Οι απαράγραπτες ελληνικές απαιτήσεις κατά της Τουρκίας

Οι απαράγραπτες ελληνικές απαιτήσεις κατά της Τουρκίας

Η περίπτωση Ίμβρου και Τενέδου

Μετά την μικρασιατική καταστροφή  οι χώρες που είχαν συνυπογράψει την Συνθήκη των Σεβρών πλέον της Ρωσίας κλήθηκαν να επανεξετάσουν σε επίπεδο διεθνούς συμφωνίας  το νέο status quo  που είχε προκύψει. Η συνεδρίαση για την συμφωνία ξεκίνησε στις 22-10-1922 και μετά από 7,5 «θυελλώδεις» μήνες κατέληξε στην υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (24-7-1923). Παρότι τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος είχαν απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό ήδη από το 1912,  η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σε είδος (ελλείψει χρημάτων)  και αναγκάστηκε να τα παραχωρήσει στην Τουρκία με ταυτόχρονη όμως αναγνώριση της αυτοδιοίκησής τους από τους Έλληνες που ήταν τότε περίπου το 90% του πληθυσμού των κατοίκων. Το άρθρο 14 της Συνθήκης προβλέπει επί λέξει τα εξής:

«Αι νήσοι Ίμβρος και Τένεδος, παραμένουσαι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν, θα απολαύουν ειδικής διοικητικής οργανώσεως, αποτελουμένης υπό τοπικών στοιχείων και παρεχούσης πάσαν εγγύησιν εις τον αυτόχθονα μη μουσουλμανικόν πληθυσμόν όσον αφορά την τοπικήν αυτοδιοίκησιν και την προστασίαν των ατόμων και των αγαθών. Η τήρησις της τάξεως θα διασφαλίζεται υπό αστυνομίας στρατολογουμένης εκ του αυτόχθονος πληθυσμού, μερίμνη της ως άνω προβλεπομένης τοπικής διοικήσεως και υπό τας διαταγάς αυτής τιθεμένης.»

Το παραπάνω αυτοδιοίκητο συνοδευόταν από προστατευτικές διατάξεις για τις πάσης φύσεως μειονότητες (εθνικές, θρησκευτικές κλπ) οι οποίες επιβλήθηκαν  στην Τουρκία, καθότι είχαν ήδη προηγηθεί οι γενοκτονίες των Αρμενίων από το 1894 επί της διοικήσεως του επονομαζόμενου και «κόκκινου Σουλτάνου» , Αβδούλ Χαμίτ Β΄, και ολίγον μετά  των Ελλήνων της Μικρασίας και των Ασσυρίων.

Οι διατάξεις αυτές που αφορούν κυρίως στα άρθρα 38 έως και 44 ήταν «ειδυλλιακές» για τις μειονότητες και προέβλεπαν προστασία ζωής και  ελευθερίας, κυκλοφορίας και μεταναστεύσεως, ανεξιθρησκείας, «…απόλαυσιν των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων και ιδία την παραδοχήν εις τας δημοσίας θέσεις, αξιώματα και τιμάς ή την εξάσκησιν των διαφόρων επαγγελμάτων και βιομηχανιών. Ουδείς περιορισμός θέλει επιβληθή κατά της ελευθέρας χρήσεως παρά παντός τούρκου υπηκόου οιασδήποτε γλώσσης, είτε εν ταις ιδιωτικαίς ή εμπορικαίς σχέσεις, είτε ως προς την θρησκείαν τον τύπον και πάσης φύσεως δημοσιεύματα, είτε εν ταις δημοσίαις συναθροίσεσιν . Παρά την ύπαρξιν της επισήμου γλώσσης θα παρέχωνται αι προσήκουσαι ευκολίαι εις τους τούρκους υπηκόους, τους λαλούντες γλώσσαν άλλην ή την τουρκικήν δια την προφορικήν χρήσιν της γλώσσης, αυτών ενώπιων των δικαστηρίων ανευ διακρίσεων» (άρθρο 39).

