Γιατί το τουρκικό μίνι αεροπλανοφόρο δεν συνιστά απειλή για την Ελλάδα

Κώστας Γρίβας

Πριν από μερικές ημέρες έγινε γνωστό ότι το τουρκικό πλοίο αμφίβιων επιχειρήσεων, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μίνι αεροπλανοφόρο, Anadolu, βρίσκεται στην τελική φάση κατασκευής και το επόμενο έτος αναμένεται να ενταχθεί στη δύναμη του Τουρκικού Ναυτικού. Η είδηση αυτή προκάλεσε εν Ελλάδι τη συνήθη ακολουθία των απαισιόδοξων αναλύσεων αναφορικά με τις εξοπλιστικές ικανότητες της Τουρκίας και τον μαρασμό των ελληνικών μαχητικών ικανοτήτων.

Και όντως το τουρκικό υβριδικό πλοίο αμφιβίων επιχειρήσεων – αεροπλανοφόρο θέτει νέα δεδομένα στις στρατιωτικές ισορροπίες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Όμως, αν η Ελλάδα ακολουθήσει τις τρέχουσες τάσεις στην τέχνη, την επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου, τότε έχει μια σοβαρή πιθανότητα να μετατρέψει το πανάκριβο αυτό οπλικό σύστημα από απειλή για αυτήν, σε αχίλλειο πτέρνα της Τουρκίας.

Καταρχάς, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τόσο μεγάλα καράβια δεν πολυταιριάζουν, έτσι και αλλιώς, σε αρχιπελαγικές δομές, όπως αυτή του Αιγαίου, όπου έχουμε σύνθεση της στεριάς με τη θάλασσα σε μια ενιαία επιχειρησιακή δομή. Σε παρόμοιο χώρο ένα πλοίο επιφανείας αυτού του μεγέθους μπορεί να βληθεί, μεταξύ των άλλων, από πυραυλακάτους, μαχητικά ελικόπτερα, ή μαχητικά αεροσκάφη που θα χρησιμοποιούν νησιά, βράχους και βραχονησίδες για κάλυψη μέχρι την τελευταία στιγμή, καθώς και από υποβρύχια, συστήματα πυροβολικού, ακόμη και βαρέα όπλα πεζικού, όπως όλμους και κατευθυνόμενους αντιαρματικούς πυραύλους.

Αυτή είναι μια γενική πραγματικότητα. Ωστόσο, η κατάσταση για τα πλοία επιφανείας στα παράκτια ύδατα και πολύ περισσότερο μέσα σε αρχιπελαγικές δομές, αναμένεται να καταστεί ακόμη πιο επικίνδυνη στο εγγύς μέλλον. Όπως χαρακτηριστικά έχει δηλώσει ένας ανώτατος Αμερικανός αξιωματικός, στα επόμενα χρόνια κοντά στις ακτές θα υπάρχουν δύο ειδών πλοία: τα υποβρύχια και οι στόχοι.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας ευρύτερης γεωπολιτικής δυναμικής που προκύπτει από τη σύγκρουση των χερσαίων ευρασιατικών δυνάμεων με τη αεροναυτική ισχύ των ΗΠΑ στα εγγύς ευρασιατικά ύδατα. Η δημιουργία πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD) από χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν οδήγησε στην ανάπτυξη παρόμοιων ικανοτήτων από τις ΗΠΑ.

Αυτό έγινε στο πλαίσιο επιχειρησιακών αντιλήψεων όπως είναι τα «Διαχωρικά Πυρά» (Cross Domain Fires), που με τη σειρά τους αποτελούν μέρος του ευρύτερου δόγματος της «Πολυχωρικής Μάχης» (Multi Domain Battle) του Στρατού Ξηράς των ΗΠΑ. Όλες αυτές οι μεθοδολογίες μάχης στοχεύουν στην ανάπτυξη ικανοτήτων που θα καθιστούν πολύ δύσκολη τη ζωή των πλοίων επιφανείας κοντά στις ακτές.

Τα ελληνικά υποβρύχια φονιάδες

Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν ήδη μια κατηγορία οπλικών συστημάτων που παίζουν κρίσιμο ρόλο σε αυτήν τη μονομαχία ισχύος στις κλειστές θάλασσες. Αυτά είναι τα υποβρύχια του Πολεμικού Ναυτικού, τα οποία θα κληθούν να επιχειρήσουν σε ένα από τα καλύτερα πεδία δράσης υποβρυχίων στον πλανήτη, το Αιγαίο. Αιχμή του δόρατος του ελληνικού υποβρυχιακού στόλου είναι τα τέσσερα εξαιρετικά αθόρυβα τελευταίας γενεάς Type 214, κλάσης «Παπανικολής», εφοδιασμένα με σύστημα αναερόβιας πρόωσης (ΑΙΡ), το οποίο τους επιτρέπει να μένουν για διάστημα μεγαλύτερο της εβδομάδας σε κατάδυση σε καιρό επιχειρήσεων.

