Γιατί το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των F-16 αποτελεί εξοικονόμηση και όχι δαπάνη

του Ειδικού Συνεργάτη απο το neasellida.gr
Το πρόσφατο ταξίδι του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στις ΗΠΑ σημαδεύτηκε, μεταξύ άλλων, από τη δημοσιοποίηση της πρότασης της Αμερικανικής Κυβέρνησης για το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού 123 αεροσκαφών τύπου F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας. Το προσφερόμενο συνολικό τίμημα των περίπου 2 δις ευρώ (σύμφωνα με την ανακοίνωση της Υπηρεσίας Αμυντικής Συνεργασίας των ΗΠΑ (DSCA)), προκάλεσε εύλογο προβληματισμό, δημιουργώντας ερωτήματα ως προς την αναγκαιότητα, τις διαθέσιμες εναλλακτικές, τις παραμέτρους αλλά και την ενδεχόμενη απόφαση της κατά προτεραιότητα εκτέλεσης του προγράμματος.
Οφείλουμε να διευκρινίσουμε πως με βάση τη διεθνή εμπειρία, το συνολικό κόστος, αν και απέχει σημαντικά από τις αρχικές εκτιμήσεις, δεν θεωρείται υψηλό για το εύρος και το είδος της αναβάθμισης. Η σύγκριση κόστους ενός προγράμματος εκσυγχρονισμού δεν είναι εύκολη διαδικασία καθώς παράγοντες, συνήθως μη δημοσιοποιήσιμοι, όπως το συνοδευτικό πακέτο υποστήριξης, η σύνθεση του συστήματος, η παρούσα κατάσταση του υλικού, το χρονοδιάγραμμα πληρωμών, η μεταφορά τεχνογνωσίας κλπ έχουν σημαντική επίπτωση στην τελική διαμόρφωσή του. Ενδεικτικά όμως αναφέρουμε ότι αντίστοιχες αναβαθμίσεις για τις αεροπορίες του Μπαχρέιν και της Ταϊβάν, κοστολογήθηκαν σε $1,1 δις για 20 F-16 Block 40 και $5,3 δις για 144 F-16A/B MLU αντίστοιχα.
Σήμερα, ο αεροπορικός στόλος της Πολεμικής Αεροπορίας αποτελείται από 232 μαχητικά αεροσκάφη, με τα F-16 να αποτελούν τον κύριο κορμό του, αριθμώντας 155 αεροσκάφη τεσσάρων διαφορετικών εκδόσεων, αγορασμένα το 1987, το 1993, το 1999 και το 2005. Η ανομοιογένεια του στόλου των F-16 δημιουργεί επιχειρησιακά προβλήματα και αυξημένο λειτουργικό κόστος συντήρησης, ενώ οι παλαιότερες εκδόσεις υστερούν τεχνολογικά και αδυνατούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις υπάρχουσες και μελλοντικές απειλές. Το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού αντιμετωπίζει σε μεγάλο βαθμό το ζήτημα της ομοιοτυπίας και της σταδιακής τεχνολογικής απαξίωσης των μαχητικών, ενώ διατηρεί και εκμεταλλεύεται τις υποδομές, την επένδυση και την μακροχρόνια εμπειρία της Πολεμικής Αεροπορίας στον συγκεκριμένο τύπο αεροσκαφών.
Συγκριτικά, ενδεχόμενη εναλλακτική προμήθεια αεροσκαφών νέου τύπου (F-35, Rafale, Eurofighter κλπ), αν και θα προσέδιδε επιμέρους ανώτερες επιχειρησιακές ικανότητες, αποτελεί επιλογή υψηλότατου κόστους, τόσο για την αγορά των αεροσκαφών όσο και για τη δημιουργία καινούργιας υποδομής υποστήριξης. Σημειώνεται ότι το μέσο κόστος ενός δυτικού μαχητικού αεροσκάφους τελευταίας γενιάς, είναι της τάξης μεγέθους των $100 εκατομμυρίων σε flyaway διαμόρφωση, δηλαδή χωρίς συνοδευτικό πακέτο υποστήριξης. Η αναβάθμιση του υπάρχοντος στόλου μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας προσφέρει τη βέλτιστη σχέση κόστους / αποτελεσματικότητας και με δεδομένες τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, ίσως τη μόνη εφικτή επιλογή διατήρησης της αεροπορικής μαχητικής ισχύος.
