από το γλεντοκόπι , έρχεται η ώρα των δώρων της καρδιάς : Η νύφη κάνει δώρο στην πεθερά της μια πλουμιστή κουλούρα ή ό,τι άλλο κι η πεθερά δίνει στη νύφη τα δικά της τα δώρα  . Κι ένας στον άλλονε κι ο μικρός στο μεγάλο κι ο μεγάλος στο μικρό όλοι παίρνουνε στα χέρια ένα δώρο που δεν είναι δα και τίποτα σπουδαίο είναι όμως πιο ατίμητο κι από το χρυσάφι γιατί είναι δώρο της καρδιάς και η καρδιά δε ζυγιάζεται και δεν αποτιμιέται . Κι ανοίγουνε μετά οι αγκαλιές και γίνουνται όλοι ένας κι ο ένας όλοι , γιατί βάλανε το Χριστό στην καρδιά τους και νιώσανε το μήνυμα της Γέννησης χωρίς να χρειαστεί να τους το εξηγήσει κανένας αφού :

« Εάν τω εσχάτω αποκαλυφθεί , ο πρώτος σιγήτω…»

Μετά , κι άλλα ξύλα μπαίνουνε στο τζάκι κι η γιαγιά παίρνει μια χούφτα στάρι και το ρίχνει στη φωτιά . Με τα έμπειρα μάτια της , τα προικισμένα με τη Σοφία των Αιώνων , παρατηρεί πώς πηδάνε οι κόκκοι του σιταριού μέσα στη φωτιά κι ύστερα μαντεύει : Κάποιος θα ζήσει … κάποιος θ’ αρρωστήσει … κάποιος θα ξενιτευτεί … κάποιος θα πλουτίσει … κάποιος θα παντρευτεί … !

Και τ’ αγγόνια , μαγεμένα απ’ τη θαλπωρή του τζακιού κι απ’ το χορό της φωτιάς , τραβάνε τη γιαγιά απ’ το μανίκι και τηνε παρακαλάνε ν’ αρχίσει τα παραμύθια . Κι εκείνη αρχίζει ν’ ανιστορεί για το μυλωνά που ξενυχτούσε κάποια Χριστούγεννα στον ερημικό το μύλο κάτω στη ρεματιά και που ύστερα από μεγάλη υπομονή δε βάσταξε άλλο και μ’ ένα αναμμένο δαυλί κατάκαψε το θρασύ καλικάτζαρο που ζύγωσε απαιτητικός να του μαγαρίσει με ένα σφαρδάκλι και να του πάρει τη σούφλα με το μοναδικό του ψητό κρέας .

«Αληθείς  Ορθόξοι Παλαιοί Έλληνες» !!!

Καλά Χριστούγεννα !!!

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.