Ένα ακόμη υποβρύχιο με σύστημα αναερόβιας πρόωσης υπηρετεί στο Ελληνικό Ναυτικό, το «Ωκεανός» που είναι ένα τροποποιημένο Type 209/1200. Ωστόσο και τα παλαιότερα 209 είναι εξαιρετικά επίφοβα, ιδιαίτερα αν εφοδιαστούν με νέες τορπίλες. Φυσικά, μια από τις παθογένειες του ελληνικού συστήματος εξοπλισμών είναι να προμηθεύεται πανάκριβες πλατφόρμες μάχης χωρίς τα κατάλληλα όπλα γι’ αυτές. Τα υποβρύχια, λοιπόν, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση σε αυτήν τη θλιβερή παράδοση.

Έτσι, τα stealth Type 214 χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα τις παλαιές τορπίλες SUT που έχουν μικρό βεληνεκές και γενικότερα παρωχημένες επιδόσεις. Όμως, τον τελευταίο καιρό κάτι φαίνεται να αλλάζει και αναμένεται μέσα στο άμεσο χρονικό διάστημα να προχωρήσει το πρόγραμμα της προμήθειας βαρέων τορπιλών νέου τύπου για τα ελληνικά υποβρύχια.

Οι επικρατέστερες υποψήφιες τορπίλες είναι η γαλλική F21 της εταιρείας DCNS, η γερμανική DM2A4 Sea Hake Mod 4 της Atlas Elektronic και η ιταλική Black Shark Advanced της WASS. Ελάχιστες είναι οι πιθανότητες απόκτησης της αμερικανικής τορπίλης Mk 48 Mod 6. Οποιαδήποτε από τις τορπίλες αυτές προσφέρει δραστική αναβάθμιση των ικανοτήτων κρούσης του ελληνικού υποβρυχιακού στόλου, επιτυγχάνοντας βεληνεκές που φθάνει ή και ξεπερνά τα 50 χλμ.

Ο συνδυασμός των εξαιρετικών ικανοτήτων stealth των σύγχρονων ελληνικών υποβρυχίων, των συστημάτων αναερόβιας πρόωσης που επιτρέπουν την παραμονή για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε κατάδυση και τορπιλών μεγάλου βεληνεκούς με προηγμένα παθητικά σόναρ, καθιστά τον ελληνικό υποβρυχιακό στόλο ιδανικό αντίδοτο για το τουρκικό υβριδικό αεροπλανοφόρο όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά και στην ευρύτερη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτόνομες υπερ-τορπίλες και μεταλλαγμένο πυροβολικό 

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα έχουν εμφανιστεί τορπίλες που επιτυγχάνουν εξαιρετικά μεγάλο βεληνεκές, γεγονός που εν μέρει τις «χειραφετεί» από τα υποβρύχια ή οιαδήποτε πλατφόρμα μεταφοράς και τους προσφέρει ακόμη και ικανότητες αυτόνομης δράσης σε περιορισμένων διαστάσεων θαλάσσιες εκτάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της έκδοσης μεγάλου βεληνεκούς (ER) της γερμανικής τορπίλης Sea Hake Mod 4. Η υποψηφιότητα της απλής έκδοσής της εξετάζεται από το Ελληνικό Ναυτικό, ενώ υπηρετεί ήδη στο τουρκικό.

Η εν λόγω τορπίλη επέτυχε σε δοκιμές το 2012 στη Βαλτική το εντυπωσιακό βεληνεκές των 140 χλμ. Δεδομένων των εξελίξεων που έχουν προκύψει από τότε μέχρι σήμερα στην τεχνολογία των μπαταριών και άλλων υποσυστημάτων, είναι πιθανόν το βεληνεκές να έχει αυξηθεί περισσότερο, προσεγγίζοντας ακόμη και τα 200 χλμ. Οι δυνατότητες παρόμοιων όπλων είναι απλά τεράστιες. Πολύ απλοϊκά μπορούμε να πούμε ότι ένα παρόμοιο όπλο μπορεί να ξεκινήσει από τις ακτές της Αττικής και να προσβάλει στόχους έξω από τις μικρασιατικές ακτές ή το αντίστροφο φυσικά.

Επίσης, τα υπάρχοντα συστήματα πυροβολικού του Ελληνικού Στρατού, εφοδιασμένα με τα κατάλληλα πυρομαχικά, μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα ισχύος στο Αιγαίο. Για παράδειγμα, ήδη αναπτύσσονται κατευθυνόμενες ρουκέτες επαυξημένου βεληνεκούς για τον αμερικανικό πολλαπλό εκτοξευτή ρουκετών M270 MLRS (GMLRS ER), ο οποίος υπηρετεί εδώ και χρόνια στο ελληνικό οπλοστάσιο.

Οι ρουκέτες αυτές αναμένεται να ενταχθούν σε υπηρεσία από το 2020 και μετά και θα επιτυγχάνουν το εντυπωσιακό βεληνεκές των 150 χλμ. Εφοδιασμένες με θερμικούς ή άλλους αισθητήρες που τους επιτρέπουν τον αυτόνομο εντοπισμό στόχων, θα στοχεύουν και στην προσβολή στόχων επιφανείας, όπως επιβάλει η επιχειρησιακή αντίληψη των Διαχωρικών Πυρών του Στρατού των ΗΠΑ, που αναφέραμε πιο πάνω.