Όμως, η ιδεατή αυτή αποτύπωση δικαιωμάτων έμεινε «στα χαρτιά». Το Κεμαλικό καθεστώς, ακολουθώντας πιστά τον οθωμανικό προγραμματισμό γενοκτονίας και εξολόθρευσης των μειονοτήτων, λειτουργώντας συστηματικά και προγραμματισμένα αλλά πιο «έξυπνα», ξεκίνησε την απολύτως αντίθετη πολιτική. Ενδεικτικά  απαγόρευσε στους Έλληνες να ασκούν τουλάχιστον 30 επαγγέλματα, να ομιλούν την ελληνική γλώσσα, να τελούν θρησκευτικό γάμο, επέβαλε δυσβάσταχτους φόρους που αν δεν πληρώνονταν  σε 15 ημέρες κατέληγαν σε δήμευση περιουσίας  και καταναγκαστικά έργα του δύστυχου οφειλέτη, επέβαλε αιφνίδιες απελάσεις και συνακόλουθες δημεύσεις περιουσιών, ενώ συστηματικά προσπάθησε να «καταργήσει»  το Πατριαρχείο με τον οικονομικό «στραγγαλισμό» του και την προσπάθεια ελέγχου του, παράλληλα δημεύοντας και καταστρέφοντας εκκλησίες, μητροπόλεις, μοναστήρια, νεκροταφεία με ταυτόχρονη σύληση τάφων. Κι όλα αυτά που αναφέρω είναι μόνον ενδεικτικά των όσων συνέβησαν από τότε μέχρι σήμερα για τα οποία θα επανέλθω ειδικότερα. Η δική μας «νύχτα των κρυστάλλων» την (6η με 7η Σεπτεμβρίου 1955)  εις βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της βαρβαρότητας που υπέστησαν υπό το βλέμμα της απαθούς τουρκικής αστυνομίας (λόγου χάρη 2000 περίπου Ελληνίδες βιάστηκαν εκ των οποίων 200  καταγγέλθηκαν επισήμως) δείχνουν το κλίμα της τρομοκρατίας αλλά και την διαρκή τουρκική πολιτική βούληση.

Σε αυτό το ζοφερό κλίμα «ταλανίστηκαν» και η Ίμβρος και η Τένεδος κατά παράβαση των ρητών διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης. Τα καταγεγραμμένα γεγονότα που αναφέρω είναι μόνον ενδεικτικά, εντασσόμενα στο «πογκρόμ» εις βάρος των Ελλήνων και εν γένει των χριστιανικών πληθυσμών.

Χαρακτηριστικά, αµέσως, µετά την εγκατάσταση, στις 4 Οκτωβρίου 1923, των Τουρκικών αρχών  αγνοήθηκε τελείως η ειδική αυτοδιοίκηση που έπρεπε να υπάρχει στα δύο νησιά, τα οποία τους προσφέρθηκαν χαριστικά µε πρωτοβουλία της Μ. Βρετανίας. ∆ιόρισαν χωρίς καθυστέρηση Τούρκο διοικητή και έστειλαν αµέσως στην δικαιοσύνη, στα τελωνεία, στην αστυνομία και στις λιμενικές αρχές Τούρκους αξιωματικούς, απολύοντας όλους τους αιρετούς τοπικούς λειτουργούς. Αποκεφάλισαν την ηγεσία των χριστιανών χαρακτηρίζοντας ανεπιθύμητα 1.500 άτομα από την Ίμβρο και 64 προκρίτους από την Τένεδο που είχαν καταφύγει προσωρινά σε ασφαλέστερους τόπους. Η ακίνητη περιουσία όλων κατασχέθηκε.

Με τον Νόµο 1151 που ψηφίστηκε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση στις 25 Ιουνίου 1927, καταργήθηκε ουσιαστικά και επίσημα το καθεστώς αυτοδιοίκησης των νησιών, έκλεισε µε διάφορες προφάσεις το Ελληνικό Σχολαρχείο, απαγορεύτηκε η διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας και οι χριστιανοί τέθηκαν υπό διωγμό µέχρι την πλήρη εξολόθρευσή τους. Ο νόμος αυτός αναστέλλεται το 1951 και επανέρχεται το 1960 εφαρμοζόμενος πιο βίαια.

Το 1943 οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν και εκτόπισαν στην Προύσα τον μητροπολίτη  Ίμβρου Ιάκωβο, ενώ δήμευσαν τις περιουσίες των ιερών Μονών Μεγίστης Λαύρας και Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους στην Ίμβρο, παραχωρώντας τες σε εποίκους, οι οποίοι κατέστρεψαν αμέσως τις εκκλησίες και τα κτίρια των μονών. Ο δε δήμαρχος της Ίμβρου και τρεις κοινοτάρχες που διαμαρτυρήθηκαν συνελήφθησαν και εκτοπίσθηκαν στην Μικρά Ασία.

Στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου 1955  ο ελληνισμός των νησιών βιώνει αντίστοιχες των Κωνσταντινοπουλιτών πράξεις βαρβαρότητας.

Το 1964 εφαρμόστηκε το περιβόητο eritme programi, δηλαδή το πρόγραμμα διάλυσης και τουρκοποίησής τους. Σημειώνουμε ότι στην Ίμβρο κατοικούσαν  τότε 7.000 κάτοικοι εκ των οποίων 200 Τούρκοι δημόσιοι υπάλληλοι. ∆ηµεύτηκαν τα ακίνητα των Ελληνικών σχολείων στα οποία αφαιρέθηκε επί τη βάσει του νόμου 502/1964 η άδεια λειτουργίας (έξι δημοτικά σχολεία και το γυμνάσιο της Ίμβρου, όπως και το δημοτικό σχολείο της Τενέδου) και έκλεισαν αµέσως. Το ίδιο έτος με τον νόμο 6830 «περί Απαλλοτριώσεων» «υφαρπάχτηκαν» οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις των νησιών (περί το 90%) µε εξευτελιστικές αποζημιώσεις. Χαρακτηρίζονται μεγάλες εκτάσεις αναδασωτέες και κηρύσσονται απαγορευμένες για βοσκή. Απαγορεύτηκε η αλιεία ώστε να αφαιρεθεί µια σημαντική βιοποριστική δυνατότητα των κατοίκων. Εγκαταστάθηκαν στρατόπεδα χωροφυλακής και μεταφέρθηκαν έποικοι από τον Πόντο και την Βουλγαρία. Η περιοχή ανακηρύχτηκε “επιτηρούμενη ζώνη” και κάθε Έλληνας και ξένος επισκέπτης έπρεπε να εφοδιαστεί µε ειδική άδεια από τον Νοµάρχη ∆αρδανελίων. Μεταφέρθηκαν, λίγο αργότερα, ανοικτές φυλακές με 600 βαρυποινίτες για την κατατροµοκράτηση των κατοίκων στους οποίους η μοναδική οδός διαφυγής που υπήρχε ήταν η φυγή από τις πατρογονικές εστίες. Την ίδια χρονιά  βεβηλώνουν και τα τριακόσια εξωκκλήσια της Ίμβρου και τα καταστρέφουν

Το 1973 δολοφονείται ο Στέλιος Καβαλιέρος από “άγνωστους” στην Παναγία της Ιµβρου, τον δε επόµενο χρόνο ο ∆ήµαρχος Ιµβρου µαζί µε 20 επιφανείς νησιώτες φυλακίστηκαν στα ∆αρδανέλια. Το βράδυ της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974, λεηλατήθηκε η παλαιά Μητρόπολη της Ιµβρου και βεβηλώθηκε το νεκροταφείο στο χωριό Κάστρο του νησιού. Το επόµενο καλοκαίρι βιάστηκε και δολοφονήθηκε από Τούρκο στρατιώτη η Στυλιανή Ζούνη, µητέρα δύο παιδιών, στο χωριό Αγιοι Θεόδωροι της Ιµβρου. Ακολούθως, την διετία 1975-1976 απαλλοτριώθηκαν και άλλα κτήµατα, από τα λίγα που είχαν αποµείνει στους χριστιανούς κατοίκους, µε εξευτελιστικές, όπως πάντα τιµές.

Ακολούθησαν την δεκαετία του 1980 νέες “ανεξιχνίαστες” δολοφονίες. Τον Ιούλιο του 1980 κατακρεουργήθηκε στο Σχοινούδι από δήθεν άγνωστους ο Γεώργιος Βιγλής. Το 1984 δολοφονήθηκαν στο µεν Σχοινούδι ο Ευστράτιος Στυλιανίδης, στην δε Παναγιά ο Νίκος Λαδάς. Λίγα χρόνια αργότερα στο χωριό Γλυκύ ο Ζαφείρης ∆εληκωνσταντής. Το 1984 η Τουρκική Κυβέρνηση για την πλήρη ολοκλήρωση του περίφημου «eritme programi», έσπευσε να δημεύσει και τα τελευταία 956 στρέμματα, απαγορεύοντας πλέον και την κτηνοτροφία και χαρακτηρίζοντας όσα βοσκοτόπια έμειναν είτε σαν δάση είτε σαν αναδασωτέες εκτάσεις και εθνικούς δρυµούς.

