Σεισμός αυτός ο απρόσκλητος επισκέπτης

Ο χθεσινός  σεισμός στην Αθήνα έφερε και πάλι στην επιφάνεια την κουβέντα περί πρόγνωσης των σεισμών.

Πολλοί σεισμολόγοι λένε ότι ένας σεισμός δεν μπορεί ποτέ να προβλεφθεί επειδή ο φλοιός της γης είναι ετερογενής. Οποιοσδήποτε μικρός σεισμός μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλο γεγονός. Το κατά πόσον ένας μικρός σεισμός εξελίσσεται σε μεγάλο ή φθίνει σε ένταση εξαρτάται από μυριάδες λεπτομέρειες.

Φαίνεται πάντως ότι σιγά σιγά η επιστήμη προχωρά και τα τεράστια ποσά (άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων) που έχουν δαπανηθεί σε εξοπλισμό για τη μελέτη των ρηγμάτων στην Καλιφόρνια και την Ιαπωνία(λιγότερα στην Ελλάδα) θα βοηθήσουν ώστε οι επιστήμονες να μπορούν κάποτε να προειδοποιήσουν ότι έρχεται σεισμός. Το καλύτερο που μπορούν να κάνουν οι σεισμολόγοι πιθανότητα να ξαναγίνει ένας σεισμός σε περιοχές οι οποίες έχουν ήδη πληγεί. Οι πιθανότητες αυτές κυμαίνονται συνήθως σε διάστημα 10 ως 30 ετών. Και οι σχετικές προβλέψεις είναι χρήσιμες για να επιλέγονται οι τοποθεσίες όπου κτίζονται φράγματα, δρόμοι και ενεργειακοί σταθμοί σε σεισμογενείς περιοχές, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους που μένουν σε τέτοιες περιοχές.

Η πρόβλεψη πάντως των σεισμών έχει μια μακρά, θλιβερή ιστορία, που περιλαμβάνει καλές ιδέες οι οποίες απέτυχαν, απογοητευτικά πειράματα και έναν ανεξάντλητο κατάλογο αντιεπιστημονικών ισχυρισμών.

Ας γυρίσουμε όμως το χρόνο  πίσω στο 1981, που  τα πράγματα για την πρόβλεψη ενός σεισμού έδειχναν πως θα βελτιώνονταν αισθητά στον συγκεκριμένο τομέα.  Αφορμή στάθηκε ο σεισμός στις Αλκυονίδες νήσους που κράτησαν 10 ολόκληρες ημέρες (24 Φεβρουαρίου- 4 Μαρτίου) και ήταν μεγέθους έως και 6.7 της κλίμακας Ρίχτερ, οι επιστήμονες Παναγιώτης Βαρώτσος, Καίσαρ Αλεξόπουλος και Κωνσταντίνος Νομικός παρουσίασαν στο Όσλο τη μέθοδο “BAN”, η οποία πήρε το όνομά της από τ’ αρχικά των επιθέτων τους.

Το ΒΑΝ– το οποίο εξελίχθηκε από τότε σε μεγάλο βαθμό- αποτελούσε μια πειραματική μέθοδο για την πρόγνωση των σεισμών, η οποία βασιζόταν κυρίως στην ανίχνευση των σεισμικών ηλεκτρικών σημάτων (SES, Seismic Electric Signals) και στηριζόταν στις (θεωρητικές) εργασίες των Βαρώτσου και Αλεξόπουλου στην πόλωση ή αποπόλωση των κρυστάλλων που υποβάλλονται σε μεταβολές θερμοκρασίας ή πίεσης παρουσία ηλεκτρικού πεδίου.

Κατ’ ουσίαν, οι εμπνευστές του ΒΑΝ, διατείνονταν πως οι σεισμοί στη χώρα μας (και όχι μόνο) μπορούσαν να προβλεφθούν με απόλυτη επιτυχία, καθώς καταγράφονταν «σήματα» περίπου 7 ώρες νωρίτερα που προειδοποιούσαν για το τι θ’ ακολουθήσει.

Το κλίμα αισιοδοξίας της παγκόσμιας κοινής γνώμης σύντομα άρχισε να γιγαντώνεται, ωστόσο εντός των «τειχών» η μέθοδος συνάντησε τεράστιες αντιδράσεις, με «πρωτεργάτες» τους Γ. Παπαζάχο, Ι. Δρακόπουλο και Γ. Σταυρακάκη.

