Τα σκάνδαλα, οι πολιτικές και οι φιλάνθρωποι

Του Απόστολου Αποστόλου*

O Όσκαρ Ουάϊλντ έγραφε ότι «η βάση του σκανδάλου είναι η απολυτοποίηση της ανήθικης βεβαιότητας».

Εμείς από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους αποτελούμε μια ακυβέρνητη σβούρα σκανδάλων που δεν τελειώνουν ποτέ.

Πέρασαν σχεδόν 40 χρόνια και ξεχάσαμε το σκάνδαλο του Κοσκωτά, επίσης είναι ακόμη ζεστή η ανάμνηση από τα σκάνδαλα των  εξοπλιστικών  μαμούθ προγραμμάτων της εθνική μας άμυνας, και με ένα  πείσμα  αδιάλυτο  συνεχίζουμε κάνοντας πρωταθλητισμό πότε με μικρότερα και πότε με μεγαλύτερα σκάνδαλα.

Στη χώρα μας είναι εξωφρενικό να μην υπάρχουν σκάνδαλα, γιατί τα σκάνδαλα αποτελούν «promissio» υπόσχεση για  ένα μέλλον που θα προχωρήσει στις διαδικασίες και στις σκοπιμότητες που οργανώνουν  την ανάπηρη δημοκρατίας μας.

Έτσι και αλλιώς η δημοκρατία στη χώρα μας ως αξιοκρατία και ως άθλημα προσδοκίας περνά αξεπέραστη κρίση το τελευταίο διάστημα και το ξέρουμε καλά γιατί λειτουργεί με «εξαρτημένες μεταβλητές» όπως θα έλεγε ο Μαρξ και μια από αυτές είναι η κανονιστική ισχύς του σκανδάλου.

Ο μολυσματικός αέρας της δημοκρατίας μας  προέρχεται από τα σκάνδαλα τα οποία  αποτελούν δωρεά του παρασιτισμού μας. Τα σκάνδαλα γίνονται συμμαρτυρίες της πολιτικής μας ιστορίας και αποτελούν  την  αδαπάνητη σχέση μας, με τον φαρισαϊσμό και τον συμφεροντολογισμό.

Φτάσαμε στο σημείο να υπερασπιζόμαστε εκείνο που έλεγε ειρωνικά κάποτε ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι «όσοι ενοχλούνται από τα σκάνδαλα είναι  μπανάλ».

Ριζικά αδιάφοροι και με αγοραία συμφεροντολογική αγωγή δεχόμαστε τα σκάνδαλα ως καθημερινή μας τροφή.

Ο Κοσκωτάς το 1984 έδειξε πόσο γυμνό ήταν το τραπεζικό σύστημα της χώρας και πόσο διαβρωμένος ο δημοσιογραφικός κόσμος. Αγόρασε τράπεζα και δημιούργησε μια εκδοτική αλυσίδα ενημέρωσης αποδεικνύοντας ότι στην Ελλάδα η απάτη αποτελεί πράξη αναγνωρισμένης κυριαρχίας που καθίσταται ιδεολογία ζωής.

Το ίδιο έγινε και με τον παπά Αντώνη. Ακαδημίες, Ευρωπαϊκοί θεσμοί, φιλάνθρωπες κοινότητες, 60 χορηγοί, φάνηκαν πόσο αποκαρδιωτικοί  και ανυποψίαστοι ήταν και πόσο υπηρετούσαν την ευκολία και το τίποτε με τις βραβεύσεις τους σ’  έναν  ιερωμένο που έφτιαξε ένα φέικ πρόσωπο.

Γιατί υποκλίνονταν όλοι εκείνοι οι μεγαλόσχημοι μπροστά σ’ ένα κατασκευασμένο ανεμόλιο άθυρμα και ως μαύρες νυχτερινές πεταλούδες τους τραβούσε  το φως της  εντομοπαγίδας του παπά Αντώνη; Μήπως όλοι εκείνοι επίσης  αποτελούν  ατμίδες καπνού;  Μήπως δικαιώνεται ο Μπέκετ όταν έλεγε «τίποτε δεν είναι πιο πραγματικό από το τίποτε».

Ας δούμε τα πράγματα έτσι όπως είναι. Το σκάνδαλο βρίσκεται στην κοινωνική μας παθολογία. Εκεί όπου η πολιτική έγινε πολιτικαντισμός  αναδύθηκε και το σκάνδαλο της παθολογίας του πολιτικού βίου. Εκεί όπου η θρησκεία έγινε θρησκειοποίηση γεννήθηκε και η παθολογία του σκανδάλου της θρησκευτικότητας. Εκεί όπου η επιστήμη έγινε επιστημονισμός ξεπρόβαλε και η παθολογία του σκανδάλου της επιστημονικότητας. Εκεί όπου η φιλανθρωπία έγινε υπεραξία δημοφιλίας  ήρθε στην επιφάνεια η παθολογία του ξεπλύματος χρημάτων και η ασυλία του πλούτου.

Το σκάνδαλο είμαστε εμείς οι ίδιοι που βρήκαμε παρηγοριά στην αβελτηρία που μας έκτισαν και μας φιλοξενεί χωρίς διαμαρτυρία και αντίσταση. Αποτελεί  μια  αυτό-αλλοιωτική δύναμη όπου επιβάλλει  μια   φέικ αρετή  η οποία   προέρχεται από ένα ψέμα.

Στις μέρες μας μετράμε σκάνδαλα και μαζί ενεργοποιούμε δυστυχώς  την αδιαφορία μας. Σκάνδαλο υποκλοπών. Σκάνδαλο με υπουργούς που πλουτίζουν από τους πλειστηριασμούς. Σκάνδαλο με τη ρήτρα αναπροσαρμογής. Σκάνδαλο με τη λίστα Πέτσα. Σκάνδαλο με υπουργό που ελάμβανε επιχορηγήσεις 4 εκατομμυρίων ευρώ σε εταιρεία του,  η οποία διέθετε μετοχικό κεφάλαιο μόνο 5.000 ευρώ. Σκάνδαλο με μονοπρόσωπη εταιρεία παρουσιαστή με κεφάλαιο 4.000 ευρώ που επιδοτήθηκε με 9 εκατομμύρια ευρώ.  Όλα τα παραπάνω σκάνδαλα  κινήθηκαν στη τροχιά  της ενάρετης κυβέρνησης των αρίστων της ΝΔ.

Το σκάνδαλο του παπά Αντώνη ήταν η παγίδα της αρετολογικής  διήγησης και απευθυνόταν σ’ εκείνους που επιθυμούσαν να γίνουν υποτιθέμενοι προστάτες (χορηγοί), σ’ εκείνους που ήθελαν να είναι συνοδοί της αγάπης, αλλά όχι κρουνοί της αγάπης, σ’ εκείνους που φορούσαν τους φυσιωμένους  ρόλους της αλληλεγγύης, αλλά δε διακινδύνευαν  ψυχική δαπάνη.

Ο Γιαν Κοτ σε  μια αναφορά του για  το έργο του Τσέχωφ μας λέει κάπου ότι πρέπει να είμαστε μετρημένοι στα σύμβολα και στα συμβόλαια γιατί και τα δύο υπονομεύονται γρήγορα.

*Καθηγητής πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.