Επίσης, η ισραηλινή εταιρεία IMI τοποθετεί σε υπάρχουσες ρουκέτες των 122 χιλιοστών το σύστημα EPIK (Electro-Optical Precision Integration Kit), το οποίο επιτρέπει στις ρουκέτες να εντοπίζουν στόχους, περιλαμβανομένων πλοίων επιφανείας και να κατευθύνονται αυτόνομα προς αυτούς. Σημαντικό στοκ παρόμοιων ρουκετών υπάρχει ήδη στο ελληνικό οπλοστάσιο και χρησιμοποιείται από τους τσεχοσλοβακικής προέλευσης πολλαπλούς εκτοξευτές ρουκετών RM70. Παρεμπιπτόντως, είναι σχεδόν βέβαιο ότι παρόμοιες μετατροπές μπορούν να γίνουν από ελληνικές κρατικές και ιδιωτικές εταιρείες, χωρίς να χρειάζεται κατ’ ανάγκην η καταφυγή σε ξένη τεχνογνωσία.

Η ασύμμετρη απειλή των μικρών ταχύπλοων

Ακόμη, μικρά ταχύπλοα σκάφη εφοδιασμένα με μικρούς πυραύλους με ικανότητες προσβολής στόχων εκτός και πέραν της γραμμής της θέας (NLOS και BLOS αντιστοίχως), εκμεταλλευόμενα την αρχιπελαγική δομή του Αιγαίο, μπορούν να αποτελέσουν θανάσιμο κίνδυνο για τα πλοία επιφανείας. Οι πύραυλοι αυτοί είναι ουσιαστικά βελτιωμένες εκδόσεις αντιαρματικών πυραύλων που επιτυγχάνουν όμως μεγάλο βεληνεκές. Ένας εξ αυτών είναι ο ισραηλινός Spike NLOS (πρώην Tamuz), ο οποίος επιτυγχάνει βεληνεκές 25 χλμ.

Ο πύραυλος επικοινωνεί με ραδιοζεύξη με τον χειριστή, ο οποίος βλέπει την εικόνα που του προσφέρει η κάμερα του πυραύλου όντας έτσι σε θέση να επιλέξει στόχους και να τον καθοδηγεί μέχρι την τελευταία στιγμή. Ένας άλλος ισραηλινός πύραυλος είναι ο Nimrod 3 με βεληνεκές 50 χλμ αλλά με ημιενεργή καθοδήγηση λέιζερ (SAL). Δηλαδή, απαιτείται στην περιοχή του στόχου να βρίσκεται κάποιος που να τον «φωτίζει» με καταδείκτη λέιζερ καθοδηγώντας τον πύραυλο.

Ένα ακόμη πιο εξελιγμένο σύστημα αυτής της κατηγορίας είναι ο σερβικός πύραυλος με καθοδήγηση οπτικής ίνας ALAS-C, ο οποίος αναμένεται να επιτυγχάνει βεληνεκές 50 χλμ. Το καλώδιο οπτικής ίνας προσφέρει στον χρήστη τη δυνατότητα αναζήτησης στόχων και καθοδήγησης μέχρι την τελευταία στιγμή, χωρίς κινδύνους παρεμβολών.

Τέλος, το πιο εντυπωσιακό σχετικό σύστημα που έχει εμφανιστεί είναι το ρωσικό Germes (Ερμής) της εταιρείας ΚΒΡ, μια έκδοση του οποίου επιτυγχάνει το εντυπωσιακό βεληνεκές των 100 χλμ, για τον οποίο όμως δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Παρόμοιοι πύραυλοι μπορούν να τοποθετηθούν και σε χερσαίες πλατφόρμες, ακόμη και σε αγροτικά φορτηγάκια ή σε ελικόπτερα.

Σε κάθε περίπτωση, στη διεθνή αγορά υπάρχουν οπλικά συστήματα, χαμηλού κόστους, που μπορούν μάλιστα να «κουμπώσουν» πάνω σε υπάρχουσες πλατφόρμες του ελληνικού στρατεύματος και να μετατρέψουν το Αιγαίο αλλά και μεγάλο κομμάτι της Ανατολικής Μεσογείου σε παγίδα θανάτου για τα πλοία επιφανείας και ιδιαίτερα για μια τόσο μεγάλη πλατφόρμα, όπως είναι το τουρκικό υβριδικό πλοίο αμφίβιων επιχειρήσεων-αεροπλανοφόρο. Αυτό, βέβαια, σε περίπτωση που η Ελλάδα θέλει να κάνει κάποιες στοιχειώδεις κινήσεις για να ενισχύσει τις μαχητικές της ικανότητες και το σημαντικότερο να μην επιστρέψει στην εποχή των άτυπων «δωρεών» σε διάφορες εταιρείες του εξωτερικού, αγοράζοντας πανάκριβες πλατφόρμες χωρίς όπλα…

(ΠΗΓΗ)

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.