Μάλιστα ο τελευταίος (δηλαδή ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών) μ’ ένα εξαιρετικά σκωπτικό άρθρο στο ΒΗΜΑ το οποίο τιτλοφορείτο «Γιατί είναι άχρηστο το ΒΑΝ» που περιείχε εκφράσεις όπως «Σείστηκε η Αθήνα, ευτυχώς χωρίς ανθρώπινα θύματα, όταν για πρώτη φορά ανακοίνωσε ο κ. Π. Βαρώτσος στην Ακαδημία Αθηνών επιτυχή μέθοδο βραχείας διάρκειας πρόγνωσης των σεισμών» φρόντισε να το… κατακεραυνώσει, αμφισβητώντας τελείως τα (όποια) ευρήματά του.

Ένας από τους βασικούς πυλώνες της ευθείας επίθεσής του στο ΒΑΝ είχε να κάνει με τον τρόπο που αποδεικνύονταν οι έγκυρες και έγκαιρες προβλέψεις της ομάδας: οι Βαρώτσος, Αλεξόπουλος και Νομικός παρουσίαζαν τα τηλεγραφήματα που είχαν ανταλλάξει πριν συμβεί ένας σεισμός, χωρίς να έχει «κυκλοφορήσει» κάποιο εξ αυτών εκτός της ερευνητικής ομάδας, παρά μονάχα αφότου είχε συμβεί το οτιδήποτε.

Επίσης, οι επικριτές δε δέχονταν το ΒΑΝ, καθώς θεωρούσαν πως τα «διαβόητα» ηλεκτρικά σήματα δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από θόρυβο ή παραπλανητική ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την σεισμική δραστηριότητα.

Οι τόνοι ανάμεσα στις δύο «αντιμαχόμενες» πλευρές ανέβηκαν επικίνδυνα προσεγγίζοντας την λεκτική στρατόσφαιρα τον Δεκέμβριο του 1981. Τότε, με τον φονικό σεισμό στη Λέσβο (7.2 Ρίχτερ), οι μεν ισχυρίζονταν ότι τον είχαν προβλέψει, οι δε αρνούνταν κατηγορηματικά ότι υπήρχε πρόβλεψη, με το Υπουργείο Δημοσίων Έργων να τάσσεται στο πλευρό των δεύτερων.

Επιμέλεια: Βαγγέλης Σπυράκης

Το 1989, ωστόσο, μετά τον σεισμό 5.9 της κλίμακας Ρίχτερ στην Ηλεία η επιτυχία του ΒΑΝ επιβεβαιώθηκε από επίσημα χείλη, μιας και το ΥΠΕΧΩΔΕ αναγνώρισε το γεγονός πως πράγματι είχε προβλεφθεί.

Η κατάσταση «επιδεινώθηκε» στα 90s με τα δυο «στρατόπεδα» να συνεχίσουν να μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως, με το όλο σκηνικό να θυμίζει ριάλιτι τις χειρίστης (ή βέλτιστης- όπως το δει κανείς) ποιότητας, καθώς πολλές εκπομπές μυρίστηκαν τηλεοπτικό «αίμα» και φρόντισαν ν’ αναπαράγουν και ν’ ανακυκλώνουν το θέμα.

Ο κ. Σταυρακάκης και οι συν αυτώ συνεχίζουν ν’ αμφισβητούν εντόνως το ΒΑΝ, τονίζοντας  πως «Το κλίμα αισιοδοξίας που σκόπιμα ή αυθόρμητα δημιουργήθηκε δεν περιγράφεται. Φαίνεται από τις στήλες των εφημερίδων της εποχής εκείνης. Ελπίδες, ενθουσιασμός, το δαιμόνιο πνεύμα των Ελλήνων… Κάθε αντίθετη επιστημονική άποψη χαρακτηριζόταν αυτόματα σκοταδιστική, αναχρονιστική, με παραπομπές στον Γαλιλαίο. Ας είναι, στην έρευνα δεν πρέπει να είσαι απόλυτος. Αναμένεις τα επόμενα αποτελέσματα…»

Κάπως έτσι- και με τα «επεισόδια» ν’ αναθερμαίνονται εκ νέου το 2001 όταν και εισήχθη η έννοια του «φυσικού χρόνου»- φτάνουμε στο σήμερα. Το ΒΑΝ παραμένει μια… αμφιβόλου ποιότητος μέθοδος για την πρόγνωση των σεισμών, αφού δεν έχει γίνει καθολικά αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα.

Το ερώτημα, λοιπόν, συνεχίζει να πλανάται στο χώρο: άραγε το ΒΑΝ πράγματι «διαβάζει» τα σήματα και μπορεί να μας προειδοποιήσει ή όχι; Η ήταν  ήταν ολέθριο λάθος; 

Μέχρι ν’ απαντηθούν τ’ ανωτέρω, μάλλον θα χρειαστεί να περάσει πάρα πολύ καιρός, αρκεί να μη «βρυχάται» η γη ανά τακτά διαστήματα…

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.