Όλα τα ανωτέρω ενδεικτικά αναφερθέντα αποτελούν ξεκάθαρη και ευθεία παραβίαση των άρθρων 14 και Πρωτοκόλλου VIII περί αµνηστίας, 37, 38, 39, 40 και 42 της Συνθήκης της Λωζάνης. Για την εφαρµογή των παραπάνω άρθρων υπάρχει η εγγύηση της Κοινωνίας των Εθνών που προβλέπει το άρθρο 44 της Συνθήκης της Λωζάνης.

Για όλα αυτά τα περιστατικά ποτέ μα ποτέ  και όλως τυχαίως δεν έχει συλληφθεί από την τουρκική αστυνομία κανείς “άγνωστος” γνωστός τους. Δυστυχώς δε από πλευράς της Ελλάδος  δεν υπήρξε μια συστηματική και στρατηγική αντιμετώπιση και διεκδίκηση απονομής δικαιοσύνης με σκοπό την διεθνή και διαρκή διαπόμπευση  της σταθερής τουρκικής πολιτικής για «εργαλειοποίηση» των αποτρόπαιων μεθόδων της, αλλά κυρίως την προστασία των χριστιανικών (ελληνικών ή μη) πληθυσμών.  Δεν υπήρξε λόγου χάρη καμία προσφυγή ενώπιον διεθνών οργανισμών, όπως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που θα μπορούσαν να επιβάλουν μέτρα. Υπήρξαν μόνον χλιαρές αντιδράσεις μιας προσφυγής στην UNESCO στις 31 Αυγούστου 1964  που μας κάλεσε να λάβουμε «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης», μιας επιστολής διαμαρτυρίας προς το Συμβούλιο Ασφαλείας το 1965 για το κλείσιμο των σχολείων στην Ίμβρο και την Τένεδο που είχε ως αποτέλεσμα συστάσεις και μιας διαμαρτυρίας του Έλληνα αντιπροσώπου στα Ηνωμένα Έθνη τον Οκτώβριο του 1964 για την αρπαγή του δημοτικού σχολείου της Τενέδου και τη μετατροπή του σε στρατώνα. Βέβαια, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, κατανοούμε ότι το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Τουρκία είχε επιλέξει να είναι με την πλευρά της Δύσης, ήταν πάντοτε ένα πρόσκομμα για την επιβολή κυρώσεων. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι τελικά η γείτονα χώρα μέχρι σήμερα, εντελώς ανενόχλητη, ακολουθεί την πολιτική της, αφού η Ελλάδα με την απαθή συνολικά στάση της έδωσε όλα τα «περιθώρια».

Και είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε η ρήτρα της αμοιβαιότητας για την εφαρμογή της Συνθήκης δεν χρησιμοποιήθηκε για όσα ταραχοποιά στοιχεία προκαλούν διχόνοια και μίσος μεταξύ των μουσουλμάνων και των χριστιανών της Θράκης ή έχουν «σχισματικές» τάσεις. Φυσικά απέχει πόρρω από τον πολιτισμό και την παιδεία μας η χρήση των βάρβαρων και αποτρόπαιων μεθόδων που το πολιτικό καθεστώς της γείτονος χώρας μεταχειρίστηκε. Είναι, όμως, εξαιρετικά ενοχλητικό να σου «κουνούν το δάχτυλο» ο «νεο-οθωμανός» Ερντογάν και σύμπασα η όμοιας αντίληψης πολιτική ηγεσία της Τουρκίας (ακόμη και με άκρως απαξιωτικές και προσβλητικές εκφράσεις) για δήθεν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συνθηκών, υποκρινόμενοι το θύμα, ενώ οι ελληνικές κυβερνήσεις σκόπιμα και με στρεβλή ηττοπαθή πολιτική φρόντισαν να (απο)σιωπήσουν τις φρικαλεότητες που έχει μέχρι σήμερα ο ελληνισμός υποστεί.

Το παρόν συνιστά μια υπενθύμιση προς την Ελληνική Πολιτεία μέρους μόνον των ελληνικών διεκδικήσεων από την συστηματική μέχρι και σήμερα καταστρατήγηση της Συνθήκης της Λωζάννης, οι οποίες είναι απαράγραπτες και για τον επιπλέον λόγο ότι  εμπίπτουν αναμφίβολα στην έννοια του  «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας».

Κάποια στιγμή, όμως, πρέπει να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο πριν καταστούμε ως έθνος «λήθη»!

Αικατερίνη Πουλάκη

Πηγή

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.