Υπάρχουν όμως δύο κρίσιμα σημεία τα οποία η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ θα πρέπει να μελετήσει με προσοχή πριν πάρει τις τελικές της αποφάσεις και προχωρήσει στην υπογραφή της σχετικής σύμβασης. Το πρώτο αφορά την εμπλοκή της ΕΑΒ στο πρόγραμμα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η αμερικανική πλευρά έχει προτείνει οι εργασίες αναβάθμισης να εκτελεστούν στις εγκαταστάσεις της κατασκευάστριας εταιρείας Lockheed Martin στις ΗΠΑ, προκειμένου να συμπιεστεί το κόστος. Είναι προφανές πως θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια ώστε να μεγιστοποιηθεί το ποσοστό της ελληνικής προστιθέμενης αξίας και να επιτευχθεί η ουσιαστική συμμετοχή της ΕΑΒ. Εκτιμάται πως το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού μπορεί να διασφαλίσει περισσότερες από 400 θέσεις εργασίας στην ΕΑΒ αλλά και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της σε μελλοντικά παρόμοια προγράμματα.
Το δεύτερο αφορά το συνδυασμό του προγράμματος αναβάθμισης των F-16 με το υπόλοιπο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και λειτουργικής υποστήριξης των Ενόπλων Δυνάμεων. Με δεδομένη την προϋπολογιστική οροφή των περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως για εξοπλιστικές δαπάνες και έξοδα συντήρησης, αλλά και τις εκκρεμείς ακόμα υποχρεώσεις από παλαιότερες συμβάσεις, η απόφαση υλοποίησης του συνόλου του προγράμματος εκσυγχρονισμού των αεροσκαφών F-16, έστω και σε ορίζοντα πέραν της 5ετίας, πρακτικά δεσμεύει το σύνολο των διαθέσιμων κονδυλίων. Ο κίνδυνος να βρεθεί η Πολεμική Αεροπορία, στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, σε στάδιο έναρξης παραδόσεων και επιχειρησιακής αξιοποίησης των αναβαθμισμένων F-16V, αλλά με το σύνολο του υπόλοιπου στόλου της καθηλωμένο στο έδαφος από έλλειψη ανταλλακτικών και το υπόλοιπο υλικό των Ενόπλων Δυνάμεων σε τροχιά απαξίωσης, είναι παραπάνω από υπαρκτός.
Καθώς η αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού θα συναντήσει ιδιαίτερες δυσκολίες, η λύση μπορεί να προέλθει από την άσκηση πίεσης προς την αμερικανική πλευρά για την ένταξη, έστω και μέρους, του εν λόγω εκσυγχρονισμού σε πρόγραμμα FMF (Foreign Military Financing) δωρεάς και όχι απλά δανειακής υποστήριξης. Παράλληλα, η αναβάθμιση θα μπορούσε να συμβασιοποιηθεί και υλοποιηθεί τμηματικά, σε βάθος χρόνου, σε συνάρτηση τόσο με την εξέλιξη της απειλής όσο και με τα διαθέσιμα κονδύλια. Μια τέτοια επιλογή ίσως απαιτούσε νέο αίτημα προσφοράς προς τις ΗΠΑ και επιπλέον καθυστέρηση κάποιων μηνών, ενώ είναι σίγουρο πως θα προκαλέσει την αντίδραση της κατασκευάστριας εταιρείας. Όμως, παρέχει σημαντική ευελιξία στην ελληνική πλευρά στην εκτέλεση της σύμβασης, δίνει ένα διευρυμένο χρονικά διαπραγματευτικό χαρτί στην Κυβέρνηση απέναντι στις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα διασκεδάζει τις εντυπώσεις απέναντι στις χώρες τις ΕΕ που αναμένεται να αντιδράσουν σε μια προμήθεια τέτοιου ύψους.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.